ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Λένα Κυριακίδη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πώς οι ζωές των ανηλίκων μέσα στα ιδρύματα και η μετάβασή τους στην ενήλικη ζωή αφήνεται ουσιαστικά στην τύχη εξηγεί μιλώντας στην «Εφ.Συν.» ο επίκουρος καθηγητής του Πάντειου Πανεπιστημίου, Νίκος Κουραχάνης, που έχει αναλύσει το ιδρυματοκεντρικό πλαίσιο των σχετικών πολιτικών του κράτους.

Με το εξαιρετικό βιβλίο του υπό τον τίτλο «Στέγαση και παιδική προστασία – Η ψευδεπίγραφη αποϊδρυματοποίηση» (εκδόσεις Τόπος, 2025) ο συγγραφέας και ερευνητής άνοιξε μια χαραμάδα στο ανεξερεύνητο πεδίο της παιδικής προστασίας.

Η σημαντική συνεισφορά του αναδεικνύει τους τρόπους διαιώνισης της ιδρυ­μα­τι­κής λογι­κής και την ελλειμματική ανάπτυξη των εναλλακτικών προσεγγίσεων, καθώς απουσιάζει μέχρι σήμερα μια στρατηγική υποστήριξης των οικογενειών για την πρόληψη του φαινομένου να καταλήγουν μέλη τους σε κλειστές δομές.

● Mιλήστε μας σχετικά με τα ευρήματά σας για την απουσία ελέγχου των ιδρυματικών δομών και για το ότι αποτελούνται στην πλειονότητά τους από μη κρατικούς φορείς.

Στο βιβλίο αναδεικνύεται ένα διαχρονικό και βαθιά προβληματικό χαρακτηριστικό του ελληνικού συστήματος παιδικής προστασίας: η απουσία συνεκτικού δημόσιου ελέγχου και ο κατακερματισμός της ευθύνης απέναντι στα παιδιά που στερούνται οικογενειακής φροντίδας. Παρά τις διακηρύξεις περί αποϊδρυματοποίησης το σύστημα εξακολουθεί να βασίζεται κυρίως σε ιδρυματικές δομές, οι οποίες στην πλειονότητά τους λειτουργούν από ΜΚΟ, εκκλησιαστικούς φορείς και φιλανθρωπικές οργανώσεις με περιορισμένη κρατική εποπτεία.

Μέσα από τις συνεντεύξεις με στελέχη παιδικής προστασίας και την ανάλυση του θεσμικού πλαισίου προκύπτει ότι δεν υπάρχει ένας επαρκώς οργανωμένος μηχανισμός συστηματικής αξιολόγησης, ποιοτικού ελέγχου και λογοδοσίας των δομών. Οι έλεγχοι είναι αποσπασματικοί, υποστελεχωμένοι και εξαρτώμενοι από τη διοικητική βούληση ή τη δημοσιότητα που λαμβάνει μια υπόθεση. Αυτό δημιουργεί συνθήκες αδιαφάνειας και ανισοτήτων στην ποιότητα φροντίδας που λαμβάνουν τα παιδιά. Παράλληλα η μετατόπιση της παιδικής προστασίας προς τον χώρο των ΜΚΟ συνδέεται με τη διαχρονική αδυναμία του κράτους να αναπτύξει ένα ισχυρό δημόσιο σύστημα κοινωνικής φροντίδας. Ετσι η παιδική προστασία ασκείται συχνά με όρους φιλανθρωπίας και όχι ως καθολικό κοινωνικό δικαίωμα βασισμένο στη διασφάλιση του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού.

● Ποια ελλείματα εντοπίζετε στο σύστημα αναδοχής και τεκνοθεσίας αλλά και στο υφιστάμενο μοντέλο των δομών ημιαυτόνομης διαβίωσης;

Πέρα από τους χαμηλούς αριθμούς παιδιών και οικογενειών που εντάσσονται στην αναδοχή, την τεκνοθεσία και τις δομές ημιαυτόνομης διαβίωσης, η έρευνα ανέδειξε βαθύτερα θεσμικά και ποιοτικά ελλείμματα. Στο πεδίο της αναδοχής και της τεκνοθεσίας βασικό πρόβλημα αποτελεί η υποστελέχωση των κοινωνικών υπηρεσιών και η περιορισμένη δυνατότητα συστηματικής παρακολούθησης και υποστήριξης των ανάδοχων και θετών οικογενειών. Παρά τις βελτιώσεις που επιχειρήθηκαν μετά τον Ν. 4538/2018, εξακολουθούν να υπάρχουν μεγάλες καθυστερήσεις στις διαδικασίες, ελλιπής διεπιστημονική υποστήριξη και σημαντικές γεωγραφικές ανισότητες στην πρόσβαση στις υπηρεσίες. Σε αρκετές περιπτώσεις απουσιάζουν μηχανισμοί πρόληψης, στήριξης της βιολογικής οικογένειας και μακροχρόνιας παρακολούθησης της πορείας των παιδιών.

Αντίστοιχα οι δομές ημιαυτόνομης διαβίωσης παραμένουν περιορισμένες και πιλοτικού χαρακτήρα, χωρίς σταθερή χρηματοδότηση και ολοκληρωμένο εθνικό σχεδιασμό. Οι νέοι που εξέρχονται από την ιδρυματική φροντίδα συχνά καλούνται να αντιμετωπίσουν τη μετάβαση στην ενηλικίωση χωρίς επαρκή στεγαστική σταθερότητα, επαγγελματική υποστήριξη και δίκτυα κοινωνικής προστασίας. Ως αποτέλεσμα η μετάβαση στην αυτόνομη ζωή παραμένει εξαιρετικά επισφαλής και συχνά αναπαράγει κύκλους κοινωνικής ευαλωτότητας αντί να τους σπάει.

● Πώς κρίνετε το αφήγημα περί προόδου και διαφάνειας από τις αρμόδιες Αρχές, που επικαλούνται τη συστηματική καταγραφή των στοιχείων παιδικής προστασίας μέσω του Πληροφοριακού Συστήματος Αναδοχής και Υιοθεσίας και της θέσπισης της υποχρεωτικής παρακολούθησης των παιδιών στις δομές;

Η δημιουργία του Πληροφοριακού Συστήματος Αναδοχής και Υιοθεσίας και η θεσμοθέτηση της υποχρεωτικής παρακολούθησης των παιδιών που διαβιούν σε δομές αποτελούν αναμφίβολα θετικές θεσμικές εξελίξεις σε σχέση με το παρελθόν, καθώς εισάγουν για πρώτη φορά έναν πιο οργανωμένο μηχανισμό καταγραφής και διοικητικής εποπτείας στο πεδίο της παιδικής προστασίας, ο οποίος εγκληματικά απουσίαζε. Ωστόσο το βασικό ερώτημα είναι αν η καταγραφή ισοδυναμεί και με ουσιαστική προστασία.

Συχνά η παρακολούθηση περιορίζεται σε μια διοικητική και γραφειοκρατική διαδικασία καταχώρισης στοιχείων χωρίς αντίστοιχη δυνατότητα ουσιαστικής παρέμβασης και υποστήριξης των παιδιών. Παράλληλα η έμφαση στη διαχειριστική διάσταση της διαφάνειας δεν πρέπει να συγκαλύπτει τις δομικές αδυναμίες του συστήματος: την υποχρηματοδότηση, την εξάρτηση από ΜΚΟ, την υποστελέχωση των κοινωνικών υπηρεσιών και τη συνεχιζόμενη κυριαρχία της ιδρυματικής φροντίδας.

Συνεπώς η διαφάνεια δεν μπορεί να αξιολογείται μόνο με όρους ψηφιακής καταγραφής, αλλά κυρίως με βάση το κατά πόσο διασφαλίζεται στην πράξη το δικαίωμα κάθε παιδιού σε εξατομικευμένη φροντίδα, κοινωνική ένταξη και ασφαλή οικογενειακή ή κοινοτική διαβίωση.