ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Εύα Νικολαϊδου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google
Είχε το χάρισμα να γίνεται αγαπητή απ’ όλες τις ηλικίες. Ενα απόγευμα στο σπίτι της, Θεσπρωτέως 1 (πάροδος της Λεωφόρου Αλεξάνδρας), την επισκέφτηκαν παιδάκια του Δημοτικού για να τη γνωρίσουν επειδή διδάσκονται στα σχολεία μερικά βιβλία της. Κουβέντιαζε μαζί τους σαν να είχε κοντά της ώριμους ανθρώπους και τόνισε στα παιδιά ότι ποτέ δεν τιμώρησε στη διάρκεια της θητείας της ως δασκάλα κανέναν μαθητή.

Η γνώμη της για την τιμωρία ως μέσο παραδειγματισμού ήταν η ακόλουθη: « Απ’ ό,τι έχω μελετήσει σε βιβλία παιδαγωγικής, δεν μπόρεσα ποτέ να βρω ούτε το όνομα αυτού του σπουδαίου εφευρέτη, ούτε και τα επιχειρήματα που θα ήταν ικανά να με πείσουν για το ορθό του μέτρου. Η δική μου πείρα λέει πως όσο ένα παιδί είναι δυσμεταχείριστο, τόσο πιο πολύ πρέπει να το ‘χω κοντά μου. Εκτός πια κι αν διορίζεται κανείς εκπαιδευτικός μόνο για να εξασφαλίσει έναν μισθό».

Η αφίσα της παράστασης
Η αφίσα της παράστασης
Η Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου
Η Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου

Ηθελαν να τη γνωρίσουν και γνωστοί ηθοποιοί οι οποίοι υποδύονταν ρόλους σχετικούς με την εκπαίδευση, μεταξύ αυτών τακτικά την έβλεπε η Ελλη Λαμπέτη.

Ατέλειωτες ήταν οι συζητήσεις μας στο γεμάτο θαλπωρή διαμέρισμά της. Επί δεκαετίες κυριαρχούσε πάντα στη θεωρία της το παιδαγωγικό σύστημα και η αγάπη της για τα παιδιά. Τη ρώτησα γιατί τόσο πολύ τη βασάνιζε το θέμα της εκπαίδευσης:

«Σ’ όλα τα χρόνια της ζωής μου μέσα στους σχολικούς χώρους δύο ζητήματα με είχαν απασχολήσει βασανιστικά. Η παραμονή των αδύνατων μαθητών στην ίδια τάξη και οι αποβολές σαν τιμωρία. Τα ‘βρισκα και τα δύο άδικα, παράλογα και κυρίως αντιπαιδαγωγικά. Ο δάσκαλος οφείλει να παρασταθεί με ιδιαίτερη στοργή στον αδύνατο ώστε να συμπορευτεί με τους συμμαθητές του. Κατάφερνα να μη μένει ποτέ κανείς μετεξεταστέος ή να απορρίπτεται από το μάθημά μου. Το ίδιο γινόταν και με τις αποβολές.

Το διώξιμο μαθητή επειδή είναι αμελής ή απείθαρχος ή αναιδής ή γιατί δεν προσέχει την ώρα της παράδοσης δεν μπορεί να το υποστηρίξει κανείς παιδαγωγός άξιος του ονόματός του. Διότι με το διώξιμο καταργεί την παιδαγωγική του ιδιότητα. Είμαι δάσκαλος θα πει: παίρνω το παιδί κοντά μου και με τις γνώσεις μου, τις μέθοδές μου το μορφώνω και το διαπαιδαγωγώ. Οταν το παιδί είναι μελετηρό και υπάκουο το κρατώ κι όταν είναι δύσκολο το διώχνω; Μα τότε ακριβώς έχει πιο πολύ την ανάγκη μου. Και στους δύσκολους χαρακτήρες ο καλός παιδαγωγός όχι μόνο δεν ελαττώνει, αλλά επαυξάνει την επαγρύπνησή του».

● Ο έρωτας αλλάζει τον άνθρωπο;

Ο έρωτας είναι ένα από τα ωραιότερα αισθήματα του ανθρώπου. Οταν γνωρίσω έναν νέο και μου πει ότι δεν ερωτεύτηκε νιώθω οίκτο γι’ αυτόν. Γιατί δεν έχει νιώσει το πιο ωραίο αίσθημα του ανθρώπου. Δεν είναι απλώς ένα γέμισμα ζωής, αλλά είναι και μια μέθοδος ζωής, είναι πορεία ζωής, είναι είδος κινητήριας δύναμης.

Οπως έχουμε τις δυνάμεις της κίνησης – κινείται λέμε με τον ατμό, κινείται με τον αέρα, κινείται με τον ηλεκτρισμό, με τον μαγνητισμό. Ο αισθηματίας άνθρωπος κινείται με τον έρωτα. Ζει, υπάρχει με τον έρωτα. Και είναι ένα αίσθημα, ευτυχώς, που δεν εξαντλείται και ούτε καν έχει ηλικία. Νομίζω μάλιστα ότι όσο ωριμάζεις, τόσο καλύτερα τον καταλαβαίνεις τον έρωτα. Ο έρωτας είναι όταν ξέρεις τη σημασία του. Οχι όταν τον μιμείσαι, όταν είσαι ηθοποιός του έρωτα.

Πρέπει να είσαι το πρώτο πρόσωπο του θιάσου, να έχεις τον πρώτο ρόλο. Οταν βλέπω ανθρώπους που είναι απογοητευμένοι από τον έρωτα προσπαθώ να τους πείσω ότι είναι ευτυχείς, ότι αυτόν τον πλούτο που νιώθουνε δεν θα τον ξανανιώσουνε. Δεν έχει σημασία αν πάσχουνε. Είναι σαν τον καλλιτέχνη. Οταν κάνει ένα καταπληκτικό έργο τέχνης και βρίσκεται κάτω από την επήρεια της συγκίνησης της μεγάλης τέχνης είναι δυστυχής; Ο ίδιος δεν καταλαβαίνει βέβαια τι είναι, δεν μπορεί να το χαρακτηρίσει. Αλλ’ αυτό είναι ευτυχία, είναι πλούτος ζωής.

Οταν σου περάσει ο έρωτας, είσαι ένα φυσικό ον, όπως λένε οι ζωγράφοι nature morte.

«Να εύχεσαι, όπως λέει ο Καβάφης, να είναι μακρύς ο δρόμος», να εύχεσαι να μην τελειώνει ποτέ ο δρόμος του έρωτα, να είναι αιώνιος.

Οταν ο άνθρωπος χάσει τον έρωτα, αποξηραίνεται, απλώς ζει, απλώς υπάρχει, όπως λένε για τα μέταλλα που απλώς υπάρχουν. Ε, το ίδιο και ο άνθρωπος.

● Μπορεί να δεχτεί κανείς μια σχέση όταν υπάρχει χάσμα πνευματικό;

Μα ο έρωτας δεν φαντάζομαι να ζυγιάζεται με τα εκατέρωθεν βάρη ικανοτήτων ή κοινωνικής θέσης. Βέβαια επηρεάζεται, αλλά δεν εμποδίζεται. Μπορεί να γίνεται πιο δύσκολος, κάποτε και ανυπέρβλητος.

«Ο έρωτας είναι όταν ξέρεις τη σημασία του. Οχι όταν τον μιμείσαι, όταν είσαι ηθοποιός του έρωτα. Πρέπει να έχεις τον πρώτο ρόλο»

Νομίζω ότι εις τον έρωτα εξυπακούεται βέβαια ότι υπάρχει και κάποια άλλη δύναμη στο πρόσωπο που ερωτευόμαστε. Θέλεις να ‘ναι μια ανωτερότητα πνευματική, διανοητική, να έχει ηρωική στάση απέναντι στη ζωή. Ν’ αντιλαμβάνεσαι δηλαδή ότι σε συγκινούνε πολλές πλευρές. Αν γνωρίσεις έναν άνθρωπο, διανοητικά, πνευματικά, οπωσδήποτε συναισθηματικά κατώτερο, δεν μπορείς να συγκινηθείς.

● Εξαρτάται από την ανταπόκριση ο έρωτας;

Ο έρωτας δεν εξαρτάται απ’ την ανταπόκριση. Ο άνθρωπος δεν ερωτεύεται όταν στον έρωτά του υπάρχει ανταπόκριση. Μπορεί να ερωτευτεί χωρίς ανταπόκριση, όπως μπορεί να έχει ανταπόκριση και ο ίδιος να μην ερωτεύεται, να τον αγαπούν χωρίς ν’ αγαπά.

● Δεν υποφέρει όμως αυτός που δεν έχει ανταπόκριση;

Σίγουρα, αλλά βέβαια το να τον αγαπούν κι αυτός να μην αισθάνεται τίποτα είναι μηδέν γι’ αυτόν, το ανύπαρκτον. Δεν είναι απαραίτητο να υπάρχει ανταπόκριση. Νομίζω ότι πιο πολύ αγαπά όταν δεν υπάρχει.

● Και πώς το εξηγείτε αυτό;

Διότι σου λείπει κάτι και το επιθυμείς. Οταν το έχεις, δεν το επιθυμείς. Οταν έχεις κάτι, δεν πάσχεις. Πάσχεις όταν δεν το έχεις. Ετσι λέω εγώ…

Πώς θα περιγράφατε τον Νίκο Καζαντζάκη [σ.σ. ο Νίκος Καζαντζάκης γέμιζε την οικογενειακή ατμόσφαιρα των παιδικών και νεανικών της χρόνων. Συζητούσαν πάντα για τις ψυχικές του ιδιότητες, τις ανατάσεις και τις πτώσεις της ζωής του], αφού ήταν μέλος της οικογένειάς σας ως πρώτος άντρας της αδελφής σας Γαλάτειας;

Σ’ όλη του τη ζωή αντιπαθούσε τους αδύνατους και ελκυόταν προς τους δυνατούς. Δεν μπορούσε ν’ αντικρίσει τους θανάτους. Σε κανέναν αγαπημένο του δεν παρευρέθηκε όταν πέθανε. Ο Νίκος δεν ήτανε ούτε φίλος, ούτε εχθρός. Γιατί και φίλος να είσαι και εχθρός πρέπει να διαθέσεις χρόνο. Ηταν ένας άνθρωπος αμέτοχος, κλεισμένος σ’ έναν πύργο ατομικό, των ατομικών του ενδιαφερόντων. Ο Νίκος ήταν μεγάλων οριζόντων συγγραφέας και οραματιστής. Οι φιλοσοφίες, που τις είχε ξεσκονίσει, δεν τον ικανοποιούσαν, διότι καταλάβαινε ότι για να δοθεί σε μια ιδέα πρέπει αυτή να είναι υψηλή. Οταν μια ιδέα είναι της ζωής παρηγορητική, αυτό το θεωρεί πτωχοπροδρομισμό.

● Ησασταν αρραβωνιασμένη με τον Βάρναλη;

Με αλληλογραφία, διότι εγώ ζούσα στο Ηράκλειο με την οικογένειά μου κι αυτός ζούσε τότε στα Μέγαρα, πρωτοδιορισμένος σχολάρχης. Υστερα αμέσως μετά τον πρώτο χρόνο ήρθε στην Αθήνα και ακολούθησε μαθήματα με υποτροφία στη σχολή Βαρβακείου, στο «Διδασκαλείο Μέσης Εκπαιδεύσεως». Εκεί του έγραφα τα δεύτερα γράμματα της άλλης χρονιάς. Δεν έχω τίποτα από τον Βάρναλη. Μόνο ποιήματά του που μου τα χάρισε και τα ‘χω κορνιζωμένα δυο-τρία. Κι ένα που έγραψε ειδικά για μένα (ΕΝΑΣ – ΟΛΟΙ) και που το αναφέρω στο σίριαλ «Παρθεναγωγείο» – και που εγώ βέβαια το παρεξήγησα, δεν το κατάλαβα.

Με ζήτησε από τον πατέρα μου, φορούσα την ποδιά του διδασκαλείου. Αυτός λοιπόν περνώντας από το Ηράκλειο για να ‘ρθει στην Αθήνα το ‘πε στον πατέρα μου, εκείνος βέβαια είπε όχι, αλλά εμείς αλληλογραφούσαμε εν αγνοία του πατέρα μου. Δεν του είπε «δεν σε θέλω», αλλά «γιατί υπάρχει αυτή η βιασύνη;» και του κακομοίρη τού λέει ο μπαμπάς μου «εγώ δεν μπορώ τώρα να σ’ τη δώσω. Πρώτον, είστε μωρά κι εγώ έχω υποχρεώσεις οικονομικές και δεν μπορώ να σκεφτώ τώρα τέτοια θέματα» μου αναφέρει εμένα ο Βάρναλης όλη τη στιχομυθία. Τον παρακάλεσα να μην πει στον πατέρα μου ότι γνωρίζω για το «μην πει». Ρωτάει ο πατέρας μου «η Λιλίκα ξέρει τίποτα;» «Οχι» λέει ο Βάρναλης. Κι ο πατέρας μου απαντά: «Δεν ξέρει και να μη μάθει!».

(Ημουνα δεκαεφτά ετών, τελείωνα το διδασκαλείο.) Λέει ο Βάρναλης «τότε θ’ αλληλογραφούμε».

«Οχι, να μην αλληλογραφείτε γιατί η αλληλογραφία είναι ένας δεσμός».

«Τότε, λέει ο Βάρναλης, κύριε Αλεξίου, πότε να επανέλθω, πότε θα ξανασυζητήσουμε;» «Μετά τέσσερα χρόνια». Και του λέει ο Βάρναλης «μα κύριε Αλεξίου, ο έρωτας είναι Μαθουσάλας;» και του απαντάει ο μπαμπάς μου: «Κάτι ανώτερο από Μαθουσάλας, στους τίμιους άντρες κρατάει ολόκληρη τη ζωή».

Η εκπαιδευτικός, αγωνίστρια και μεγάλη πεζογράφος

Ποια ήταν η Ελλη Αλεξίου
Η Ελλη Αλεξίου στο σπίτι της
Η Ελλη Αλεξίου στο σπίτι της

Γεννήθηκε στις 22 Μαΐου του 1894 στο Ηράκλειο της Κρήτης. Σπούδασε στο Διδασκαλείο Ηρακλείου και για έξι χρόνια υπηρέτησε ως δασκάλα στο Γ’ Χριστιανικό Παρθεναγωγείο και στη «Στέγη Μικρών Αδελφών». Το 1920 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα μετά τον γάμο της με τον Βάσο Δασκαλάκη. Ακολούθησε σπουδές Παιδαγωγικών και Φιλολογίας. Διορίστηκε καθηγήτρια Μέσης Εκπαίδευσης διδάσκοντας επί 19 χρόνια.

Συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση μέσα από το ΕΑΜ Λογοτεχνών. Το 1945 μετέβη για σπουδές στη Σορβόνη, απ’ όπου έλαβε δίπλωμα φωνητικής και γαλλικής, ενώ παράλληλα δίδασκε σε σχολεία της ελληνικής παροικίας. Της αφαιρέθηκε η ελληνική ιθαγένεια και δεν μπόρεσε να επιστρέψει στην Ελλάδα. Από το 1949 αυτοεξορίστηκε από την Ελλάδα και μέχρι το 1962 εργαζόταν ως εκπαιδευτικός σύμβουλος των ελληνικών σχολείων των σοσιαλιστικών χωρών. Το 1962 τής επετράπη να επιστρέψει στην Ελλάδα για να μπορέσει να παρευρεθεί στην κηδεία της αδελφής της Γαλάτειας Καζαντζάκη. Αργότερα όμως συνελήφθη και το 1965 βρέθηκε στις φυλακές Αβέρωφ. Στη συνέχεια ελευθερώθηκε και μετέβη στη Ρουμανία ώς το 1966, οπότε και επέστρεψε οριστικά στην Ελλάδα. Με την επιστροφή της συνελήφθη με βάση βούλευμα εναντίον της που είχε εκδοθεί το 1952, δικάστηκε και απαλλάχθηκε. Εκτοτε και μέχρι τον θάνατό της, στις 28 Σεπτεμβρίου του 1988, αφιερώθηκε στη λογοτεχνία. Τα έργα της διακρίνονται για τον ποιητικό ρεαλισμό του ύφους καθώς και για τον κοινωνικοπολιτικό προβληματισμό τους.

Ηταν κόρη του λόγιου και εκδότη εφημερίδων Στυλιανού Αλεξίου. Αδέλφια της ήταν η Γαλάτεια Καζαντζάκη (Γαλάτεια Αλεξίου), ο τοπογράφος μηχανικός του ΕΜΠ, Ραδάμανθυς Αλεξίου, και ο φιλόλογος Λευτέρης Αλεξίου. Ηταν παντρεμένη με τον Βάσο Δασκαλάκη, με τον οποίο και χώρισε. Μετά τον επαναπατρισμό της το 1962 έμεινε μονίμως στην Αθήνα με τον ποιητή Μάρκο Αυγέρη. Ο Μάρκος Αυγέρης ήταν ο δεύτερος σύζυγος της αδελφής της Γαλάτειας, μετά τον θάνατο της οποίας έμεινε κι αυτός έρημος στον κόσμο χωρίς ούτε έναν συγγενή απάνω στη Γη. Ανιψιός της, εγγονός του Ραδάμανθυ Αλεξίου, ήταν ο μουσικός και ποιητής Παύλος Σιδηρόπουλος.