Το 2024 αποτέλεσε το έτος – ρεκόρ σε επίπεδο όγκου πωλήσεων, για τη ΜΑΚΒΕΛ – EURIMAC, με συνολικά 76.200 τόνους ζυμαρικών. Ο στόχος για την εταιρεία που δραστηριοποιείται στην αγορά ζυμαρικών, τόσο μέσω προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας, όσο και με δικά της brands, είναι ξεπεράσει φέτος αυτό το ορόσημο, φτάνοντας τους 78.000 τόνους.
Μακροπρόθεσμα, μετά το 2027 και τη δημιουργία και έβδομης γραμμής παραγωγής, στοχεύει σε περαιτέρω αύξηση, στους 85.000 τόνους, σύμφωνα με όσα επισήμανε ο κ. Οδυσσέας Παπαδόπουλος, CEO της ΜΑΚΒΕΛ – EURIMAC κατά τη διάρκεια δημοσιογραφικής επίσκεψης στις εγκαταστάσεις της εταιρείας στο Κιλκίς. Ενδεικτικό της δυναμικής του κυρίαρχου brand ΜΑΚΒΕΛ στο χαρτοφυλάκιό της, όπως επισήμανε ο κ. Παπαδόπουλος είναι το γεγονός ότι ενώ την περίοδο 2022-2025 η αγορά ζυμαρικών αυξήθηκε κατά 5,3% σε όγκο, το ΜΑΚΒΕΛ σημείωσε ανάπτυξη 77,2%. Αντίστοιχα το πρώτο τρίμηνο του 2026, «τρέχει» με ρυθμό 22%, όταν συνολική αγορά η αγορά κινείται με 1%.
Η ιστορία της ΜΑΚΒΕΛ ξεκίνησε το 1939 με τα πρώτα της βήματα στην ελληνική αγορά ζυμαρικών ενώ ήδη από τις δεκαετίες του 1960 και του 1970 έκανε άνοιγμα στις αγορές του εξωτερικού αναπτύσσοντας εξαγωγική δραστηριότητα. Σημαντικό ορόσημο στην πορεία της ήταν το 1996 και η συνεργασία της με τον ιταλικό όμιλο EURICOM spa – η οποία μάλιστα «σφραγίστηκε» πάνω σε μία χαρτοπετσέτα σε ψαροταβέρνα – οδηγώντας στη δημιουργία της EURIMAC. Σήμερα, η εταιρεία διαθέτει μερίδιο περίπου 30% στην ελληνική αγορά ζυμαρικών, ενώ αποτελεί τον μεγαλύτερο παραγωγό και εξαγωγέα ζυμαρικών στη χώρα. Παράγει το 50% των ελληνικών ζυμαρικών που εξάγονται διεθνώς, δραστηριοποιείται σε 60 χώρες, ενώ περίπου το 55% των συνολικών πωλήσεών της προέρχεται από τις διεθνείς αγορές.
%20(1)-980x654.jpg)
Πώς αναπτύσσεται η κατηγορία «χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη»
Για την περαιτέρω ανάπτυξη του brand, η εταιρεία ποντάρει και στη σειρά ζυμαρικών «ΜΑΚΒΕΛ χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη» που έχει λανσάρει στην αγορά από το 2024. Η συγκριμένη, καινοτόμα σειρά αναπτύχθηκε έπειτα από πενταετή επιστημονική έρευνα και κλινικές μελέτες, με στόχο τη δημιουργία προϊόντων που συνδυάζουν τη γεύση των παραδοσιακών ζυμαρικών, με τον καλύτερο γλυκαιμικό έλεγχο. Παράλληλα ανταποκρίνεται στη σύγχρονη τάση των καταναλωτών να αναζητούν προϊόντα προάγουν την πιο ισορροπημένη διατροφή.
Παρότι ξεκίνησε με 4 μόνο κωδικούς και χωρίς να διαθέτει παρουσία στο σύνολο των καταστημάτων, απέκτησε μέσα σε έναν χρόνο μερίδιο 0,6% σε όγκο στην εγχώρια αγορά, σύμφωνα με τον κ. Παπαδόπουλο. Η εταιρεία ετοιμάζεται να λανσάρει ακόμη δύο κωδικούς στα ζυμαρικά χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη και σχεδιάζει ακόμη έναν. Ταυτόχρονα, σημαντικό ενδιαφέρον για τη συγκεκριμένη κατηγορία παρατηρείται και από τις αγορές του εξωτερικού.
Οι επιπτώσεις από τον πόλεμο και οι τιμές
Σχετικά με το διεθνές περιβάλλον γεωπολιτικής έντασης ο κ. Παπαδόπουλος σημείωσε πως «αυτή τη στιγμή το βασικό πρόβλημα είναι το πετρέλαιο. Εμάς μας «χτυπά» κυρίως στα μεταφορικά και στα υλικά συσκευασίας, όχι τόσο στην πρώτη ύλη». Εν μέσω της αβεβαιότητας που επικρατεί και αναμένοντας τη νέα σοδειά για το σιτάρι η εταιρεία, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν έχει λάβει κάποια απόφαση για ανατιμήσεις στα προϊόντα της, «Απορροφούμε το κόστος για όσο χρόνο μπορούμε μέχρι να καταλάβουμε τι γίνεται» ανέφερε συμπληρώνοντας: «Δεν ξέρουμε τι θα κάνουμε, περιμένουμε. Πάντως δεν είναι μία εύκολη εξίσωση και αλλάζει πιο γρήγορα από ό,τι στο παρελθόν».
Η πορεία το 2025 και οι επενδύσεις 26 εκατ. ευρώ
Σε ό,τι αφορά τις οικονομικές επιδόσεις της εταιρείας το 2025, όπως επισημάνθηκε από τη διοίκησή της, αποτέλεσε μία χρονιά στρατηγικής προετοιμασίας για τα επόμενα στάδια ανάπτυξής της. Στο πλαίσιο αυτό, έδωσε έμφαση στη μακροπρόθεσμη ενίσχυση της παραγωγικής και επιχειρησιακής της βάσης και την ολοκλήρωση σημαντικού μέρους του επενδυτικού της πλάνου, συνολικού ύψους 26 εκατ. ευρώ για την περίοδο 2020-2026. Οι πωλήσεις της διαμορφώθηκαν στα 66,83 εκατ. ευρώ, έναντι 72,56 εκατ. ευρώ το 2024. Σε όγκο έφτασαν τους 72.300 τόνους.Τα EBITDA ανήλθαν σε 12,56 εκατ. ευρώ από 13,81 εκατ. ευρώ την προηγούμενη χρονιά, ενώ τα κέρδη προ φόρων διαμορφώθηκαν στα 10,18 εκατ. ευρώ έναντι 11,79 εκατ. ευρώ το 2024. Τα καθαρά κέρδη μετά από φόρους ανήλθαν σε 8,63 εκατ. ευρώ, έναντι 10,70 εκατ. ευρώ το προηγούμενο έτος.
