Η ελληνογερμανική σχέση στον τομέα των εξοπλισμών εισέρχεται σε μια νέα, πιο σύνθετη φάση, όπου η διπλωματία, τα γεωπολιτικά συμφέροντα και οι οικονομικές επιλογές διασταυρώνονται. Παρά τη θετική ρητορική και από τις δύο πλευρές, οι ισορροπίες παραμένουν εύθραυστες, με το Βερολίνο να επιδιώκει μεγαλύτερο ρόλο στα ελληνικά εξοπλιστικά προγράμματα και την Αθήνα να σταθμίζει τις αποφάσεις της με ευρύτερα στρατηγικά κριτήρια.
Σε αυτό το πλαίσιο παρά τις κοινές δηλώσεις των υπουργών Εξωτερικών Ελλάδας και Γερμανίας για το εξαιρετικό επίπεδο των διμερών τους σχέσεων και την πρόθεσή τους να προχωρήσει η μετεξέλιξη του Σχεδίου Δράσης των δύο χωρών, που υπεγράφη το 2016, σε στρατηγική συνεργασία, το Βερολίνο εκφράζει τα «παράπονά» του για τη μη συμμετοχή γερμανικών εταιρειών στα ελληνικά εξοπλιστικά προγράμματα που υλοποιούν οι Ενοπλες Δυνάμεις.
Στον Σκαραμαγκά
Στη χθεσινή συνάντηση του Γιώργου Γεραπετρίτη με τον Γερμανό ομόλογό του, Γιόχαν Βάντεφουλ, η διεύρυνση της ελληνογερμανικής συνεργασίας στους στρατιωτικούς εξοπλισμούς βρέθηκε στο επίκεντρο των συνομιλιών τους. Σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες της «Εφ.Συν.», ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών εκδήλωσε το έντονο ενδιαφέρον που υπάρχει για το πρόγραμμα εκσυγχρονισμού των γερμανικών υποβρυχίων τύπου 214, το οποίο δρομολογεί το ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό για το επόμενο διάστημα.

Υπό αυτό το πρίσμα, ο κ. Βάντεφουλ, μετά τη συνάντηση που είχε με τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη στο μέγαρο Μαξίμου, επισκέφθηκε τις εγκαταστάσεις των Ελληνικών Ναυπηγείων (ΕΝΑΕ) στον Σκαραμαγκά, όπου στη δεκαετία του 2000 ναυπηγήθηκαν τα τρία από τα τέσσερα υποβρύχια, σχεδίασης του γερμανικού ομίλου ThyssenKrupp.
Η επιμονή της γερμανικής κυβέρνησης για το έργο της αναβάθμισης των υποβρυχίων τύπου 214 καθίσταται ακόμη εντονότερη λόγω της επιλογής της ελληνικής κυβέρνησης να συνάπτει εξοπλιστικές συμβάσεις με αμερικανικές και γαλλικές εταιρείες, στο πλαίσιο των στρατηγικών εταιρικών σχέσεων που έχει συμφωνήσει η Αθήνα με την Ουάσινγκτον και το Παρίσι, αντίστοιχα.
Παράλληλα, επηρεάζεται και από την απόφαση της πρόσφατης ηγεσίας του υπουργείου Εθνικής Αμυνας να προχωρήσει στον εκσυγχρονισμό των φρεγατών τύπου ΜΕΚΟ του Πολεμικού Ναυτικού χωρίς τη συμμετοχή γερμανικών εταιρειών. Σημειώνεται ότι σήμερα το απόγευμα η ηγεσία του υπουργείου Εθνικής Αμυνας θα ενημερώσει την Ειδική Διαρκή Επιτροπή Εξοπλιστικών Προγραμμάτων και Συμβάσεων της Βουλής για το πρόγραμμα αναβάθμισης των φρεγατών ΜΕΚΟ στα ΕΝΑΕ, καθώς και για το περιεχόμενο της Εφαρμοστικής Συμφωνίας για την απόκτηση δύο φρεγατών FREMM-IT (κλάσης Bergamini) από το Πολεμικό Ναυτικό της Ιταλίας, με δυνατότητα πρόσκτησης άλλων δύο.
Δίαυλοι με Τουρκία
Είναι προφανές ότι το Βερολίνο θα προτιμούσε μεγαλύτερη συμμετοχή των γερμανικών εταιρειών στον Μεσοπρόθεσμο Προγραμματισμό Αμυντικών Εξοπλισμών (ΜΠΑΕ), συνολικού ύψους 30 δισ. ευρώ, που δρομολογεί η ελληνική κυβέρνηση, όπως συνέβαινε στις δεκαετίες του 1990 και του 2000, όταν οι γερμανικοί εξοπλισμοί καταλάμβαναν πάνω από το 40% των αμυντικών προγραμμάτων που υλοποιούσε η Ελλάδα.
Οι εξοπλιστικές επιλογές της Ελλάδας καθορίζονται όχι μόνο με επιχειρησιακά κριτήρια, αλλά και με βάση τα οφέλη που μπορεί να προκύψουν για τα εθνικά συμφέροντα από τη λεγόμενη «διπλωματία των όπλων». Η Γερμανία διατηρεί ανοιχτούς διαύλους με την Τουρκία για την προώθηση γερμανικών αμυντικών συστημάτων στην Αγκυρα, γεγονός που λαμβάνεται υπόψη από την ελληνική πλευρά κατά την υλοποίηση του νέου εξοπλιστικού προγράμματος των Ενόπλων Δυνάμεων, στο πλαίσιο της «Ατζέντας 2030».
«Σε ό,τι αφορά τους εξοπλισμούς μεταξύ Γερμανίας και Τουρκίας, αντιλαμβάνεστε ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να απαιτήσει από οποιαδήποτε χώρα τον τρόπο με τον οποίο θα κινηθεί σε ζητήματα προμηθειών αμυντικών συστημάτων», δήλωσε ο Γιώργος Γεραπετρίτης στις κοινές δηλώσεις του με τον Γερμανό ομόλογό του και πρόσθεσε: «Εκείνο, όμως, το οποίο θεωρούμε απολύτως αναγκαίο είναι να διασφαλίζεται ότι τα συστήματα αυτά, τα οποία προμηθεύονται τρίτες χώρες, δεν θα αξιοποιούνται σε βάρος συμμάχου χώρας».
Στο ίδιο πλαίσιο διπλωματικών επαφών, ιδιαίτερη σημασία είχε και η συνάντηση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Γερμανό υπουργό Εξωτερικών Γιόχαν Βάντεφουλ, κατά την οποία συζητήθηκαν οι περιφερειακές εξελίξεις, με έμφαση στο Ιράν, στον Λίβανο και στη Μέση Ανατολή.
Ο πρωθυπουργός υπογράμμισε την ανάγκη η Ευρώπη να έχει ενεργό ρόλο την επόμενη ημέρα μιας ενδεχόμενης ειρηνευτικής συμφωνίας, ενώ τόνισε και τη σημασία στήριξης της κυβέρνησης και των ενόπλων δυνάμεων του Λιβάνου.
Παράλληλα, εξετάστηκαν ζητήματα κοινού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος, όπως οι ευρωατλαντικές σχέσεις, η ενίσχυση της συλλογικής ευρωπαϊκής άμυνας και το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο. Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στη διατήρηση της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, με τον πρωθυπουργό να επισημαίνει ότι αποτελεί επιτακτική ανάγκη να μη δημιουργηθούν επικίνδυνα προηγούμενα, όχι μόνο σε περιφερειακό αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο.
Το «SAFE 2»
Την ίδια στιγμή, ο υπουργός Εθνικής Αμυνας Νίκος Δένδιας υποδέχθηκε χθες στο υπουργείο τον Ευρωπαίο επίτροπο για την Αμυνα και το Διάστημα, Αντριους Κουμπίλιους. Κατά τη συνάντηση συζητήθηκαν ζητήματα που αφορούν την ευρωπαϊκή αμυντική πολιτική και την πολιτική Διαστήματος, καθώς και τα ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία για την άμυνα.
Ο κ. Δένδιας έθεσε την ανάγκη διορθωτικών δημοσιονομικών παρεμβάσεων κατά την εκπόνηση του δεύτερου χρηματοδοτικού προγράμματος «SAFE 2», στη βάση των προβλημάτων που εντοπίστηκαν στην εφαρμογή του «SAFE», ενώ υπογράμμισε τις πάγιες ελληνικές θέσεις ως προς τα κριτήρια επιλεξιμότητας.
