Η υιοθέτηση της Διακήρυξης των Δελφών για τη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ενωσης προς τα Δυτικά Βαλκάνια σηματοδοτεί μια νέα φάση στη γεωπολιτική αρχιτεκτονική της περιοχής επαναφέροντας δυναμικά στο προσκήνιο τον ρόλο της Ελλάδας ως καταλύτη των εξελίξεων. Είκοσι τρία χρόνια μετά την Ατζέντα της Θεσσαλονίκης, η Αθήνα επιχειρεί να ανανεώσει τη στρατηγική της δέσμευση, προβάλλοντας τη διεύρυνση ως «μη αναστρέψιμη πορεία» και ως επένδυση στη σταθερότητα.
Διπλωματικές πηγές στην Αθήνα περιγράφουν τη συγκυρία ως κρίσιμη αλλά και αντιφατική. Από τη μία πλευρά, αναγνωρίζεται ότι η διαδικασία διεύρυνσης έχει παρουσιάσει καθυστερήσεις και αδυναμίες. Από την άλλη, διαπιστώνεται ότι η πλειονότητα των πολιτών στα Δυτικά Βαλκάνια εξακολουθεί να βλέπει θετικά την ευρωπαϊκή προοπτική.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα επιχειρεί να αναδειχθεί σε βασικό δίαυλο και επιταχυντή της διαδικασίας. «Η διεύρυνση περνάει από την Αθήνα», τονίζουν χαρακτηριστικά διπλωματικοί κύκλοι, υπογραμμίζοντας τη σημασία της ελληνικής πρωτοβουλίας και της επικείμενης Προεδρίας του Συμβουλίου της Ε.Ε. το 2027. Η προγραμματισμένη υπουργική συνάντηση στην Αθήνα και η πρωτοβουλία για σύνοδο «φίλων των Δυτικών Βαλκανίων» εντάσσονται σε αυτή τη στρατηγική.
Ωστόσο, η πρόοδος παραμένει άνιση. Το Μαυροβούνιο εμφανίζεται ως ο πλέον ώριμος υποψήφιος, ενώ η Αλβανία έχει ανοίξει σημαντικό αριθμό διαπραγματευτικών κεφαλαίων. Κεντρικό ζητούμενο παραμένει η πλήρωση των κριτηρίων που αφορούν το κράτος δικαίου και τη θεσμική λειτουργία. Την ίδια στιγμή, η Σερβία καλείται να ευθυγραμμιστεί πλήρως με την ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας – ένα ζήτημα που συνδέεται άμεσα με τη στάση της έναντι της Ρωσίας και τις παραδοσιακές σχέσεις της με τη Μόσχα, οι οποίες εξακολουθούν να προκαλούν επιφυλάξεις στις Βρυξέλλες. Παράλληλα, η πορεία της Βόρειας Μακεδονίας εξακολουθεί να προσκρούει στο ζήτημα με τη Βουλγαρία και τις εκκρεμότητες γύρω από τη βουλγαρική μειονότητα.
Η Αθήνα επιδιώκει να παίξει ρόλο σταθεροποιητή και διαμεσολαβητή, χωρίς να αποφεύγει τα δύσκολα ζητήματα. Στο πλαίσιο αυτό, διπλωματικές πηγές αποσαφηνίζουν ότι δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα οι ισχυρισμοί του Αλβανού πρωθυπουργού Εντι Ράμα περί ώριμων διαπραγματεύσεων για την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών μέσω συνυποσχετικού και προσφυγής στη Χάγη. Οπως επισημαίνεται, το ζήτημα έχει απασχολήσει τις δύο πλευρές στο παρελθόν, ωστόσο η σχετική διαδικασία ουσιαστικά «πάγωσε» όταν το θέμα του συνυποσχετικού οδηγήθηκε στο Συνταγματικό Δικαστήριο της Αλβανίας, χωρίς να υπάρξει συνέχεια.
Το βασικό διακύβευμα, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, είναι η ανάγκη για ένα «success story» της Ε.Ε. Σε μια περίοδο γεωπολιτικών αναταράξεων, η επιτυχής ένταξη των Δυτικών Βαλκανίων θα μπορούσε να λειτουργήσει ως μήνυμα συνοχής και αξιοπιστίας. Και σε αυτή την προσπάθεια, η Ελλάδα φιλοδοξεί να βρεθεί στην πρώτη γραμμή, μετατρέποντας τη συγκυρία σε ευκαιρία στρατηγικής αναβάθμισης.
