Το ιδιωτικό χρέος έχει γίνει ένας καθημερινός εφιάλτης για χιλιάδες οικογένειες. Δεν είναι πια ένα τεχνικό οικονομικό ζήτημα, ούτε μια υπόθεση που αφορά μόνο τράπεζες, funds και εταιρείες διαχείρισης. Είναι το σπίτι μιας οικογένειας, το χωράφι ενός αγρότη, η μικρή επιχείρηση ενός επαγγελματία, η περιουσία μιας ζωής.
Και απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, η Νέα Δημοκρατία δεν στάθηκε στο πλευρό των πολιτών. Αντί να προστατεύσει τους δανειολήπτες, επέλεξε να διευκολύνει ένα σύστημα που λειτουργεί υπέρ των funds και των servicers. Αντί να βάλει κανόνες, άφησε την αγορά να λειτουργεί σαν ζούγκλα. Αντί να δώσει ανάσα στα νοικοκυριά, έστρωσε τον δρόμο για περισσότερους πλειστηριασμούς και μεγαλύτερη ανασφάλεια.
Τα τελευταία χρόνια, οι πολίτες είδαν την προστασία τους να μειώνεται και τη δύναμη των εταιρειών διαχείρισης να αυξάνεται. Τα «κόκκινα» δάνεια πέρασαν σε funds, οι servicers απέκτησαν τεράστια ισχύ, ενώ ο απλός δανειολήπτης βρέθηκε να διαπραγματεύεται μόνος, φοβισμένος και πιεσμένος. Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας δεν ανέκοψε αυτή την πορεία. Την επιτάχυνε.
Κατήργησε ακόμα και την κουτσουρεμένη προστασία πρώτης κατοικίας που είχε αφήσει η προηγούμενη κυβέρνηση αποκρύπτοντας συνειδητά ότι η 1023/2019 οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, ρητά προβλέπει τη δυνατότητα θέσπισης από τα κράτη μέλη διατάξεων για προστασία της πρώτης κατοικίας των πολιτών μέσα στην εκάστοτε νομοθεσία περί πτωχεύσεων και ρύθμισης οφειλών.
Με επιλογές όπως ο νέος πτωχευτικός κώδικας και το πρόγραμμα «Ηρακλής ΙΙ», η κυβέρνηση άφησε χιλιάδες περιουσίες εκτεθειμένες. Η πρώτη κατοικία, που θα έπρεπε να προστατεύεται με αυστηρούς κοινωνικούς κανόνες, μετατράπηκε σε αντικείμενο εκποίησης. Η αγροτική γη, που για πολλούς ανθρώπους είναι μέσο επιβίωσης, μπήκε και αυτή στο στόχαστρο.
Σήμερα, οι δανειολήπτες πιέζονται να δεχθούν όρους που δεν μπορούν να αντέξουν. Τους ζητούνται προκαταβολές που ξεπερνούν τις δυνατότητές τους. Τους προτείνονται ρυθμίσεις που μοιάζουν περισσότερο με παγίδες παρά με λύσεις. Και όταν δεν μπορούν να ανταποκριθούν, έρχεται η απειλή του πλειστηριασμού.
Αυτή δεν είναι κανονικότητα. Είναι κοινωνική αδικία.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη γνωρίζει το πρόβλημα. Γνωρίζει ότι οι πολίτες χάνουν ρυθμίσεις λόγω της αύξησης των επιτοκίων. Γνωρίζει ότι άνθρωποι που ήταν συνεπείς για χρόνια σήμερα δυσκολεύονται να πληρώσουν. Γνωρίζει ότι οικογένειες βρίσκονται μπροστά στον κίνδυνο να χάσουν το σπίτι τους. Κι όμως, επιλέγει να κλείνει τα μάτια , να περιορίζεται σε αποσπασματικές αλλαγές και επικοινωνιακές εξαγγελίες και να καταλήγει τροχονόμος οικονομικών συμφερόντων .
Ο εξωδικαστικός μηχανισμός παρουσιάστηκε ως λύση, αλλά στην πράξη κατέληξε σε μια φαινάκη . Η πλειοψηφία που εντάσσεται , ρυθμίζει οφειλές σε ΕΦΚΑ και Δημόσιο, ενώ τα funds και οι τράπεζες αυτοεξαιρούνται. Όταν ο πιστωτής δεν υποχρεώνεται ουσιαστικά να συμμετάσχει, όταν οι προτάσεις δεν είναι βιώσιμες, όταν ο δανειολήπτης δεν έχει πραγματικό εργαλείο αμφισβήτησης, τότε δεν μιλάμε για δίκαιη ρύθμιση. Μιλάμε για μια διαδικασία που αφήνει τον ισχυρό να επιβάλλει τους όρους του.
Απέναντι σε αυτή την κατάσταση, ο Νίκος Ανδρουλάκης και το ΠΑΣΟΚ έχουν καταστήσει σαφές ότι το ιδιωτικό χρέος δεν μπορεί να συνεχίσει να αντιμετωπίζεται σαν αριθμός σε έναν ισολογισμό. Η δέσμευση του ΠΑΣΟΚ είναι ξεκάθαρη: οι προτάσεις που έχουν κατατεθεί αποτελούν πρόγραμμα άμεσων νομοθετικών πρωτοβουλιών μιας προοδευτικής κυβέρνησης, με στόχο να μπει τέλος στην ασυδοσία των funds και των servicersκαι να επιστρέψει η δικαιοσύνη στη σχέση πολίτη και πιστωτή.
Το πρώτο κρίσιμο βήμα είναι η ουσιαστική προστασία της πρώτης κατοικίας και της αγροτικής γης, στα πρότυπα του ν. 3869/2010 που νομοθέτησε το ΠΑΣΟΚ το 2010 και καταργήθηκε δυστυχώς τον Φεβρουάριο του 2019. Δεν μπορεί το σπίτι μιας οικογένειας ή η γη ενός αγρότη να αντιμετωπίζονται σαν απλά περιουσιακά στοιχεία προς εκποίηση. Χρειάζονται καθαρά εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια, που να καλύπτουν και τη μεσαία τάξη, όχι μόνο τις ακραίες περιπτώσεις φτώχειας. Όταν ο οφειλέτης αδυνατεί να καλύψει πλήρως τη δόση μιας δίκαιης ρύθμισης, πρέπει να υπάρχει συνεισφορά του Δημοσίου.
Το δεύτερο μεγάλο ζήτημα είναι το δικαίωμα του δανειολήπτη να εξαγοράζει ο ίδιος το δάνειό του πριν αυτό πουληθεί σε fund. Δεν είναι δυνατόν ένα fund να αγοράζει ένα δάνειο σε τιμή υποπολλαπλάσια της αρχικής του αξίας και ο πολίτης να μην έχει την ίδια ευκαιρία να σώσει το σπίτι του. Αυτή η αδικία πρέπει να τελειώσει.
Παράλληλα, πρέπει να υπάρξει προστασία των εγγυητών, οι οποίοι συχνά βρίσκονται αντιμέτωποι με απαιτήσεις δυσανάλογες προς την πραγματική αξία στην οποία αποκτήθηκε το δάνειο από το fund. Πολύ συχνά, δεν ενημερώνονται εγκαίρως για τις ενέργειες του πρωτοφειλέτη και όταν γίνονται στόχος, είναι ήδη αργά. Η ευθύνη τους πρέπει να περιορίζεται με βάση την τιμή αγοράς της απαίτησης και να βρεθούν λύσεις προστασίας.
Ο εξωδικαστικός μηχανισμός πρέπει να γίνει πραγματικό εργαλείο λύσης. Η συμμετοχή των πιστωτών πρέπει να είναι υποχρεωτική.
Όποιος αρνείται να συμμετάσχει ουσιαστικά δεν μπορεί την επόμενη μέρα να προχωρά σε καταγγελίες συμβάσεων και αναγκαστικές εκτελέσεις. Οι ρυθμίσεις πρέπει να είναι βιώσιμες, αιτιολογημένες και ελέγξιμες.
Για τον λόγο αυτό, χρειάζεται και ανεξάρτητη Επιτροπή Διευθέτησης Οφειλών, στην οποία θα μπορεί να προσφεύγει ο δανειολήπτης όταν θεωρεί ότι η πρόταση που του γίνεται είναι άδικη ή μη εφαρμόσιμη. Ο πολίτης δεν μπορεί να είναι έρμαιο της απόφασης του servicer.
Εξίσου σημαντικό είναι η αξία της περιουσίας να προσδιορίζεται από ανεξάρτητο πιστοποιημένο εκτιμητή. Δεν μπορεί ο πιστωτής να καθορίζει μόνος του την αξία του ακινήτου, ανάλογα με το συμφέρον του. Η διαφάνεια είναι προϋπόθεση δικαιοσύνης. Παρατηρούνται ακραία καταπλεονεκτικές πρακτικές των servicers, όπως για το ίδιο ακίνητο να έχουν διαφορετική εκτίμηση όταν προχωρούν σε αναγκαστική εκτέλεση και άλλη όταν ο δανειολήπτης ζητά να ενταχθεί στο εξωδικαστικό μηχανισμό.
Ιδιαίτερη λύση χρειάζονται και τα δάνεια σε ελβετικό φράγκο. Χιλιάδες οικογένειες φορτώθηκαν ένα βάρος που δεν μπορούσαν να προβλέψουν και δεν μπορούν να σηκώσουν μόνες τους. Η μεγαλύτερη επιβάρυνση από τη μεταβολή της ισοτιμίας πρέπει να περάσει στον πιστωτή.
Την ίδια ώρα, οι servicers πρέπει να πάψουν να λειτουργούν χωρίς ουσιαστικό φόβο κυρώσεων. Χρειάζεται αυστηρό πλαίσιο ποινών για καταχρηστικές πρακτικές: πρόστιμα, αστικές κυρώσεις, περιορισμοί στην αναγκαστική εκτέλεση και απώλεια αξιώσεων από τόκους υπερημερίας.
Τέλος, ένα δίκαιο σύστημα πρέπει να θυμάται και τους συνεπείς δανειολήπτες. Όσοι παλεύουν καθημερινά να πληρώνουν, παρά την ακρίβεια και την αύξηση των επιτοκίων, πρέπει να επιβραβεύονται με πραγματικά κίνητρα, όχι να μένουν αόρατοι.
Το ιδιωτικό χρέος είναι κοινωνική πληγή. Και η πολιτική της Νέας Δημοκρατίας την έχει αφήσει να βαθύνει. Η χώρα δεν χρειάζεται άλλα λόγια συμπάθειας και χτυπήματα στην πλάτη προς τους δανειολήπτες. Χρειάζεται νόμους, κανόνες και προστασία. Χρειάζεται μια πολιτική που θα βάλει τον άνθρωπο πάνω από το fund και την κατοικία πάνω από την κερδοσκοπία.
Η θα ρυθμίσουμε με δίκαιο τρόπο το ιδιωτικό χρέος , ή διαφορετικά αυτό θα καταστρέψει την κοινωνική συνοχή της χώρας .
*Ο Κώστας Τσουκαλάς είναι δικηγόρος και εκπρόσωπος Τύπου του ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής
