ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ναταλί Χατζηαντωνίου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Σε πολιτική δίνη βρίσκεται το φετινό Φεστιβάλ των Κανών και η αιτία δεν εντοπίζεται μόνον εκτός των γαλλικών συνόρων. Διότι εάν το ένα ζήτημα που απασχολεί τον κόσμο της κινηματογραφικής τέχνης αφορά την παλαιστινιακή γενοκτονία, τους πολέμους σε Μέση Ανατολή και Ουκρανία και την αμερικανική πολιτική έναντι μιας απισχνασμένης Ευρώπης (όπως εξαιρετικά το έθεσε και ο Αλμοδόβαρ), το άλλο αντανακλά μια ανοιχτή πολιτισμική σύγκρουση που συσπειρώνει εκπροσώπους της κινηματογραφικής τέχνης εναντίον ενός ονόματος που προηγουμένως στοίχειωσε τόσο τον χώρο των ΜΜΕ όσο και των εκδόσεων: Βενσάν Μπολορέ.

Το ιδεολογικό «ανάχωμα» των ΚανώνΜε περιουσία που αγγίζει τα 10 δισ. δολάρια ο Γάλλος μεγιστάνας, ο οποίος μόλις τον προηγούμενο μήνα δημιούργησε μαζί με άλλους επιχειρηματίες ένα think tank με στόχο την προώθηση μιας ακραία συντηρητικής ατζέντας εν όψει των γαλλικών προεδρικών εκλογών του 2027, δεν είναι ένας απλός μεγαλομέτοχος των media. Μέσω της Vivendi έχει δημιουργήσει ένα τεράστιο δίκτυο επιρροής τόσο στα ΜΜΕ -όπου δικής του ιδιοκτησίας είναι το Canal+, το CNews, το Europe 1 και η κυριακάτικη εφημερίδα Le Journal du Dimanche- όσο και στον χώρο των εκδόσεων μέσω της Hachette. Ως προς τη σχέση του με την κινηματογραφική παραγωγή, το Canal+ αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους χρηματοδότες ευρωπαϊκών ταινιών, ενώ η θυγατρική του, StudioCanal, είναι από τις ισχυρότερες εταιρείες παραγωγής και διανομής της Ευρώπης. Για τους επικριτές του, ο Μπολορέ δεν επεκτείνεται απλώς επιχειρηματικά αλλά εφαρμόζει πιστά ένα μακρόπνοο ιδεολογικό σχέδιο που μέσω του ελέγχου της είδησης και της τέχνης επιχειρεί ήδη να επιβάλει μια σκληρά συντηρητική και συχνά ακροδεξιά ατζέντα.

Πού εμπλέκεται όμως το φετινό Φεστιβάλ των Κανών; Την ημέρα έναρξης του 79ου Φεστιβάλ, περισσότεροι από 600 άνθρωποι του κινηματογράφου -ανάμεσά τους οι Juliette Binoche, Adèle Haenel και Raymond Depardon- δημοσίευσαν στη «Libération» μια ανοιχτή επιστολή με τίτλο «Zapper Bolloré». Οσοι συνυπέγραφαν -τις επόμενες ημέρες ο αριθμός τους αυξήθηκε κατακόρυφα φτάνοντας τους 2.000- εξέπεμπαν σήμα κινδύνου προειδοποιώντας ότι ο δισεκατομμυριούχος επιχειρεί να αποκτήσει έλεγχο όχι μόνο στην οικονομία του πολιτισμού αλλά και στο ίδιο το συλλογικό φαντασιακό. «Εξαρτιόμαστε σήμερα, σε διαφορετικούς βαθμούς, για τα έργα μας αλλά και για τους μισθούς μας από τα χρήματα του Βενσάν Μπολορέ», επισήμαινε η επιστολή.

«Θέλουμε όμως να βγούμε όλοι μαζί από τη σιωπή που έχει επιβληθεί ύπουλα στον κλάδο μας. Ας χτίσουμε μαζί ένα κίνημα ικανό να υπερασπιστεί την ανεξαρτησία μας και τη δυνατότητα να δημιουργούμε, να διανέμουμε και να προγραμματίζουμε ελεύθερα». Και παρακάτω: «Πίσω από το κοστούμι του επιχειρηματία, ο δισεκατομμυριούχος δεν κρύβει ότι ηγείται ενός αντιδραστικού, ακροδεξιού “πολιτισμικού σχεδίου”(…). Ενώ η επιρροή αυτής της ιδεολογικής επίθεσης στο περιεχόμενο των ταινιών ήταν διακριτική μέχρι στιγμής, δεν έχουμε αυταπάτες: αυτό δεν θα κρατήσει. Ελέγχοντας ολόκληρη την οικονομική αλυσίδα, ο Μπολορέ έχει πλήρη ελευθερία να δράσει όταν έρθει η ώρα. Δεν θα μπορούμε να πούμε ότι δεν το είδαμε να έρχεται. Αφήνοντας το γαλλικό σινεμά στα χέρια ενός ακροδεξιού ιδιοκτήτη, ρισκάρουμε όχι μόνο την ομογενοποίηση των ταινιών, αλλά μια φασιστική κατάληψη της συλλογικής μας φαντασίας». Η «Libération» φανέρωσε πόσο αξιολογεί τη σοβαρότητα της καταγγελίας, χαρίζοντας στο θέμα την πρωτοσέλιδη έκδοσή της με φωτογραφία του μεγιστάνα και πηχυαίο τίτλο: «Κάνες: Η κινηματογραφική βιομηχανία αντεπιτίθεται στον Μπολορέ».

Η αντίδραση από την πλευρά του Γάλλου μεγιστάνα ήρθε σχεδόν αμέσως και επιβεβαίωσε τους φόβους τους. Ο επικεφαλής του Canal+, Maxime Saada, ανακοίνωσε ότι ο όμιλος θα σταματήσει να χρηματοδοτεί εφεξής σχέδια στα οποία συμμετέχουν όσοι υπέγραψαν την επιστολή. Το μήνυμα ήταν σαφές: όποιος αμφισβητεί την ισχύ του ομίλου κινδυνεύει να αποκλειστεί από τον βασικό χρηματοδοτικό μηχανισμό του γαλλικού σινεμά. Εναντίον αυτού του γαλλικού νεο-μακαρθισμού και της «μαύρης λίστας» η «Libération» αντέταξε δύο επιπλέον πρωτοσέλιδα. Στις 18 Μαΐου με βασικό τίτλο «Κάνες: Μια Κυριακή αντιποίνων» και στις 19 Μαΐου με τίτλο «Μπρα ντε φερ με τον Μπολορέ: τεντωμένα νεύρα στις Κάνες».

Με βασικό μέτοχο τα τελευταία χρόνια τον μάλλον «φιλελεύθερο κεντρώο», όπως περιγράφεται, Γαλλοϊσραηλινό δισεκατομμυριούχο Patrick Drahi του ομίλου Altice, η «Libération» διατηρεί αλώβητα τα αριστερά αντανακλαστικά της και ειδικά απέναντι στον ακροδεξιό Εθνικό Συναγερμό της Λεπέν. Ο Μπολορέ, ως ο ισχυρότερος μιντιακός και ιδεολογικός υποστηρικτής της γαλλικής Ακροδεξιάς, έχει ανοιχτό μέτωπο με την εφημερίδα, η οποία βρίσκεται στην απέναντι όχθη της επιρροής του.

Η πολιτιστική εξέγερση ενάντια στα σχέδια του Μπολορέ είχε ήδη ξεκινήσει από τον χώρο του βιβλίου. Οι ιστορικοί εκδοτικοί οίκοι Fayard και Grasset μετατράπηκαν σε πεδία σύγκρουσης γύρω από την επιρροή του. Στη Fayard, η άφιξη της εκδότριας Lise Boëll -στενά συνδεδεμένης με τον Éric Zemmour- θεωρήθηκε από πολλούς συμβολική «άλωση» ενός ιστορικού εκδοτικού οίκου από την ιδεολογική ατζέντα της γαλλικής Ακροδεξιάς. Συγγραφείς και εργαζόμενοι μίλησαν ανοιχτά για «τραμποποίηση» του εκδοτικού τοπίου. Λίγο αργότερα ήρθε και η αποχώρηση του Olivier Nora από τη Grasset, ενός ανθρώπου που συμβόλιζε για δεκαετίες μια πιο ανεξάρτητη και λογοτεχνική αντίληψη των εκδόσεων. Στον γαλλικό πνευματικό κόσμο ερμηνεύτηκε ως το τέλος μιας εποχής σχετικής αυτονομίας απέναντι στις μιντιακές και ιδεολογικές στρατηγικές των μεγάλων ομίλων.

Το ζήτημα είναι ο τρόπος με τον οποίο η συγκέντρωση δισεκατομμυρίων μετατρέπεται σταδιακά σε πολιτισμική ηγεμονία. Οι επικριτές του Μπολορέ βλέπουν ήδη στο CNews ένα γαλλικό ανάλογο του Fox News. Απλά λοιπόν σε μια Ευρώπη όπου η Ακροδεξιά ανεβαίνει, οι Γάλλοι δημιουργοί μοιάζουν να λένε κάτι θεμελιώδες: η ουσιαστική μάχη για τον πολιτισμό δεν δίνεται μόνο μέσα στις αίθουσες.