Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα μπροστά στην ανάγκη ενός βαθιού παραγωγικού αναπροσανατολισμού. Είτε θα παραμείνει εγκλωβισμένη σε ένα παραγωγικό μοντέλο χαμηλής προστιθέμενης αξίας – βασισμένο κυρίως στην κατανάλωση, στον υπερτουρισμό, στις υπηρεσίες, στη φθηνή εργασία και στις εισαγόμενες τεχνολογίες – είτε θα επενδύσει αποφασιστικά στη γνώση, στην καινοτομία και στην παραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών υψηλής αξίας, δηλαδή σε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο έντασης γνώσης.

Η μετάβαση αυτή δεν αποτελεί πολυτέλεια αλλά όρο επιβίωσης για μια χώρα που παραμένει χαμηλά σε κρίσιμους δείκτες παραγωγικότητας, δαπανών για έρευνα και ανάπτυξη, τεχνολογικής έντασης της παραγωγής και εξαγωγών υψηλής τεχνολογίας, παρά το υψηλού επιπέδου επιστημονικό δυναμικό που διαθέτει. Μια χώρα που συνεχίζει να δυσκολεύεται να απορροφήσει το επιστημονικό της δυναμικό, να αξιοποιήσει την καινοτόμο έρευνα που διεξάγεται στη χώρα και να συγκρατήσει νέους επιστήμονες που αναζητούν προοπτική στο εξωτερικό.

Η έρευνα δεν αφορά μόνο τα Πανεπιστήμια και τα Ερευνητικά Κέντρα. Αφορά όλη την κοινωνία, τον αγρότη που χρειάζεται νέες μεθόδους παραγωγής με υψηλότερη απόδοση και μικρότερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα, τη μικρομεσαία επιχείρηση που πρέπει να γίνει τεχνολογικά ανταγωνιστική και ενεργειακά αποδοτική, αλλά και τις δημόσιες πολιτικές για την υγεία, την κλιματική κρίση, τη διαχείριση υδάτινων πόρων, την πολιτική προστασία, την ποιότητα ζωής στις πόλεις και την άμυνα της χώρας.

Σε αυτή την κατεύθυνση, καθοριστικός είναι και ο ρόλος του ιδιωτικού τομέα. Οι επιχειρήσεις οφείλουν να αντιμετωπίσουν την έρευνα και την καινοτομία ως στρατηγική επένδυση και όχι απλώς ως ευκαιρία απορρόφησης δημόσιων ή ευρωπαϊκών πόρων. Η ουσιαστική σύνδεση παραγωγής και έρευνας προϋποθέτει επενδύσεις ίδιων πόρων στην ανάπτυξη νέων τεχνολογιών, προϊόντων και υπηρεσιών, συμβάλλοντας στη δημιουργία ενός πραγματικού οικοσυστήματος γνώσης και καινοτομίας.

Χωρίς οργανωμένη επένδυση στη γνώση και στην αξιοποίησή της δεν μπορεί να υπάρξει ούτε ισχυρός πρωτογενής τομέας, ούτε ανεξάρτητη ενεργειακή πολιτική, ούτε βιώσιμη ανάπτυξη. 

Γι’ αυτό η οικοδόμηση ενός Ενιαίου Χώρου Έρευνας και Ανώτατης Εκπαίδευσης αποτελεί στρατηγική προτεραιότητα. Σήμερα, ο δημόσιος ερευνητικός ιστός παραμένει κατακερματισμένος μεταξύ Πανεπιστημίων, Ερευνητικών Κέντρων και φορέων που υπάγονται σε διαφορετικά υπουργεία. Το αποτέλεσμα είναι επικαλύψεις, γραφειοκρατία, χαμένες συνέργειες και αδυναμία διαμόρφωσης ενιαίας εθνικής στρατηγικής.

Η πρόταση για ένα ενιαίο Υπουργείο Έρευνας και Ανώτατης Εκπαίδευσης – μια πρόταση που είχε δημόσια διατυπώσει ο ΣΥΡΙΖΑ ήδη από το 2022 –  δεν είναι μια απλή διοικητική αναδιάρθρωση, όπως την αντιλαμβάνεται η Κυβέρνηση. Συνιστά επιλογή πολιτικού αναπροσανατολισμού με στόχο τη διαμόρφωση συνεκτικής εθνικής στρατηγικής έρευνας, τεχνολογίας και καινοτομίας, προσανατολισμένης στις ανάγκες της κοινωνίας και της παραγωγής.

Η μεγάλη πρόκληση της εποχής μας, όμως, δεν αφορά μόνο το πόση γνώση και τεχνολογία θα παράγουμε, αλλά πώς και για ποιον σκοπό θα την αξιοποιούμε. Η ραγδαία εξάπλωση της Τεχνητής Νοημοσύνης αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Σήμερα συχνά κυριαρχεί μια άκριτη χρήση της, με βασικό κριτήριο την επιχειρηματική κερδοφορία, την εμπορευματοποίηση της πληροφορίας και την υποκατάσταση της ανθρώπινης εργασίας χωρίς κοινωνικές δικλείδες προστασίας.

Απέναντι σε αυτή τη λογική, απαιτείται μια διαφορετική προσέγγιση: η αξιοποίηση της επιστήμης και των νέων τεχνολογιών, ανάμεσά τους και της Τεχνητής Νοημοσύνης, μέσα σε ένα ανθρωποκεντρικό και δημοκρατικό πλαίσιο. Με στόχο όχι τη μεγιστοποίηση του κέρδους λίγων πολυεθνικών, αλλά τη μείωση των ανισοτήτων, τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας, την ενίσχυση της πρόσβασης στη γνώση, στην υγεία και στον πολιτισμό.

Ένα από τα θεμελιώδη ερωτήματα που καλείται να απαντήσει σήμερα η πολιτική είναι αν θέλουμε μια χώρα που θα παράγει φθηνή εργασία, θα εισάγει τεχνολογία και θα παραμένει ενεργειακά και γεωπολιτικά ευάλωτη ή μια χώρα που θα παράγει γνώση, καινοτομία, κοινωνική προοπτική και θα είναι ενεργειακά και γεωπολιτικά αυτόνομη. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό θα καθορίσει όχι μόνο το μοντέλο ανάπτυξης της επόμενης δεκαετίας, αλλά και το ίδιο το επίπεδο δημοκρατίας και κοινωνικής ευημερίας του λαού μας.

Αυτό ακριβώς το διακύβευμα βρίσκεται στον πυρήνα της ευρύτερης πολιτικής και κοινωνικής αναζήτησης που αναπτύσσεται σήμερα στο Ινστιτούτο Αλέξης Τσίπρας για τη διαμόρφωση μιας νέας προγραμματικής πρότασης για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, βασισμένη στη γνώση, την κοινωνική δικαιοσύνη και τη βιώσιμη ανάπτυξη.

*Καθηγητής Τμήματος Φυσικής, ΑΠΘ
Μέλος Επιστημονικού Συμβουλίου Ινστιτούτου Αλέξης Τσίπρας
τέως Πρόεδρος Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών