ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Αννα Ανδριτσάκη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Επί χρόνια η κυβέρνηση αποδίδει στην ελληνική κοινωνία «το σύνδρομο του πτυχίου», παραπέμποντας στο παράδειγμα πολλών ευρωπαϊκών χωρών που προσφέρουν σοβαρές λύσεις επαγγελματικής κατάρτισης. Κι όμως, η ταυτότητα του φαινομένου δεν είναι μόνον ελληνική. Επιβεβαιώνεται από το ίδιο το υπουργείο Παιδείας που, χθες, ανακοίνωσε το πολυσέλιδο «Στρατηγικό Σχέδιο για την Επαγγελματική Εκπαίδευση, Κατάρτιση και Διά Βίου Μάθηση».

Με πηγή αναφοράς το Ευρωπαϊκό Κέντρο για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης (Cedefop), σημειώνεται ότι η ΕΕΚ αποτελεί για τους περισσότερους νέους μια «δεύτερη επιλογή μάθησης», καθώς το ποσοστό των νέων στην Ελλάδα που τελειώνουν Πανεπιστήμιο δεν απέχει ένα χάος από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Στο 44,5% εμείς, στο 43,1% ο δεύτερος, με στοιχεία του 2024.

«Η τριτοβάθμια εκπαίδευση συγκεντρώνει υψηλότερα ποσοστά νέων λόγω της συγκριτικά υψηλότερης κοινωνικής αναγνώρισης και ελκυστικότητας», αναφέρεται στην καταγραφή του Cedefop και δεν εκπλήσσει. Αλλά ούτε και η διαφορά της Ελλάδας από την υπόλοιπη Ευρώπη μπορεί να αποτελέσει παράδειγμα ή, ακόμη χειρότερα, επικοινωνιακό εργαλείο για την επιβολή μέτρων περιορισμού της πρόσβασης στα ΑΕΙ.

«Δεν μπορούν και δεν πρέπει να πάνε όλοι Πανεπιστήμιο», είχε πρωτοπεί ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης το 2021. Ηταν η χρονιά που εφαρμόστηκε για πρώτη φορά η Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Cedefop, εκπαιδευτικές προκλήσεις, πάγια ή σύγχρονα αρνητικά φαινόμενα αντιμετωπίζουν όλες οι ευρωπαϊκές χώρες. Είναι χαρακτηριστική η αναφορά: «Σύμφωνα με έρευνα του Cedefop (2023) προκύπτει ότι σε ευρωπαϊκό επίπεδο οι χαμηλές επιδόσεις στη γενική εκπαίδευση σε συνδυασμό με το χαμηλό ποσοστό φοίτησης αποτελούν έναν από τους πιο συχνούς λόγους για τους οποίους οι σπουδαστές ΕΕΚ εγκαταλείπουν πρόωρα τις σχολές». Αντιστρόφως ενδεικτικός και ο τρόπος που παρουσιάζεται από το υπουργείο η ελληνική περίπτωση: «Στη χώρα μας το 2023 τα άτομα 25-34 ετών που είχαν ολοκληρώσει τριτοβάθμια εκπαίδευση ήταν 44,5%, ποσοστό υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο 43,1% (Eurostat, 2024)».

Πολλά από τα στοιχεία που παραθέτει το υπουργείο σχετικά με την ΕΕΚ είναι γνωστά και διαπιστωμένα. Κι αν στην Ευρώπη δεν είναι η δημοφιλέστερη πρώτη επιλογή, παρά το γεγονός ότι εφαρμόζονται στοχευμένες πολιτικές ενίσχυσης της ΕΕΚ, πώς να είναι καλύτερη η εικόνα στην Ελλάδα; Υπήρξε μια περίοδος που πράγματι δόθηκε έμφαση στην ΕΕΚ -κυρίως επί ΣΥΡΙΖΑ- αλλά έληξε κι αυτή. Και τώρα έρχεται η διαφήμιση για τη μεγάλη μεταρρύθμιση. Με τα χρήματα που θα δοθούν, με την αναδιάρθρωση φορέων και τη δημιουργία παρατηρητηρίων (σ.σ. από τις νέες αγαπημένες λέξεις της κυβέρνησης). Από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ) και από το ανεξάντλητο, όπως φαίνεται, Ταμείο Ανάκαμψης. Πώς γίνεται, όμως, την ίδια στιγμή, να κλείνουν ΕΠΑΛ, να καταργούνται ειδικότητες και να υποβαθμίζονται ΙΕΚ και δημόσια ΚΔΒΜ μαζί με τις δυνατότητες των νέων να επιλέξουν και να αξιώσουν μια επαρκή ΕΕΚ;

Ισως γιατί, πέραν των κοινωνικών αντιλήψεων, υπάρχουν και τα δεδομένα. Αναφέρονται και στο Σχέδιο: «Οι βασικοί συνειδητοί και ρητοί λόγοι που αναστέλλουν τη συμμετοχή των πολιτών στην ΕΕΚ και ΔΒΜ στη χώρα μας είναι οι εξής:

● συχνά οι ενδιαφερόμενοι αναγκάζονται να καταβάλλουν το κόστος συμμετοχής (παρά την προσφορά σημαντικού αριθμού προγραμμάτων μέσω των συγχρηματοδοτούμενων έργων)

● η χαμηλή ποιότητα των προγραμμάτων

● η ελλιπής πληροφόρηση».

Αλλά δεν φταίει η κυβέρνηση, διότι: «Οι ελλείψεις σε υποδομές και στον εργαστηριακό εξοπλισμό που είχαν παρατηρηθεί στο πρόσφατο παρελθόν ναι μεν έχουν αντιμετωπιστεί, όμως έχουν διαμορφώσει μια αρνητική εικόνα, η οποία εξακολουθεί να επικρατεί σε μεγάλη μερίδα του πληθυσμού».

Εκπαιδευτικές ανάγκες και εργασία

Η επιδείνωση στις σύγχρονες μορφές απασχόλησης, ο έμφυλος διαχωρισμός, η ηλικιακή επισφάλεια και η ανάγκη αντιμετώπισής τους στοιχειοθετούν την εικόνα και στις εκπαιδευτικές ανάγκες. Είναι ενδεικτικά πολλά από τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στο «Στρατηγικό Σχέδιο» του υπουργείου Παιδείας για την Επαγγελματική Εκπαίδευση, Κατάρτιση και Διά Βίου Μάθηση, βασισμένο σε στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ.

Σε έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ για την Εκπαίδευση Ενηλίκων, το 2023 με περίοδο αναφοράς το έτος 2022 και με δείγμα άτομα 18-69 ετών, διαπιστώθηκαν μεταξύ άλλων:

● Η συμμετοχή των ενηλίκων είναι υψηλότερη σε προγράμματα του μη τυπικού εκπαιδευτικού συστήματος από ό,τι σε προγράμματα του τυπικού εκπαιδευτικού συστήματος (14,3% και 7,0%, αντίστοιχα).

● Η συμμετοχή των γυναικών είναι υψηλότερη από αυτήν των ανδρών τόσο στα προγράμματα του τυπικού όσο και σε εκείνα του μη τυπικού εκπαιδευτικού συστήματος (7,5% έναντι 6,5% και 15,3% έναντι 13,3%, αντίστοιχα).

● Οι άνδρες συμμετέχουν περισσότερο σε προγράμματα μη τυπικού εκπαιδευτικού συστήματος.

● Τα άτομα ηλικίας 35 ετών και άνω, όπως και τα άτομα που έχουν ολοκληρώσει έως κατώτερη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, έχουν πολύ μικρό ποσοστό συμμετοχής σε προγράμματα του τυπικού εκπαιδευτικού συστήματος.

● Τα άτομα ηλικίας 18-24 ετών, σε κατάσταση απασχόλησης μη ενεργά επιπέδου ISCED 3-4, έχουν πολύ μεγάλο ποσοστό συμμετοχής σε προγράμματα του τυπικού εκπαιδευτικού συστήματος.

● Τα υψηλότερα ποσοστά συμμετοχής σε προγράμματα του μη τυπικού εκπαιδευτικού συστήματος παρατηρούνται μεταξύ των ατόμων έως 34 ετών, των γυναικών, των απασχολούμενων και των ατόμων που έχουν ολοκληρώσει τριτοβάθμια εκπαίδευση.

● Στη συμμετοχή σε εκπαιδευτικά προγράμματα μη τυπικού εκπαιδευτικού συστήματος σε σχέση με την κατάσταση απασχόλησης και την ηλικία, το χαμηλότερο ποσοστό παρατηρείται στα άτομα εκτός εργατικού δυναμικού ηλικίας 55-69 ετών (2,3%), ενώ το υψηλότερο στα άτομα εκτός εργατικού δυναμικού ηλικίας 18-24 ετών (81,5%).