Ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κ. Τζαβέλλας αποφάνθηκε ότι δεν συντρέχει λόγος να ανασυρθεί από το αρχείο η δικογραφία της υπόθεσης των τηλεφωνικών υποκλοπών, παρά το γεγονός ότι το Μονομελές Πλημμελειοδικείο, που έχει καταδικάσει σε βαριές ποινές τέσσερις κατηγορούμενους, είχε ζητήσει να ξεκινήσει έρευνα για το αδίκημα της κατασκοπείας. Οσο προλαβαίνουμε πριν το απαγορεύσει και αυτό, θα λεξιλογήσουμε για την κατασκοπεία.
Η λέξη εμφανίζεται μία μόνο φορά στην αρχαία γραμματεία, στον περιηγητή Παυσανία, ο οποίος μας λέει ότι στην Τροιζήνα υπήρχε ναός της Αφροδίτης Κατασκοπίας. Από την άλλη, η λέξη κατάσκοπος είναι της κλασικής αρχαιότητας· για παράδειγμα, ο Ξενοφώντας στον Ιππαρχικό λέει ότι συνηθίζεται «διὰ κατασκόπων πειρᾶσθαι εἰδέναι τὰ τῶν πολεμίων», να προσπαθείς με τη βοήθεια κατασκόπων να μάθεις την κατάσταση των εχθρών. Ιδια δουλειά με σήμερα, δηλαδή, αν και σε μερικά σημερινά καθεστώτα κατασκοπεύονται και οι υπουργοί.
Από τα πανάρχαια χρόνια οι στρατοί χρησιμοποιούν κατασκόπους για ανίχνευση και για συλλογή πληροφοριών· να θυμηθούμε τη Δολώνεια, τη ραψωδία Κ της Ιλιάδας, όπου οι Τρώες στέλνουν τον «ποδώκη», γοργοπόδαρο δηλαδή, Δόλωνα να κατασκοπεύσει το στρατόπεδο των Αχαιών· δεν είχε καλό τέλος: ο Οδυσσέας και ο Διομήδης, που και αυτοί είχαν βγει για νυχτερινή αναγνώριση, τον αιχμαλώτισαν, τον ανάγκασαν να αποκαλύψει όσα ήξερε και τον σκότωσαν.
Στα χρόνια του Εικοσιένα, ο κατάσκοπος λεγόταν τσασίτης, από το τουρκ. çaşıt. «Είχαμε στείλει έναν τσασίτη εις το Ζιτούνι και ήρθε και μας είπε ότι θα κινηθούν από τρεις μεριές να μπούνε μέσα», λέει κάπου ο Μακρυγιάννης. Ενας άλλος όρος της εποχής ήταν ο καταπατητής. «Τότε έστειλεν ο Μπραΐμης καταπατητάδες, να ιδεί πού είμαι και τι ασκέρι έχω», θυμάται ο Κολοκοτρώνης.
Υπήρχε και ο όρος «σπιούνος», που επιβιώνει και σήμερα, που είχε περισσότερο τη σημασία του χαφιέ – πάλι ο Μακρυγιάννης πνέει μένεα για αυτούς «οπού ’παιζαν το μπιλιάρδο μέσα στους καφενέδες και τώρα είναι σπιγούνοι του Κυβερνήτη και των αλλουνών». Ο σπιούνος είναι δάνειο από το ιταλικό spione, που ανάγεται σε παλαιογερμανική ρίζα, από την οποία προέρχονται επίσης το αγγλικό spy, το γαλλικό espion, το ισπανικό espia και άλλες λέξεις για τον κατάσκοπο σε ευρωπαϊκές γλώσσες.
Παρά την οικτρή τύχη πολλών κατασκόπων, τα μυθιστορήματα και οι ταινίες και σειρές με κατασκοπευτικό θέμα συναρπάζουν και γοητεύουν. Και εκτός από την κρατική κατασκοπεία υπάρχει επίσης η οικονομική/εμπορική και η βιομηχανική κατασκοπεία, που αποβλέπουν στην υποκλοπή απόρρητων επιχειρηματικών πληροφοριών. Στους καιρούς μας, βέβαια, έχουμε επίσης ηλεκτρονική κατασκοπεία και κυβερνοκατασκοπεία.
Κατασκοπεία γράφω, και αυτή είναι η σχολική ορθογραφία, διότι θεωρείται ότι στα νεότερα χρόνια η λέξη προήλθε από το ρήμα «κατασκοπεύω». Από την άλλη, το λεξικό Μπαμπινιώτη προτιμά τη γραφή «κατασκοπία» επειδή παράγει τη λέξη από τον κατάσκοπο. Βέβαια, όταν έχουμε ένα πρωτοφανές κουκούλωμα ενός μεγάλου σκανδάλου, το τελευταίο που μας ενδιαφέρει είναι η ορθογραφία!
