Οταν ο Τζόναθαν είδε τους νεκρούς και την καταστροφή που άφησε πίσω της επίθεση της Χαμάς τον Οκτώβριο του 2023, «για πρώτη φορά ένιωσα ότι η στρατιωτική θητεία μου είχε νόημα. Ενιωσα ότι δεν είχαμε άλλη επιλογή από το να πολεμήσουμε στη Γάζα, ότι αυτός ήταν ο πιο δικαιολογημένος πόλεμος στην Ιστορία». Αλλά με την πάροδο του χρόνου, τις διαταγές που έπαιρναν, τα όσα έκαναν, το αίσθημα πατριωτικής έξαρσης μεταμορφώθηκε σε ντροπή για τα εγκλήματα που διέπραξαν, όπως λέει σε μια καθηλωτική συζήτησή του με τη Γουέντελ Στίβενσον στο 1843 Magazine του The Economist.
Μιλώντας στα γραφεία της οργάνωσης «Breaking the Silence», που ιδρύθηκε από Ισραηλινούς πρώην στρατιωτικούς και καταγράφει μαρτυρίες για τη δράση τους σε επιχειρήσεις κατά της κατεχόμενης Δυτικής Οχθης και της Γάζας, διέψευσε το αφήγημα της ισραηλινής κυβέρνησης ότι φρικαλεότητες και εγκλήματα πολέμου γίνονται μόνο σαν εξαίρεση από προβληματικά άτομα. «Διαπράττουμε εγκλήματα συστηματικά» λέει ο Ναντάβ Βάιμαν, διευθυντής της οργάνωσης.
Ολοι ήταν «νόμιμοι στόχοι»
Οταν η μονάδα του μπήκε στη Γάζα πίστευε πως θα δρούσαν με βάσει τους κανόνες εμπλοκής, αλλά, όπως λέει, «εκεί δεν υπήρχαν». Για τον ισραηλινό στρατό όλοι οι άντρες σε ηλικία να πολεμήσουν θεωρούνταν στόχοι. «Αυτή η ηλικία επιδέχεται διάφορες ερμηνείες, μπορεί να είναι από 16 ή και νεότεροι. Οι περισσότεροι άντρες που σκότωσε η μονάδα μου ήταν άοπλοι. […] Δεν ξέρω ποια είναι η λύση, αλλά ξέρω ότι το να σκοτώσουμε κάθε άντρα σε στρατεύσιμη ηλικία, και μερικές φορές όχι μόνο άντρες, δεν είναι λύση. Είναι παράνομο, είναι ανήθικο, είναι λάθος».
«Κάποιος στη βάρδια βλέπει κάποιον, τον πυροβολεί, τον σκοτώνει και τώρα υπάρχει ένας νεκρός – δεν ξέραμε ποια ήταν η ιστορία του ή τι έκανε»
Ηταν η ευκολία της σκανδάλης: «Συχνά δεν μπορούσαν να καταλάβουν με ποιον πολεμούσαν. Κάποιος στη βάρδια βλέπει κάποιον, τον πυροβολεί, τον σκοτώνει και τώρα υπάρχει ένας νεκρός – δεν ξέραμε ποια ήταν η ιστορία του ή τι έκανε». Αλλες μαρτυρίες έλεγαν για τη «γραμμή των σκύλων»: ένα αόρατο όριο γύρω από μια θέση. Κάθε Παλαιστίνιος που τη διέσχιζε πυροβολούνταν. Σκύλοι μαζεύονταν κατά μήκος της για να φάνε τα πτώματα.
Κι όσο ο πόλεμος συνεχιζόταν, τόσο ενισχυόταν το αξίωμα ότι «δεν υπήρχαν αθώοι στη Γάζα». «Κάθε άτομο στην περιοχή αποκαλούνταν τρομοκράτης. Στις ραδιοεπικοινωνίες τους “βρόμικος” ήταν η ορολογία που χρησιμοποιούνταν για τους Παλαιστίνιους. Οι στρατιώτες μιλούσαν για το πώς πήγαιναν στη Γάζα για κυνήγι». Μερικές φορές η μονάδα του περνούσε από σχολείο ή κλινική γεμάτη εκτοπισμένες παλαιστινιακές οικογένειες: οι στρατιώτες συγκρατούσαν τα πυρά τους, αλλά, όπως έλεγε ο Τζόναθαν, «ήταν απογοητευμένοι που δεν τους επιτρεπόταν [να πυροβολήσουν] αυτούς τους ανθρώπους».

Ανθρώπινες ασπίδες, «κουνούπια» και «σφήκες»
Οταν μονάδες πεζικού διατάζονταν να εκκενώσουν μια περιοχή, επειδή ξέμεναν από σκύλους ανιχνευτές οι διοικητές άρχισαν να χρησιμοποιούν αιχμαλωτισμένους Παλαιστίνιους, σπρώχνοντάς τους σε κτίρια πριν από τους στρατιώτες για να προλάβουν μια ενέδρα ή μια παγίδα με εκρηκτικά. Στον πόλεμο στη Γάζα αυτή η πρακτική έγινε τόσο διαδεδομένη που απέκτησε και όνομα: το «πρωτόκολλο των κουνουπιών», των αναλώσιμων δηλαδή Παλαιστίνιων που γίνονταν ανθρώπινες ασπίδες. Οταν έφεραν έναν στη μονάδα του Τζόναθαν, οι στρατιώτες δεν αμφισβήτησαν το ήθος αυτής της πρακτικής. «Είχαμε διαφωνίες στη διμοιρία μου, αλλά δεν ήταν μια ηθική συζήτηση για τη χρήση ανθρώπινων ασπίδων. Ηταν για το πώς να του φερθούμε: πόσο έπρεπε να του δώσουμε να φάει, αν έπρεπε να τον δείρουμε ή όχι».
«Κάθε άτομο στην περιοχή αποκαλούνταν τρομοκράτης. Αποκαλούσαν τους Παλαιστίνιους “βρόμικους”»
Οπως αποκάλυψε η Breaking the Silence, ο ισραηλινός στρατός έχει χρησιμοποιήσει σαν ανθρώπινες ασπίδες στη Γάζα και «σφήκες» (Παλαιστίνιους που έφεραν από τη Δυτική Οχθη και τους δόθηκαν στολές των IDF) και «κάστορες» (αραβόφωνους Σουδανούς αιτούντες άσυλο στους οποίους προσφέρθηκαν άδειες παραμονής με αντάλλαγμα να γίνουν «ανιχνευτές» σε σήραγγες).
Ισοπεδώνοντας τα πάντα
«Εκκενώναμε κτίρια, παρακολουθήσαμε θέσεις, κάναμε επιχειρήσεις κατεδαφίσεων». Οι IDF δημιουργούσαν ζώνες ασφαλείας περίπου ενός χιλιομέτρου κατά μήκος του περιμετρικού φράχτη (το Σιδηρούν Τείχος) και του διαδρόμου Νετζαρίμ που διχοτομεί τη Λωρίδα της Γάζας. Σε αυτές τις περιοχές κάθε κατασκευή -σπίτια, πολυκατοικίες, σχολεία, αγροκτήματα, εργοστάσια- ισοπεδώθηκε. Εδιωχναν τους ανθρώπους από τα σπίτια τους, πυροδοτούσαν τα εκρηκτικά, μπουλντόζες γκρέμιζαν ό,τι είχε απομείνει. Ολα με «επιχειρησιακές»: «Οτι έπρεπε να καθαριστεί γη εκατέρωθεν των οδών που εξυπηρετούσαν τον εφοδιασμό τους για ασφάλεια, υπήρχαν κρύπτες πυραύλων ή φρεάτια σηράγγων σε ένα υπόγειο, τα ψηλά κτίρια μπορούσαν να είναι κρησφύγετο ελεύθερων σκοπευτών της Χαμάς. Αλλά μετά την καταστροφή του ψηλότερου κτιρίου στη γειτονιά, ένα άλλο κτίριο έγινε το ψηλότερο, οπότε καταστράφηκε και αυτό. Και ούτω καθεξής». Σήμερα πια, όπως λέει, «δεν μπορώ να αποδώσω την καταστροφή σε στρατιωτικό λόγο. Δεν είχε να κάνει με την ασφάλεια ή την ήττα της Χαμάς. Ηταν κάτι άλλο – ολόκληρες γειτονιές εξαφανίστηκαν εντελώς».
Είναι αυτά και άλλα πολλά που αφηγήθηκε στο The Economist -και που συνιστούν εγκλήματα πολέμου κατά το διεθνές δίκαιο- που στρατιώτες σαν τον Τζόναθαν, δεν θέλουν να ξεχαστούν. Γι’ αυτό τολμούν να «σπάσουν τη σιωπή» και να μιλήσουν για την ενοχή και την ντροπή τους. «Σήμερα δεν είμαι περήφανος που είμαι Ισραηλινός, που ήμουν στρατιώτης. Είναι κάτι για το οποίο ντρέπομαι. […] Πιστεύω ότι δεν θα μπορέσω ποτέ πια να υψώσω τη σημαία της χώρας μου στο σπίτι μου».
