ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Χρύσα Φάντη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Από το ποιητικό Το βουνό κι ο ποιητής δεν πήραν είδηση (2009) έως το τύποις πεζογραφικό Στα δάση (2022) και από εκεί στο Κασκαντέρ (2025), ο Ιορδάνης Παπαδόπουλος φαίνεται να οικοδομεί ένα ενιαίο, υπόγειο έργο, εντός του οποίου η αφήγηση, όποια μορφή κι αν υιοθετεί, δεν απομακρύνεται από το κύριο θέμα της: τη φυσική και μετα-φυσική διερεύνηση του εαυτού και του κόσμου. Αν Στα δάση επικρατεί η αγωνία της σιωπηλής συνύπαρξης με τη φύση, στο Κασκαντέρ το τοπίο σχεδόν αποσύρεται για να μείνει το σώμα μόνο του απέναντι στο κενό.

Ο ανώνυμος ήρωας, ακόμη και την ώρα που πέφτει, δεν σταματά να σκέφτεται και να παρατηρεί τις κινήσεις, το σώμα και, κυρίως, τα χέρια του. Παραδέχεται ότι όλα είναι εκ φύσεως λειψά και αντιφατικά, όλα κατευθύνονται προς έναν γκρεμό. Ομως για εκείνον η πτώση είναι επιλογή και άσκηση πνευματικής πειθαρχίας. Ξέρει ότι κανείς δεν θα τον θυμάται μετά το τέλος, κι όμως επιμένει από μια ιδιότυπη πίστη στην ίδια την πράξη του. Δεν εστιάζει στο αποτέλεσμα, η κατάληξη του είναι αδιάφορη. Δεν είναι ακόμη σίγουρος αν θα πέσει πρώτη η σκέψη ή το σώμα∙ αψηφώντας τον κίνδυνο, θα πραγματοποιήσει το εγχείρημά του με ένα σάλτο που οι περισσότεροι θα το χαρακτήριζαν απερίσκεπτο, ακατανόητο, ακραίο. Η γνώση του αναπόφευκτου μετατρέπει την εμπειρία του σε κίνητρο ύπαρξης και ελευθερίας.

Η αμφίδρομη σχέση του ανάμεσα στο σώμα και την παρατήρηση, την πτώση και το κενό αποτελεί τον βασικό άξονα γύρω από τον οποίο περιστρέφεται ολόκληρο το βιβλίο. Παρατηρώντας το σώμα του, αλλά και ξένα σώματα και φωνές, ακολουθώντας αυστηρούς ή αυθαίρετους υπολογισμούς και ποικίλες θεωρητικές ή πρακτικές μεθόδους, γίνεται πρόθυμος αρωγός και καλός αγωγός μιας συλλογικής μνήμης που ξεπερνά το ατομικό βίωμα, γίνεται μύθος. Τα χέρια του, όπως και τα χέρια των άλλων, επώνυμων και ανώνυμων, ανθρώπων δικών του και ξένων, είναι οι φανεροί και κρυφοί του σύμμαχοι. Χαϊδεύουν, μετρούν, προσεύχονται, τρέμουν, αποτυγχάνουν να πιάσουν, σώζουν ή σπρώχνουν στον πάτο.

Ο Παπαδόπουλος, όπως και ο ήρωάς του, δεν φοβάται να ρισκάρει ούτε στη φόρμα ούτε στη θεματική του. Προχωράει σπονδυλωτά, συνδέοντας τα αφηγηματικά θραύσματα μέσα σε μια κατάσταση διαρκούς αιώρησης σε αργή κίνηση. Η συνάρθρωση σωματικότητας και μεταφυσικής, η ακρίβεια στην περιγραφή, η υποδόρια μελαγχολία και η στοχαστική αφαίρεση τοποθετούν τη γραφή του σε έναν χώρο όπου συνομιλούν η ποιητική πρόζα και η φιλοσοφική αναζήτηση. Προσωπικές και λογοτεχνικές αναγωγές συνυφαίνονται με μυθοπλασίες, ποιήματα, φιλμ, εικαστικά έργα, ενώ η γλώσσα, καλοδουλεμένη, στακάτη και αιχμηρή, σβήνει από τον χάρτη τη βαρεμάρα της κοινοτοπίας και τις εύκολες συγκινήσεις.

Οι εικόνες έχουν υφή, άλλοτε απαλές σαν χάδι, άλλοτε ψυχρές σαν μέταλλο, αγγίζουν στην κυριολεξία τον αναγνώστη. Οι αναφορές σε δημιουργούς -από τον Μπέκετ έως τον Ζέμπαλντ- αποτελούν αναπόσπαστα μέρη μιας αφήγησης που καταφέρνει να πηγαινοέρχεται ανάμεσα σε τόπους και χρόνους χωρίς να χάνει τη συνοχή της. Ενα νήμα αιωρείται στον αέρα, κι ένα πλήθος χεριών το αγγίζουν για να συνεχιστεί η ιστορία. Η πτώση, το πέταγμα, η σκέψη και ο στοχασμός είναι όψεις της ίδιας κίνησης. Σε σύγκριση με το Στα δάση, όπου η φύση λειτουργούσε ως τόπος αναστοχασμού και συμφιλίωσης και η περιπλάνηση αποκτούσε οικολογική και υπαρξιακή βαρύτητα, το Κασκαντέρ είναι πιο γυμνό, πιο εκτεθειμένο, κινούμενο προς ένα υπαρξιακό χείλος όπου το σώμα δοκιμάζει τα όριά του και η γλώσσα μετρά με θάρρος αλλά και φειδώ το βάρος της.