Με απόφαση της ηγεσίας του Αρείου Πάγου που περισσότερο θυμίζει το γνωστό κυβερνητικό «μπάζωμα» και επιβεβαιώνει ένα μοτίβο θεσμικής εκτροπής σε σχέση με ένα από τα σοβαρότερα πλήγματα στη λειτουργία του κράτους δικαίου τα τελευταία χρόνια, η υπόθεση των υποκλοπών οδηγείται εκ νέου στο αρχείο, παρά την απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών τον περασμένο Φεβρουάριο, η οποία άνοιγε τον δρόμο για περαιτέρω διερεύνηση ακόμα και για το αδίκημα της κατασκοπίας.
Η σχετική διαδικασία όχι μόνο δεν ξεκίνησε ποτέ, αλλά, αντιθέτως, με χθεσινή του πράξη ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνος Τζαβέλλας έκρινε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την ανάσυρση της δικογραφίας από το αρχείο.
Η εμπλοκή
Η εξέλιξη αυτή συνιστά τη δεύτερη κατά σειρά αρχειοθέτηση της υπόθεσης, καθώς είχε προηγηθεί, τον Ιούλιο του 2024, η ολοκλήρωση της πρώτης έρευνας από τον αντεισαγγελέα Αχιλλέα Ζήση, χωρίς να εξεταστούν κρίσιμοι μάρτυρες, μεταξύ των οποίων δεκάδες πρόσωπα που είχαν τεθεί υπό παρακολούθηση τόσο από την ΕΥΠ όσο και μέσω του παράνομου λογισμικού Predator.
Ιδιαίτερη βαρύτητα σε σχέση με τη συγκεκριμένη πράξη αποκτά και το ζήτημα της εμπλοκής του ίδιου του Κ. Τζαβέλλα στην υπόθεση, δεδομένου ότι, κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα, είχε θεσμικό ρόλο εποπτείας της ΕΥΠ και είχε συνδεθεί με αποφάσεις που σχετίζονται με παρακολουθήσεις (σ.σ. είχε υπογράψει την παρακολούθηση του Θανάση Κουκάκη), ωστόσο δεν εξαιρέθηκε από την υπόθεση, όπως πολλοί συνάδελφοί του θα είχαν κάνει για λόγους ευθυξίας.
Σύμφωνα με το σκεπτικό του εισαγγελικού λειτουργού, τα στοιχεία που επικαλέστηκε το δικαστήριο δεν κρίνονται ως νέα και δεν δικαιολογούν την επανεκκίνηση της έρευνας. Με τον τρόπο αυτό, τα συμπεράσματα της προηγούμενης εισαγγελικής έρευνας παραμένουν ουσιαστικά στο απυρόβλητο, παρά τις σαφείς ενδείξεις που είχαν αναδειχθεί δικαστικά.
Το σκεπτικό προσπαθεί να θεμελιώσει νομικά την αρχειοθέτηση, απορρίπτοντας ουσιαστικά κάθε στοιχείο που αναδείχθηκε από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών. Οπως επισημαίνεται μάλιστα στη διάταξη, τα δεδομένα που εισφέρθηκαν, μεταξύ αυτών ονόματα και ιδιότητες στελεχών εταιρειών όπως η Intellexa και η Krikel, θεωρούνται… «στοιχεία γνωστά στον διενεργήσαντα την έρευνα», υποβαθμίζοντας έτσι τη σημασία τους.
Την ίδια ώρα, ο εισαγγελέας προσπαθεί να αποδομήσει στο σύνολό της τη δικαστική απόφαση που είχε ζητήσει περαιτέρω διερεύνηση και προκάλεσε τη διαβίβαση των εγγράφων, καθώς επισημαίνει ότι βασίστηκε σε «ασθενέστατες ενδείξεις και υπόνοιες» και όχι σε νέα αποδεικτικά μέσα, λέγοντας μάλιστα ότι η συνεχής απασχόληση της Δικαιοσύνης σε έναν «ατέρμονα κύκλο πανομοιότυπων ερευνών χωρίς ουσιαστικό λόγο παρακωλύει και καθυστερεί την απονομή της».
Αξια αναφοράς είναι και η απόρριψη της κατηγορίας της κατασκοπείας αφού, σύμφωνα με την εισαγγελική κρίση, δεν αποδείχθηκε ποτέ η ύπαρξη «κρατικού απορρήτου» στις συσκευές που τέθηκαν υπό παρακολούθηση, ενώ ακόμα και η πιθανότητα ύπαρξής του περιορίζεται σε επίπεδο εικασίας, χωρίς τα σχετικά δεδομένα «να ανιχνευθούν και να εξετασθούν».
Ακόμα και στην περίπτωση υποθετικής πρόσβασης σε ευαίσθητα στοιχεία, αυτή χαρακτηρίζεται ως «τυχαία και συμπτωματική», ενώ την ίδια ώρα σημειώνεται ότι «δεν υπήρξε εμπλοκή με το κατασκοπευτικό λογισμικό PREDATOR ή οποιοδήποτε άλλο, παρόμοιο, λογισμικό κρατικής υπηρεσίας και δη της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (ΕΥΠ), της Αντιτρομοκρατικής (ΔΑΕΕΒ) και γενικότερα της ΕΛ.ΑΣ.» και κρίσιμα επιμέρους ζητήματα, όπως η χρήση προπληρωμένων καρτών, παραμένουν χωρίς ταυτοποίηση φυσικών προσώπων.
Νέες μηνύσεις
Τον βαθμό της θεσμικής εκτροπής ήρθαν να επιβεβαιώσουν όσα παρουσιάστηκαν στη χθεσινή συνέντευξη Τύπου από τους συνηγόρους θυμάτων των παρακολουθήσεων, οι οποίοι παρουσίασαν μια εικόνα διαδικαστικής βιασύνης και έλλειψης διάθεσης ουσιαστικής εξέτασης των δεδομένων.
Συγκεκριμένα, ειπώθηκε πως ο Αρειος Πάγος ενημερώθηκε την περασμένη Παρασκευή εγγράφως από τον Ζ. Κεσσέ (συνήγορο Θ. Κουκάκη) πως προτίθεται να καταθέσει νέα στοιχεία που δεν υπάρχουν στη δικογραφία καθώς και μηνύσεις από έξι νέα πρόσωπα που μέχρι τώρα δεν είχαν εμφανιστεί και ο Αρειος Πάγος μόλις μία ημέρα μετά από αυτή την ενημέρωση αποφάσισε την παραμονή της υπόθεσης στο αρχείο!
Τι ερευνά η Εισαγγελία Πρωτοδικών
Εκτός από τον Αρειο Πάγο, ακόμα ένα σκέλος της δικογραφίας είχε ανατεθεί από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο προς διερεύνηση στην Εισαγγελία Πρωτοδικών και αφορά αξιόποινες πράξεις που φέρονται να τελέστηκαν κατά τη διάρκεια καταθέσεων. Αυτά τα ζητήματα διαχωρίστηκαν από την κύρια δικογραφία και αφορούν περιστατικά ψευδορκίας που ανέκυψαν κατά τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας ή της κοινοβουλευτικής έρευνας. Συγκεκριμένα, προς διερεύνηση παραμένουν:
● Η τυχόν ποινική ευθύνη του Σταμάτη Τρίμπαλη για το αδίκημα της ψευδούς κατάθεσης, το οποίο φέρεται να τελέστηκε ενώπιον της Εξεταστικής Επιτροπής της Βουλής των Ελλήνων στις 22.09.2022.
● Η τυχόν ηθική αυτουργία στην πράξη αυτή από τον Ιωάννη Λαβράνο και τον Σωτήριο Ντάλα.
● Η τυχόν ποινική ευθύνη για το αδίκημα της ψευδούς κατάθεσης αναφορικά με όσα κατέθεσαν ένορκα ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ο Αιμίλιος Κοσμίδης (στις 19.12.2025) και ο Σωτήριος Ντάλας (στις 09.01.2026).
Μανόλης Ι. Βελεγράκης, συνήγορος Ν. Ανδρουλάκη, μέλος ΚΠΕ ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝ.ΑΛΛ., δημοτικός σύμβουλος Δήμου Αθηναίων
«Το κουκούλωμα είναι προσωρινό»
Η διάταξη του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με την οποία αποφασίστηκε να μην ανασυρθεί από το αρχείο η υπόθεση των υποκλοπών, και ιδίως ως προς το σκέλος της κατασκοπίας, αποτελεί αναμφισβήτητα ακόμα ένα πλήγμα στο κύρος της Δικαιοσύνης. Πλήγμα που προέρχεται όχι από τις ορδές του διαδικτύου και τον τοξικό λόγο. Πλήγμα εν ψυχρώ και όχι εν θερμώ. Υπενθυμίζουμε ότι το ζήτημα της κατασκοπίας ανέκυψε εκ νέου έπειτα από ενδελεχή σκέψη του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ενώ ο αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αχ. Ζήσης το είχε ξεπεράσει σε δύο γραμμές. Βέβαια, το κουκούλωμα είναι μόνον προσωρινό, τα στοιχεία είναι πολλά και δεν θα μπορέσουν να μείνουν για πάντα στο σκοτάδι.
Η πάνδημη αποδοκιμασία της δυσφήμου αυτής διάταξης, η πανδικηγορική αντίδραση στον ευτελισμό της Δικαιοσύνης που αυτή συνιστά έχει προφανώς θορυβήσει το μπλοκ εξουσίας περί την κυβέρνηση.
Δεν εξηγείται αλλιώς η αναγωγή σε επίθεση στη Δικαιοσύνη κάθε κριτικής, κάθε έκφρασης δικαιολογημένης αγανάκτησης. Κατ’ αρχάς, πρέπει να καταστεί σαφές ότι ο κύκλος των προσώπων που δικαιούνται να εκφέρουν άποψη για τη διάταξη είναι ευρύτατος και δεν περιορίζεται μόνον στους επαΐοντες. Δεν μιλάμε για απόφαση φορολογικού δικαστηρίου. Τα έννομα αγαθά που διακυβεύονται είναι γενικότερης σημασίας και κάθε πολίτης μπορεί και οφείλει να έχει άποψη.
Το γνωρίζουν αυτό οι έμπειροι δικαστές, οι οποίοι έχουν συναίσθηση ότι οι αποφάνσεις τους έχουν ευρύτερες επιπτώσεις.
Οπως έχουμε μέχρι στιγμής δείξει και αποδείξει, η αποφασιστικότητα του Νίκου Ανδρουλάκη για να χυθεί άπλετο φως σε αυτήν την υπόθεση δεν κάμπτεται. Αντιθέτως, χαλυβδώνεται από τις προσπάθειες να τεθεί ταφόπλακα στην έρευνα και την απόδοση ευθυνών.
Ζαχαρίας Κεσσές, συνήγορος υπεράσπισης Θανάση Κουκάκη
«Τα κακουργήματα δεν παραγράφονται»
Βιώνουμε μια προαναγγελθείσα θεσμική εκτροπή, καθώς ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δυστυχώς έκρινε ότι δεν υπάρχει λόγος διερεύνησης όλων όσα προέκυψαν κατά τη διαδικασία του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου, παρά την πληθώρα των αποδεικτικών στοιχείων. Αυτό όμως που εκθέτει τον ίδιο και πλήττει το κύρος της Δικαιοσύνης είναι το γεγονός ότι αρνήθηκε να παραλάβει νέα ευαίσθητα αποδεικτικά στοιχεία την Παρασκευή 24.4 και έσπευσε να αρχειοθετήσει την υπόθεση τη Δευτέρα το πρωί.
Η εισαγγελική του κρίση μάλιστα φανερώνει έωλες νομικές και ουσιαστικές κρίσεις, αλλά κυρίως αποδεικνύει ότι δεν μπήκε καν στη διαδικασία να διαβάσει τα αναγνωστέα έγγραφα της δίκης, που ανέρχονται σε δεκάδες χιλιάδες σελίδες και αποδεικνύουν πλήρως τις κατηγορίες. Αυτό που πλέον έχουμε μπροστά είναι η διάβρωση της Δικαιοσύνης στο ανώτατο επίπεδό της.
Τίποτα άλλο δεν μπορεί να διαπιστώσει κανείς όταν βλέπει τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να μην κάνει καμία ανακριτική ενέργεια, να μην εξετάζει μάρτυρες, να μη ζητάει την εξέταση των κινητών συσκευών και των θυμάτων και παρ’ όλα αυτά να προβαίνει σε κρίσεις για τη σημαντικότερη υπόθεση για το κράτος δικαίου στην Ελλάδα. Οσο όμως και να προσπαθήσουν να προστατεύσουν τους θύτες, χρήσιμο είναι να ξέρουν ότι τα κακουργήματα δεν παραγράφονται, οι πράξεις βγαίνουν από το αρχείο όσο αβίαστα μπαίνουν, οι εισαγγελικές διατάξεις δεν παράγουν δεδικασμένο και ότι η υπόθεση των υποκλοπών θα συνεχίσει να παράγει εξελίξεις μέχρι να αποδοθεί Δικαιοσύνη.
Θανάσης Κουκάκης, δημοσιογράφος, θύμα παρακολουθήσεων
«Η σιωπή που διαβρώνει τη Δημοκρατία»
Η απόφαση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Τζαβέλλα να διατηρήσει στο αρχείο την υπόθεση των υποκλοπών για τα αδικήματα της κατασκοπίας και τα πλημμελήματα που εντόπισε το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών δοκιμάζει εκ νέου την ήδη εύθραυστη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ των πολιτών και της Δικαιοσύνης.
Η απόφαση αυτή βασίστηκε στην ατεκμηρίωτη εκτίμηση ότι δεν προέκυψαν νέα στοιχεία ικανά να δικαιολογήσουν επανεξέταση της υπόθεσης, παρά το γεγονός ότι η απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου περιλάμβανε ευρήματα που, κατά κοινή νομική ανάγνωση, επέβαλλαν την περαιτέρω διερεύνηση.
Μια επισήμανση. Ο κ. Τζαβέλλας είχε ήδη από το 2020 ενεργή εμπλοκή στις παρακολουθήσεις της ΕΥΠ και η δικαστική πρακτική επέβαλε να ζητήσει την εξαίρεσή του. Δυστυχώς δεν το έκανε. Αντίθετα, επέλεξε να γίνει μέρος της αλυσίδας της συγκάλυψης και όχι να εξαντλήσει κάθε δυνατότητα αναζήτησης της αλήθειας. Θα κριθεί, όπως θα κριθούν και οι Ισίδωρος Ντογιάκος, Αχιλλέας Ζήσης και Γεωργία Αδειλίνη, που διαμόρφωσαν την πορεία της υπόθεσης των υποκλοπών.
Πιστεύω πως θα ήταν θεσμικά επιβεβλημένο η Ενωση Εισαγγελέων Ελλάδος και η Ενωση Δικαστών και Εισαγγελέων να τοποθετηθούν πρώτες δημόσια για τον χειρισμό Τζαβέλλα. Η σιωπή των δικαστικών ενώσεων μπροστά σε όσα διαδραματίζονται σε κοινή θέα διαβρώνει τη λειτουργία της Δικαιοσύνης. Και η δυσπιστία των πολιτών είναι φυσικό επακόλουθο.
