ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Θεόδωρος Γεωργίου*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τα δύο συστημικά πολιτικά κόμματα, δηλαδή η Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ, εκπόνησαν τα προγράμματά τους για την επικείμενη συνταγματική αναθεώρηση. Τα ανακοίνωσαν για να ενημερωθούν σχετικώς οι πολίτες και ήδη στη δημόσια σφαίρα διεξάγονται συζητήσεις. Μια πρώτη παρατήρηση είναι η εξής: σε προεκλογική περίοδο δεν κάνουμε «διορθώσεις» στο Σύνταγμα. Αυτό σημαίνει πως και τα δύο κόμματα όχι μόνο δεν έχουν αντιληφθεί τον ρόλο τους στη δημοκρατία, αλλά κάνουν κάτι χειρότερο, θεωρούν τους εκλογείς, το εκλογικό σώμα ως ένα προ-πολιτικό επαγγελματικό σωματείο το οποίο ασπάζεται τις πρωτοβουλίες τους χωρίς καμιά κριτική επεξεργασία. Επομένως έχουμε στον «κομματικό ισολογισμό» ένα κρατούμενο. Αυτά τα δύο κόμματα μπορούν να επανασχεδιάζουν τα προεκλογικά τους προγράμματα και δεν χρειάζονται αναφορές στη συνταγματική αναθεώρηση.

Η ελληνική πολιτική κοινωνία εξέρχεται από μια ιστορική φάση εξέλιξης, η οποία σημαδεύτηκε από απανωτές κρίσεις (δημοσιονομική, κρίση πανδημίας, ενεργειακή και άλλες). Και ενώ συμβαίνει αυτό διαπιστώνουμε ότι στον δημόσιο διάλογο δεν γίνεται καμιά αναφορά στις ιστορικές προοπτικές της Ελλάδα κατά τις επόμενες δεκαετίες (ας πούμε μέχρι το έτος 2050). Επισημαίνονται προβλήματα, όπως π.χ. είναι το δημοκρατικό ή το μεταναστευτικό, αλλά ένα συνολικό εθνικό σχέδιο ιστορικής προοπτικής απουσιάζει. Κατά την άποψή μου ένα τέτοιο εθνικό σχέδιο θα έπρεπε να προηγείται κάθε πρωτοβουλίας για την αναθεώρηση του Συντάγματος.

Η σύγχρονη Ελλάδα θεμελιώνεται σ’ ένα «στρεβλό υλικό» ιστορικής αυτογνωσίας και σύγχρονης πολιτικής εμπειρίας. Τα επιμέρους πολιτικά υποκείμενα (τα κόμματα, οι θεσμοί, οι κοινωνικές ομάδες κ.ά.) δεν έχουν συνειδητοποιήσει ότι χωρίς ένα ιδεολογικό-πολιτικό αφήγημα τα ιστορικά βήματα στο μέλλον για την Ελλάδα θα είναι δύσκολα. Ο ιστορικός βηματισμός της χώρας μας χωλαίνει!

Εάν κοιτάξουμε γύρω μας βλέπουμε πως δύο τομείς (κοινωνικές σφαίρες) έχουν αποκτήσει τα πρωτεία στην ιστορική και πολιτική εθνική εξέλιξη της χώρας μας. Η ανάπτυξη και η άμυνα. Ανάπτυξη για την οποία οι ποσοτικές μετρήσεις περισσεύουν. Δεν επεξεργαζόμαστε έστω και στοιχειωδώς ποιες είναι οι επιπτώσεις της ανάπτυξης στην αυτοεικόνα της Ελλάδας και στη θέση που θα κατέχει η χώρα μας στη νέα πλανητική εποχή. Οσον αφορά το ζήτημα της άμυνας το «βάρος πέφτει» στον επαναπροσδιορισμό των σχέσεων Αθήνας-Αγκυρας. Το σύνολο σχεδόν των αμυντικών σχεδιασμών έχει αφετηρία του την Τουρκία ως «εχθρό». Ενώ έχει περάσει μισός αιώνας από την εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο (1974) και ενώ καταβάλλονται προσπάθειες και από τις δύο πλευρές (την Αθήνα και την Αγκυρα) όλο αυτό το διάστημα βρισκόμαστε στο «σημείο μηδέν» της συνεννόησης και της συνεργασίας. Και όμως τα δύο εθνικά κράτη (Ελλάδα και Τουρκία) θα μπορούσαν κατά τον εικοστό πρώτο αιώνα να είχαν επεξεργαστεί σχέδια και προγράμματα οικονομικής συνεργασίας και μετα-εθνικής συνεννόησης. Δυστυχώς οι σχέσεις Αθήνας-Αγκυρας ανάγονται σ’ έναν εθνικιστικό αστερισμό του δεκάτου ενάτου αιώνα. Αντί αυτές οι δύο εθνικές οντότητες να «τα βρουν» (όπως λέμε στη λαϊκή γλώσσα), αναγορεύει η μία την άλλη «εχθρό» της και ό,τι σημαίνει αυτή η νοηματοδότηση.

Οσα γράφω δεν απηχούν απαρχαιωμένες αντιλήψεις ειρηνιστικού κινήματος. Σε όσα γράφω αποτυπώνεται μια «κραυγή αγωνίας» για την ιστορική πορεία του τόπου μας. Οι δύο κοινωνικές σφαίρες (ανάπτυξη και άμυνα) από μόνες τους δεν μπορούν να είναι τα θεμέλια της ιστορικής εξέλιξης. Και οι δύο αυτοί τομείς χρειάζεται να ενταχθούν σ’ ένα εθνικό και ιδεολογικό-πολιτικό αφήγημα το οποίο θα απαντά στο ερώτημα: Ποια Ελλάδα θέλουμε τον εικοστό πρώτο αιώνα; Οσο εθελοτυφλούμε και δεν εκπονούμε ένα σχέδιο εθνικής προοπτικής τόσο η «μοίρα» της σύγχρονης Ελλάδας δεν θα διαφέρει από τη μάταιη προσπάθεια να κουβαλάμε νερό στον «πίθο των Δαναΐδων».

*Kαθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας