Η πολιτική δεν παράγει μόνο κόμματα. Αντίθετα, παράγει διαθέσεις, προσδοκίες και σιωπηρές μετατοπίσεις που συχνά προηγούνται της οργανωμένης πολιτικής τους έκφρασης. Οι μεγάλες μεταβολές των δημοκρατιών δεν αποτυπώνονται πάντοτε μέσα από εκλογικές ανατροπές ή θεσμικές τομές. Συχνά προαναγγέλλονται μέσα από τη μεταβολή των σχέσεων εμπιστοσύνης και μέσα από την αίσθηση ότι οι παραδοσιακοί μηχανισμοί εκπροσώπησης δυσκολεύονται πλέον να απορροφήσουν νέες κοινωνικές εμπειρίες και αιτήματα.
Η ελληνική εμπειρία παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον από αυτή την άποψη. Ο μεταπολιτευτικός λαϊκισμός οργανώθηκε γύρω από τη διαίρεση «λαός-κατεστημένο» και τη συμβολική υπεροχή του «λαϊκού». Η μνημονιακή περίοδος παρήγαγε τον αντιμνημονιακό λαϊκισμό, όπου η οικονομική σύγκρουση και η αντίθεση κοινωνίας-ελίτ αποτέλεσαν τους βασικούς άξονες πολιτικής κινητοποίησης. Ωστόσο, η τελευταία δεκαπενταετία παρήγαγε διαδοχικά κύματα δυσπιστίας: την οικονομική αμφισβήτηση των μνημονίων, την ταυτοτική κινητοποίηση του Μακεδονικού, τις αντισυστημικές εκφράσεις της πανδημικής περιόδου και πλέον την πολιτικοποίηση της λογοδοσίας και του τραύματος μετά τα Τέμπη.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο αποκτά σημασία και η εμφάνιση της Ελπίδας για τη Δημοκρατία. Η εύκολη ανάγνωση θα ήταν να θεωρηθεί το εγχείρημα αποκλειστικά πολιτική συνέχεια της τραγωδίας των Τεμπών ή άμεσο αντικαθρέφτισμα της κοινωνικής οργής που αυτή προκάλεσε. Η ερμηνεία αυτή αποδίδει μια σημαντική διάσταση του φαινομένου· δύσκολα όμως αρκεί για να εξηγήσει γιατί ένα τέτοιο εγχείρημα εμφανίζεται σήμερα ως πολιτικά νοητό και κοινωνικά αναγνωρίσιμο.
Η ελληνική κοινωνία ολοκλήρωσε τυπικά τον κύκλο της οικονομικής κρίσης χωρίς να αποκαταστήσει με την ίδια ευκολία τη σχέση εμπιστοσύνης που εκείνη αποδιάρθρωσε. Η οικονομική κανονικότητα επανήλθε, όχι όμως και η πολιτική βεβαιότητα. Σταδιακά, το επίκεντρο της κοινωνικής αμφισβήτησης μετακινήθηκε από την οικονομία προς τη λογοδοσία, τη διαφάνεια, την αποτελεσματικότητα των θεσμών και την αίσθηση ισότητας απέναντι στο κράτος.
Η πολιτική νομιμοποίηση της περίπτωσης Καρυστιανού αντλείται πρωτίστως από το ηθικό κύρος του πένθους και από τη δυνατότητα μετασχηματισμού μιας ιδιωτικής απώλειας σε συλλογικό πολιτικό αίτημα. Η ελληνική περίπτωση, ωστόσο, φαίνεται να προσθέτει ένα επιπλέον επίπεδο: η πολιτική του τραύματος αρχίζει να διασταυρώνεται με ευρύτερα anti-establishment οικοσυστήματα δυσπιστίας και να αποκτά χαρακτηριστικά κόμματος-κινήματος.
Η πολιτικοποίηση του πένθους δεν αποτελεί, άλλωστε, ιστορική εξαίρεση. Από τις Μητέρες της Πλατείας του Μαΐου στην Αργεντινή έως μετασυγκρουσιακές κοινωνίες όπου η μνήμη μετατράπηκε σε διεκδίκηση λογοδοσίας, η ιδιωτική απώλεια απέκτησε επανειλημμένα δημόσια και πολιτική διάσταση. Η ελληνική περίπτωση παρουσιάζει ενδιαφέρον επειδή η μετάβαση φαίνεται να εκτείνεται πλέον και προς το πεδίο της πολιτικής εκπροσώπησης. Το στοιχείο αυτό αποτυπώθηκε ήδη στην ιδρυτική παρουσίαση του εγχειρήματος. Η επιλογή της Θεσσαλονίκης δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ουδέτερη. Η Βόρεια Ελλάδα υπήρξε διαχρονικά πεδίο παραγωγής πατριωτικών, θρησκευτικών και αντισυστημικών αφηγήσεων: από τις κινητοποιήσεις του Μακεδονικού μέχρι σύγχρονες μορφές εθνικοσυντηρητικού λαϊκισμού.
Η παρουσία του Παναγιώτη Ψωμιάδη αποκτά ιδιαίτερη σημασία μέσα σε αυτό το πλαίσιο. Δεν παραπέμπει απλώς σε ένα πολιτικό πρόσωπο αλλά σε μια συγκεκριμένη εκδοχή ελληνικού λαϊκισμού: προσωποποιημένη, περιφερειακή και συχνά αντιπαραθετική προς το «κέντρο». Παράλληλα, η παρουσία του Θανάση Αυγερινού προσθέτει ακόμη μία διάσταση: τη διασταύρωση με οικοσυστήματα δυσπιστίας απέναντι στις κυρίαρχες αφηγήσεις, στα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης και στη θεσμική διαμεσολάβηση.
Αντίστοιχη σημασία αποκτούν και οι πολιτισμικές αναφορές του εγχειρήματος: η επίκληση της διασποράς, οι ελληνορθόδοξες αναφορές και η σύνδεση με αγροτικά και περιφερειακά δίκτυα δείχνουν προσπάθεια υπέρβασης μιας προσωποπαγούς πρωτοβουλίας προς ένα ευρύτερο κόμμα-κίνημα.
Η μετατόπιση αυτή παρουσιάζει ιδιαίτερη σημασία για τη δημοκρατία. Η πολιτική νομιμοποίηση φαίνεται να μετακινείται σταδιακά από την οικονομία και τις κοινωνικές διαιρέσεις προς το τραύμα, τη δυσπιστία και την ηθική αυθεντικότητα. Το ερώτημα που αναδύεται αφορά το τι συμβαίνει όταν η πολιτική εκπροσώπηση αντλεί ολοένα περισσότερο νομιμοποίηση από την εμπειρία του τραύματος και λιγότερο από προγράμματα, συλλογικές αναφορές και θεσμικές διαμεσολαβήσεις. Η μετάβαση αυτή μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός λογοδοσίας και δημοκρατικής αφύπνισης· μπορεί όμως και να μεταβάλει βαθύτερα τους ίδιους τους όρους της δημοκρατικής αντιπαράθεσης.
*Πολιτική επιστήμονας, επιστημονική συνεργάτιδα, Πάντειο Πανεπιστήμιο
