Αλλοι τον ονόμασαν «μέντορα του Πολιτιστικού» – και ήταν. Ολοι εμείς που δουλέψαμε μαζί του όμως, τα «παιδιά του» της «Ελευθεροτυπίας», δεν θα μπορούσαμε να τον αποκαλέσουμε έτσι, με τόση αποστασιοποιημένη βαρύτητα και τόσο απόμακρο σεβασμό, χωρίς να διαμαρτυρηθεί – αφού δεν του άρεσαν οι χαρακτηρισμοί, ούτε η απόδοση τιμών. Το πιθανότερο είναι ότι θα πέταγε καμιά τσουχτερή, χιουμοριστική ατάκα. Ετσι έκανε ο Γκιώνης και στο γραφείο. Ούτε φωνές. Ούτε απώλεια ψυχραιμίας. Ούτε «κοσμητικά» επίθετα. Μόνον ήξερες πως αν αναστενάξει ή φτάσει να χτυπήσει εκνευρισμένος τα χέρια στο γραφείο, αμίλητος και συνοφρυωμένος, είναι γιατί έχεις υπερβεί τα εσκαμμένα και οφείλεις να μαζευτείς πάραυτα. Οφείλεις; Ναι, γιατί αν θύμωνε ο δίκαιος Γκιώνης, κάποιο λόγο είχε – δεν ήταν για να σε πατάξει, για να σου επιβάλει να τον σέβεσαι με το ζόρι, ούτε από κάποια δική του ιδιοτέλεια που είχε παραβιάσει το γραπτό σου. Ηταν άλλωστε από μόνος του μάθημα (δίκαιης) διοίκησης και ακεραιότητας στον χώρο της δημοσιογραφίας. Και μάθημα δημοσιογραφίας. Διότι στην περίπτωσή του Δημοσιογραφία – Παραγοντισμός ή Ματαιοδοξία, σημειώσατε 1.
Τι κι αν όλοι τον θεωρούσαν πολιτιστικό κεφάλαιο και επιπλέον μία ζώσα μαρτυρία του υψηλού πολιτισμού τα τελευταία 50 και βάλε χρόνια με χιλιάδες κεφάλαια συνεντεύξεων, ρεπορτάζ, έρευνας και σχολίων στο ενεργητικό του; Στον δημόσιο χώρο ήταν ο σεμνότερος, ο άνθρωπος που δεν θα τον έβρισκες ποτέ να κάθεται στα μπροστινά καθίσματα, αντίθετα θα τον έπιανε η ματιά σου φευγαλέα, όρθιο, ακουμπισμένο στον τοίχο δίπλα στην πόρτα, με το αινιγματικό του μειδίαμα, απόντα από τις επίσημες φωτογραφίες που θα τυπώνονταν και θα κυκλοφορούσαν, όσο γίνεται πιο αθέατο. Κι αν ένα θέαμα-ακρόαμα δεν του άρεσε αλλά δεν ήθελε να θίξει και τον καλλιτέχνη που το δημιούργησε, είχε επινοήσει μια σειρά από αμφίσημες ατάκες για να μην αναγκαστεί σε ανειλικρινείς επαίνους. «Εχω μείνει άφωνος», μία από αυτές τις αμφισημίες του.
Λιτός, περιεκτικός, εξοπλισμένος με τη γνώση όλης της νεότερης ιστορίας του πολιτισμού και με την εκτίμηση του σιναφιού, λακωνικός και απίστευτα συμπυκνωμένος και περιεκτικός στα γραπτά του (δημοσιογραφικά και λογοτεχνικά), αριστερός εν τοις πράγμασι, δοκιμασμένος άλλωστε την περίοδο της χούντας, κεκαλυμμένα τρυφερός και παρών επί της ουσίας, άπαιχτος ατακαδόρος. Θαυμαστά ετοιμόλογος κι εύστροφος. Ακόμη θυμάμαι, όταν τον ενοχλούσε κάποιος με αλλεπάλληλα τηλεφωνήματα, να απαντάει τελικά ο ίδιος αλλάζοντας τη φωνή του «Ο Γκιώνης λείπει σήμερα απ’ το γραφείο». Ανελέητος χιουμορίστας. Απίστευτα οργανωτικός. Λάτρης του έγχαρτου και της εφημερίδας. Ικανός να ηγηθεί της πιο ιδιόρρυθμης και ιδιοσυστασιακής ομάδας «πολιτιστικάριων», μιας ομάδας από αυτές που με τα καλά της και τα κακά της έφτιαχνε η ελευθερία και η ανεξαρτησία της «Ελευθεροτυπίας». Της «Γράψε ό,τι θέλεις αρκεί να το υπογράψεις αναλαμβάνοντας την ευθύνη της υπογραφής σου» «Ελευθεροτυπίας».
Κι ο Γκιώνης από μόνος του «στρατηγός» (όπως τον έλεγαν κρυφά κάποιοι στην εφημερίδα) στην τάξη, στα ωράρια και την οργάνωση, όχι όμως και στην αυταρχική επιβολή και δίκτυ ασφαλείας, αν κάποιος ήταν επιθετικός ή τόσο θιγμένος, ώστε να γίνεται προσβλητικός απέναντι στα «παιδιά του». Χωρίς να σηκώνει τη φωνή, ξαναλέω. Απλά κατεβάζοντας π.χ. το ακουστικό σε όσους ξεπερνούσαν τα όρια – κι αυτό εφαρμοζόταν οριζοντίως σε όσους, καλώντας να παραπονεθούν για κάποιο σχόλιο, έβρισκαν ευκαιρία να «λούσουν» τον συντάκτη στα αυτιά του προϊσταμένου. Ακόμα και απέναντι στον Φυντανίδη τα ίδια εφάρμοζε: μια φορά που εκείνος τον πίεσε και τον αδίκησε, πήγε ο Γκιώνης και του υπέβαλε χωρίς θόρυβο παραίτηση κι ο κοτζαμάν διευθυντής της «Ε» τα χρειάστηκε. Γιατί ο Γκιώνης μαζί με καμιά 10ριά ακόμα προσωπικότητες (συμπεριλαμβανομένου φυσικά και του ίδιου του Φυντανίδη) ήταν η «Ελευθεροτυπία» και «Ελευθεροτυπία» με μείον μία κολόνα της δεν θα έστεκε σωστά – πράγμα που σεβόταν, ανεχόταν και εφάρμοζε πρώτος κι ο Κίτσος Τεγόπουλος ο ίδιος, που έτρεφε αφάνταστη εκτίμηση στον Γκιώνη.
Οπότε μ’ αυτά και μ’ αυτά, κάπως αποκτήσαμε όλοι ένα είδος παράλογης βεβαιότητας ότι ο ευθυτενής, γυμνασμένος, σβέλτος, ψηλόλιγνος κύριος Γκιώνης θα ’ναι κάπου εκεί εσαεί «βράχος» και δεν θα πεθάνει ποτέ. Αλλά τελικά βγήκε χθες αθόρυβα από εκείνη την πίσω πόρτα που λέγαμε. Και διακριτικά φυσικά, αφήνοντας τη Μαρία του και τον γιο του τον Ιάσονα να έχουν κληρονομήσει τις ίδιες αυστηρές επιταγές. Διακριτικά και κομψά και να μην ενοχληθεί κανείς και στην αρρώστια του. Κι ας του χρωστάμε την (δημοσιογραφική) υγεία μας. Που μας προετοίμασε ανεπαισθητως και εγκαίρως για όλα όσα θα συναντούσαμε αργότερα. Που μας έδειξε πώς να τα διαχειριζόμαστε χωρίς να κάνει τον δάσκαλο και τον σοφό. Και που, τώρα που έφυγε, μαζί του αποχαιρετούμε ανεπιστρεπτί και ένα τεράστιο κομμάτι –το ωραιότερο– της ζωής μας και της επαγγελματικής μας διαδρομής κι όλα εκείνα τα άλεκτα μαθήματα της αξιοπρέπειας και της καθαρής, υγιούς κι ακέραιας δημοσιογραφίας που δεν έχει πόζα, ούτε επιζητά επαίνους. Κι ας τους είχε εισπράξει ο ίδιος αφειδώς και ειλικρινά από τη δύσκολη πιάτσα μας που δεν μοιράζει εύκολα και γενναιόδωρα εύσημα.
Κι αφού γράψαμε μερικά από όσα αφήνει πραγματικά ο Γκιώνης πίσω του, ας γράψουμε και για τη ζωή του.
Η ζωή του
Γεννήθηκε το 1939 στη Δημητσάνα της Αρκαδίας, που τη λάτρευε και τον διαμόρφωσε ως τύπο αρκετά εσωστρεφή, λακωνικό και «βουνίσιο». Ηταν το τρίτο παιδί μιας 12μελούς οικογένειας. Είχε δηλαδή επτά αδελφούς, τρεις αδελφές, έναν ανεκτικότερο πατέρα και μία αυστηρή μάνα παλαιάς κοπής που «τις έβρεχε» γερά κι εξίσου σε όλους. Και στον Δημήτρη που είχε ροπή στην ανάγνωση και τη γραφή κι αγαπούσε τα βιβλία, αλλά ήταν και άτακτος.

Η οικογένεια προσποριζόταν διατηρώντας την ταβέρνα «Ο Γκιώνης». Κάποια στιγμή το 1951 η οικογένεια ήρθε στην Αθήνα και τα αδέλφια νοίκιασαν τρία περίπτερα. Εκεί βοηθώντας ή κάνοντας θελήματα πέρασε την εφηβεία του (όλα αυτά τα έχει αφηγηθεί στα πρώτα του βιβλία «Τώρα θα δεις…» και «Το περίπτερο»). Πάντα με παρέα τα σπουδαία βιβλία. Και με όνειρο να γίνει δημοσιογράφος ή συγγραφέας. Τελικά έγινε και τα δύο.
Τα επόμενα χρόνια θα ήταν δύσκολα, πολιτικά μαύρα και άγρια, αλλά για τον ίδιο συναρπαστικά επίσης. Εχοντας εμμονή με το πολιτιστικό ρεπορτάζ και φροντίσει να ανοίξει τους ορίζοντές του ώστε –αυτοδίδακτος και πείσμων– να μάθει πρόσωπα και πράγματα αρχίζει –αφού τον σύστησε η Ελλη Αλεξίου– να εργάζεται το 1964 στη «Δημοκρατική Αλλαγή», αμισθί τους πολλούς πρώτους μήνες, αλλά από τα μέσα του 1965 ως υπεύθυνος του Καλλιτεχνικού Ρεπορτάζ. Εχει όμως ένα μεγάλο κέρδος: γνωρίζει και συνδέεται στενά φιλικά με προσωπικότητες της τέχνης και δημοσιογραφίας, όπως ο Μάνος Λοΐζος, ο (καρδιακός του φίλος και συνεργάτης μέχρι τέλους) Φώντας Λάδης, ο Διονύσης Σαββόπουλος, ο Μανώλης Ρασούλης, η Βεατρίκη Σπηλιάδη, όπως και με μια παρέα κορυφαίων «γαλλοφερμένων» κινηματογραφιστών: Τώνια Μαρκετάκη, Θόδωρος Αγγελόπουλος, Βασίλης Ραφαηλίδης, Φώτος Λαμπρινός.
Η χούντα το 1967 και η έφοδος από τις πρώτες ημέρες στα γραφεία της «Δημοκρατικής Αλλαγής» αναγκάζει και τον Γκιώνη όπως και άλλους να καταφύγουν στο εξωτερικό. Πηγαίνει πρώτα στη Γαλλία και έπειτα στον Καναδά, όπου έμεινε μέχρι το 1973. Εκεί συνεργάστηκε με ελληνόφωνα έντυπα, εκεί συνδέθηκε με βαθιά φιλία που κράτησε μία ολόκληρη ζωή με τον σπουδαίο ηθοποιό Κώστα Κλεφτόγιαννη, εκεί γνώρισε και παντρεύτηκε και τη σύντροφο της ζωής του τη Μαρία. Στην Ελλάδα πια δημιούργησαν μαζί με τον Λάδη το ιστορικό πολιτιστικο-πολιτικό περιοδικό «Τετράδιο», από τις σελίδες του οποίου πέρασε από το 1973 έως το 1976 όλη η αφρόκρεμα των τεχνών και της διανόησης.
Υστερα εργάστηκε για ένα διάστημα στην «Αυγή» (1974-75) και από την ίδρυση της «Ελευθεροτυπίας» (1975) βρέθηκε από τους πρωτεργάτες της για να παραμείνει εκεί ως αρχισυντάκτης στο Πολιτιστικό του καθημερινού φύλλου μέχρι τη συνταξιοδότησή του και ύστερα ως αρθρογράφος μέχρι και τη δημιουργία της «Εφημερίδας των Συντακτών» (2012), όπου αρθρογραφούσε από την αρχή και για πολλά χρόνια, στηρίζοντας την εφημερίδα επί καιρό αμισθί. Αξίζει μάλιστα να αναφερθεί πως στην «Ελευθεροτυπία» ακόμα, για λόγους αρχής (για να κάνει τόπο στους νεότερους), την πρώτη ημέρα της συνταξιοδότησής του παρέδωσε την αρχισυνταξία και κράτησε για τον εαυτό του τη στήλη του και μια αρθρογραφία.
«Παρασκήνιο»
Ενα άλλο μεγάλο κεφάλαιο της επαγγελματικής ζωής του Δημήτρη Γκιώνη υπήρξε το περίφημο «Παρασκήνιο», η θρυλική τηλεοπτική εκπομπή των Χατζόπουλου και Παπαστάθη, για τη δημιουργία της οποίας συνεργάστηκε μαζί τους στην έρευνα και το ρεπορτάζ από το 1976 έως το 1983. Ολο αυτό το διάστημα ο Δημήτρης Γκιώνης ήταν αφοσιωμένος στο Πολιτιστικό, με ένα διάλειμμα, μεταξύ 1975 και 1978, οπότε μετακινήθηκε στο Δικαστικό (στις δίκες των χουντικών βασανιστών και του Πολυτεχνείου) και, στη συνέχεια, για λίγο, στο Κοινοβουλευτικό.
Ταυτισμένος με το Πολιτιστικό Ρεπορτάζ, ο Γκιώνης ήταν από τους δημοσιογράφους (όπως π.χ. και η Σούλα Αλεξανδροπούλου) που «νομιμοποίησαν» και ανέδειξαν ισοτίμως με τα άλλα ρεπορτάζ την παρουσία πολιτιστικών σελίδων στις εφημερίδες. Σελίδων που δεν περιορίζονταν στην ψυχαγωγία αλλά πρότειναν πρόσωπα, τάσεις και πράγματα και στηλίτευαν κακώς κείμενα.

Στην πορεία του συνδέθηκε πολύ στενά φιλικά και με άλλες κορυφαίες προσωπικότητες της τέχνης, όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, η Μελίνα Μερκούρη κι ο Ζυλ Ντασσέν, ο Βασίλης Βασιλικός, ο Γιώργος Νταλάρας, ο Γιώργος Διαλεγμένος, η Λιλή Ζωγράφου. Με κάποιους από αυτούς που συναντήθηκε δημοσιογραφικά έγινε στην πορεία των χρόνων περισσότερο κι από φίλος, σχεδόν συγγενής: τέτοιες περιπτώσεις ήταν ο Νταλάρας, ο Λάδης, ο Διαλεγμένος, ο Βασιλικός, ο Κλεφτόγιαννης…

Στα υπόλοιπα, ο Δημήτρης Γκιώνης έκανε και έγραψε για ιστορικές αποστολές εκτός Ελλάδος (όπως στη Λατινική Αμερική μαζί με τον Μίκη), έκανε περισσότερες από 1.000 συνεντεύξεις και αναρίθμητα ρεπορτάζ, σχόλια και άρθρα άποψης. Ταυτόχρονα ανέδειξε και τουλάχιστον δύο γενιές δημοσιογράφων του Πολιτιστικού Ρεπορτάζ, ενώ με γενναιοδωρία υποκλίθηκε δημοσίως στο ταλέντο δημοσιογράφων όπως η Ολγα Μπακομάρου ή ο Στάθης Τσαγκαρουσιάνος – που τους αγαπούσε ιδιαίτερα.
Γραφιάς των εφημερίδων, ο Δημήτρης Γκιώνης υλοποίησε και το δεύτερο σκέλος του ονείρου του. Εγινε συγγραφέας εκδίδοντας από το 1994 και το πρώτο του αυτοβιογραφικό «Τώρα θα δεις…» (που έκανε 27 εκδόσεις και μεταφράστηκε στα γαλλικά) και τα «Το περίπτερο» (13 εκδόσεις, 1996), «Καλύτερα στον τυπογράφο παρά στον ψυχίατρο» («Συνεντεύξεις με τον Βασίλη Βασιλικό», 1996), «Ετσι κι αλλιώς» (1999), «Και μετά τι έγινε;» (2004), «Χωρίς προστάτη» (2007), το χιουμοριστικό «Εμένα μου λες;» (2008) –όλα από τις Εκδόσεις Καστανιώτη– και «Ενας κι ένας… 46+1 άνθρωποι της τέχνης από κοντά» (2014) από τις εκδόσεις Αγκυρα.
Παρέμεινε στις επάλξεις κυριολεκτικά μέχρι το τέλος, προσφέροντας τη γνώση και την εμπειρία του ως μέλος του Δ.Σ. του Μορφωτικού Ιδρύματος της ΕΣΗΕΑ.

Εκτός από όλους τους άλλους, όλοι εμείς, η ομάδα του στην «Ελευθεροτυπία», στο καθημερινό φύλλο, τον αποχαιρετούμε γνήσια συγκινημένοι κι ευγνώμονες. Ημασταν εκεί μαζί του οι Βένα Γεωργακοπούλου, Νινέττα Κοντράρου-Ρασσιά, Γιώργος Βιδάλης, Νίνος Φένεκ-Μικελίδης, Φώτης Απέργης, Βασίλης Καλαμαράς, Μαρία Μαραγκού, Φωτεινή Μπάρκα, Μαρία Βλαχοπούλου, Ιωάννα Κλεφτόγιαννη, Δημήτρης Κανελλόπουλος, Γιώργος Καρουζάκης, Ματούλα Κουστένη, Χρυσούλα Παπαϊωάννου, Δημήτρης Αναστασόπουλος, Δώρα Παπαγεωργίου, η υπογράφουσα και δεκάδες συνεργάτες.
Η κηδεία θα γίνει την Τρίτη στις 12 το μεσημέρι στον Προφήτη Ηλία της Αγίας Παρασκευής
