Σήμερα, τον τιμά και τον τραγουδά όλη η πολιτική κλίμακα. Αποδεκτός από όλους. Δεν αρνείται σε κανέναν τη συμμετοχή, γιατί έχει μέσα του το αίσθημα ενός εθνικού συνθέτη
Τα τραγούδια του μού θυμίζουν τις χαμάδες του Ζήσιμου Λορεντζάτου, τουτέστιν, καθώς διαβάζω στο Λεξικό του Ελευθερουδάκη, «ελαίες πεσούσες εκ του δένδρου και τρωγόμενες ανάλατες».
Τα τραγούδια του, βιολέτες και ολάνθιστα τριαντάφυλλα. Μαγικά τραγούδια. Σίγουρα ο Νώε θα τα διέσωζε στην Κιβωτό του.
Τα τραγούδια του Ξαρχάκου κυλούν από εποχή σε εποχή. Αγκυρώνουν πάνω στους ανθρώπους. Κάθε τραγούδι του, όμως, έχει βγει από μέσα του με πόνους τοκετού. Είναι φαινόμενο ο Σταύρος Ξαρχάκος. Μέγας τραγουδοποιός, μέγας συνθέτης, καταπληκτικός μαέστρος. Οποιος δεν έχει δει τον Σταύρο Ξαρχάκο να διευθύνει την ορχήστρα του, έχει χάσει κάτι στη ζωή του.
Οπως έλεγε ο Δημήτρης Μητρόπουλος σε μια επιστολή του στον Γιώργο Σεφέρη: «Δεν ζω πια, παρά μόνο για τις στιγμές που είμαι πάνω στο πόδιον. Και για να ζήσω αυτές τις στιγμές, ξοδεύω το υπόλοιπο της ζωής μου, ετοιμάζοντας τον εαυτό μου με απογυμνωτική πειθαρχία, αμφιβολίες και ταπεινοσύνη». Τέτοιος άνθρωπος είναι ο Ξαρχάκος. Η τέχνη του είναι το «πόδιον». Ο Σεφέρης σημειώνει: «Προτιμώ αυτή τη λατινική λέξη, από την μπαγκέτα του μαέστρου, καθώς λέμε».
Ο Ξαρχάκος δεσπόζει πάνω σε όλον αυτόν τον κόσμο που απαρτίζει μιαν ορχήστρα, επάνω σε όλα τα όργανα. Θέλει να κάνει το κάθε πλήθος ένα δικό του μοναδικό όργανο. Και να το πλάθει, να το οδηγεί για να εξαπολύει τον συναρπασμό. Το «πόδιον», λοιπόν, εκφράζει την κυρίαρχη θέση του λειτουργήματός του.
Κολοφώνας της δόξας του είναι το «ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ». Αριστούργημα! Ο «Αδάμας Κοχινούρ» της μουσικής μας, όπως θα έλεγε ο Ανδρέας Εμπειρίκος. Υπάρχουν στίχοι του Νίκου Γκάτσου στο «Ρεμπέτικο», που ο Ελύτης θεωρεί πως είναι από τους καλύτερους που έχουν γραφτεί στην ελληνική γλώσσα.
Μα τώρα που η φωτιά φουντώνει πάλι,
εσύ κοιτάς τ’ αρχαία σου τα κάλλη
και στις αρένες του κόσμου, μάνα μου Ελλάς
το ίδιο ψέμα πάντα κουβαλάς.
Αλλά και το «Πρακτορείο» είναι ένας έξοχος συμβολισμός. Κάτι που θα έγραφαν τα «Τρομερά Παιδιά» του Κοκτό.
Το πρακτορείο
θολό και κρύο
κάποιοι μιλάνε για παράξενες βροχές
και το ταξίδι
σαν άγριο φίδι
γεμίζει φόβο τις αδύνατες ψυχές.
Απόψε μοιάζουμε κι οι δύο
πιο πίσω εγώ κι εσύ μπροστά
σαν βραδινό λεωφορείο
που ’χει τα φώτα του σβηστά.
Για μας ο κόσμος δεν τελειώνει,
για μας ο κόσμος αρχινά
μα της καρδιάς το μαύρο χιόνι
δεν θα μας βγάλει πουθενά.
Ναι, ο Σταύρος είναι ένα φαινόμενο. Σίγουρα, μια μουσική ιδιοφυΐα. Για μένα, ο καλύτερος λαϊκός συνθέτης που έχει η χώρα μετά τον Βασίλη Τσιτσάνη. Δεν αλλάζω τη γνώμη μου. Τα λαϊκά τραγούδια του Σταύρου Ξαρχάκου είναι καλύτερα και από τα λαϊκά του Μίκη και από τα λαϊκά του Μάνου.
Ο Σταύρος Ξαρχάκος είναι ένα φαινόμενο εργατικότητας. Σταχανοβίτης. Δουλεύει 24 ώρες το 24ωρο.
Ζει επικινδύνως. Με τρεις γάμους και τον μύθο του ως μεγάλου εραστή να ισχύει απολύτως. Δεν μπορώ να γράψω στο κείμενο αυτό ονόματα. Θα κοκκινίζαμε όλοι! Ομως, τον δόξασε τον έρωτα, στη ζωή και στα τραγούδια.
Πέρα από δογματισμούς και θεολογικά πιστεύω, το φαινόμενο Ξαρχάκος μάς καταπλήσσει 70 χρόνια τώρα. Μερικά από τα τραγούδια του ήδη παίζονται εδώ και 60 χρόνια: «Απονη Ζωή», «Φτωχολογιά», «Καισαριανή», «Μάνα μου Ελλάς», «Νυν και Αεί».
«Κρατάει τη ζωή του όπως θέλει»

Το φαινόμενο Ξαρχάκος ευθυδρόμησε στη μουσική, από το Ωδείο Αθηνών, όπου πρωτοσπούδασε, στο Παρίσι κατόπιν και στη Σχολή Julliard της Νέας Υόρκης αργότερα. Το φαινόμενο Ξαρχάκος περιλαμβάνει 42 μεγάλους δίσκους, μουσικές για 21 ταινίες του κινηματογράφου και 15 τηλεοπτικές παραγωγές. Το φαινόμενο Ξαρχάκος έχει συνθέσει μουσική για αρχαία τραγωδία και δράματα.
Ενα από αυτά το ανέθεσε στη Μαρινέλλα. Ηταν η «Σονάτα του Σεληνόφωτος» του Γιάννη Ρίτσου. Η Μαρινέλλα ξεδίπλωσε ένα δραματικό ταλέντο, που θα τολμούσε κανείς να το συγκρίνει με αυτό της Κατίνας Παξινού.

Στη ζωή του δεν απέφυγε τις ακρότητες. Δοκίμασε όλους τους πειρασμούς. Υπέκυψε και στον πειρασμό της πολιτικής. Εξελέγη βουλευτής και ευρωβουλευτής. Τα εγκατέλειψε. Ανέλαβε διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου. Το εγκατέλειψε. Δεν ήταν για τέτοια φτιαγμένος ο Σταύρος. Ομως, ένα παράξενο γεγονός συμβαίνει με τον συνθέτη αυτόν. Σήμερα, τον τιμά και τον τραγουδά όλη η πολιτική κλίμακα, από τη Νέα Δημοκρατία μέχρι το ΚΚΕ. Αποδεκτός από όλους. Λαμπρύνει τις γιορτές τους. Υψώνει τα φεστιβάλ τους και δεν αρνείται σε κανέναν τη συμμετοχή, γιατί έχει μέσα του το αίσθημα ενός εθνικού συνθέτη.

Ελεγα πριν για το πόδιον. Ο τρόπος που διευθύνει ο μαέστρος, δεν μπορεί να δημιουργήσει σχολή. Κανένας δεν διευθύνει όπως αυτός. Ο Ξαρχάκος υψώνει το ταπεινό ή, πάλι, κατεβάζει το θεϊκό στο απτό. Το φως της λαμπάδας που κουβαλάει αυτός ο άνθρωπος, μου θυμίζει τον Ρωμανό τον Μελωδό.
Αλλά ψηλό βουνό, έχει και βαθιές χαράδρες. Ο Ξαρχάκος δεν δίνει συνεντεύξεις. Είμαι 60 χρόνια φίλος του και του έχω πάρει μία και μοναδική συνέντευξη. Δεν εμφανίζεται στην τηλεόραση. Δεν είναι εύκολος. Θα έλεγε κανείς πως είναι κλεισμένος στον ελεφάντινο πύργο του. Αλλά δεν είναι. Ιδιαίτερα τώρα, που διανύει την 8η και πλησιάζει στην 9η δεκαετία της ζωής του, κρατάει τη ζωή του όπως θέλει. Κι αφήνεται μόνο σε τέσσερα πρόσωπα: στη μουσική, στην Ηρώ Σαΐα και στα δίδυμα, Σταύρο και Ιζόλδη.

Η Ηρώ Σαΐα είναι η ηγερία του Ξαρχάκου. Του άλλαξε πολλά χούγια. Τον προσέχει σαν τα μάτια της και δεν τον εκμεταλλεύεται μουσικά. Μπορεί να παίρνει από τη φλόγα και την ενέργειά του, αλλά μόνη της πέτυχε να γίνει σπουδαία τραγουδίστρια.
Ο Ξαρχάκος λατρεύει τη θάλασσα. Είναι ηλιοπότης. Το Αιγαίο δεν έχει οθόνη γι’ αυτόν. Το Αιγαίο γι’ αυτόν είναι σύνθεση ύλης και πνεύματος. Οπως η μουσική του. Αυτό που δεν υπάρχει, ακόμα και σήμερα, μέσα στο έργο του, είναι το γήρας. Εφηβος παραμένει. Είχε δίκιο η Μελίνα που τον αποκάλεσε «Ερμή». Αλλά συμπλήρωνε: «Ερμής σε μπρελόκ»!
Θα ήταν άδικο να μη συνδέσουμε τον Σταύρο Ξαρχάκο με τη μεγάλη παράδοση του ελληνικού τραγουδιού. Την παίζει στα δάχτυλα. Γι’ αυτό μπορεί να γράψει -και έγραψε- και συμφωνική μουσική, αλλά κυρίως η πηγή του, πέρα από τις σπουδές, είναι το ρεμπέτικο. Είναι εγγονάκι του Μάρκου. Αλλά ο ίδιος μάς παραδίδει «Διαλόγους με τον Τσιτσάνη» με την Κρατική Ορχήστρα Ελληνικής Μουσικής (ΚΟΕΜ), που είναι απίστευτη! Κάθε τραγούδι, δουλεμένο σαν ένα ξεχωριστό μουσικό έργο.
Διάλεξε την πρώτη περίοδο του Βασίλη Τσιτσάνη και μελοποίησε τραγούδια, όπως: «Στου Αλευρά τη μάντρα», «Μες στην πολλή σκοτούρα μου», «Τα Παντρεμενάδικα», «Αρχόντισσα», «Ο,τι κι αν πω δεν σε ξεχνώ», «Τα βελουδένια μάτια σου», «Τρικαλινή τσαχπίνα» κ.ά. Κανένας δεν έκανε βαθύτερη ανάλυση του φαινομένου Βασίλης Τσιτσάνης, όσο ο Σταύρος Ξαρχάκος.

«Το έργο του Τσιτσάνη το θαυμάζω, το εκτιμώ και το αγαπώ στο σύνολό του. Ανέκαθεν όμως με συνάρπαζε, με συγκινούσε ιδιαίτερα η πρώτη του περίοδος, ώς το 1940, τα τραγούδια δηλαδή που έγραψε ώς τα 25 του χρόνια. Ισως γιατί σ’ αυτήν την περίοδο, την πιο πηγαία και πιο αθώα του, βλέπω να υπάρχουν όλα τα χαρακτηριστικά του μετέπειτα έργου του. Ο,τι έκανε από εκεί και πέρα, από την περίοδο αυτή πηγάζει. Αυτή χαρακτήρισε όλες τις άλλες. Μια στέρνα ανεξάντλητη. Αρχισα να ασχολούμαι με την περίοδο αυτή του Τσιτσάνη σχεδόν ενστικτωδώς. Δεν είχα τίποτε συγκεκριμένο στον νου μου, ή μάλλον αυτά που αρχικά είχα ήταν ποικίλα και τόσο διαφορετικά μεταξύ τους, που στην πραγματικότητα με άφηναν ελεύθερο, ανοιχτό στο απρόσμενο. Αυτό το διαπίστωσα εκ των υστέρων, γιατί εργαζόμασταν ήδη αρκετό καιρό με τους μουσικούς πάνω σ’ αυτό το υλικό, όταν συνειδητοποίησα πως κάτι περίεργο συνέβαινε. Τα τραγούδια αυτά ανακαλούσαν πολύ συχνά, όλο και πιο συχνά όσο προχωρούσε η επεξεργασία τους με την ορχήστρα, άλλες μουσικές, άλλου “γένους” μουσικές. Τρελάθηκα: ο Τσιτσάνης, σαν ύφος και σαν συναίσθημα, αλλά και σαν αρμονία, άρχισε απροσδόκητα να συγκλίνει, άλλοτε με μεγάλους Ευρωπαίους συνθέτες, κλασικούς δημιουργούς, άλλοτε με το λαϊκό τραγούδι μακρινών τόπων, όπως το σπιρίτουαλ και η μουσική της Νέας Ορλεάνης, και άλλοτε με σύγχρονα μουσικά ιδιώματα, όπως ο μινιμαλισμός του Φίλιπ Γκλας! Ενα χάσμα τεράστιο ανάμεσα σε έργα διαφορετικών εποχών, τόπων, τεχνοτροπιών, κωδίκων, “ειδών”, “κατηγοριών” κ.λπ. γεφυρωνόταν αναπάντεχα κάθε τόσο μέσα από τη συγγένεια της μουσικής ψυχής τους, δηλαδή του πυρήνα τους, της ουσίας τους.
Αφέθηκα, με τη βοήθεια των μουσικών, να αφουγκράζομαι αυτές τις μουσικές συνομιλίες και προσπαθήσαμε την έκπληξη και τη γοητεία που νιώσαμε, να τη μεταφέρουμε σε τούτη τη συναυλία, την παρθενική της ορχήστρας μας. Δεν με ενδιαφέρει με την εργασία αυτή να δείξω ότι ο Τσιτσάνης θα μπορούσε να είναι ένας Μπάρτοκ, εάν λ.χ. γνώριζε να αναπτύσσει αλλιώς τις απειράριθμες μουσικές εμπνεύσεις του. Το ζήτημα αν μια πηγαία σύλληψη που έδωσε ένα τραγούδι-διαμάντι τριών λεπτών θα μπορούσε να δώσει και ένα σημαντικό συμφωνικό έργο, έχει απαντηθεί προ πολλού, στην πράξη, από πολλούς μεγάλους δημιουργούς. Την εργασία μας αυτή, επίσης, δεν την ενδιέφερε καθόλου να κάνει, ευθέως ή εμμέσως, “αξιολογικές συγκρίσεις” ανάμεσα σε διαφορετικές μορφές μουσικής. Ισα-ίσα, στο ακριβώς αντίθετο μας οδήγησε, αποκαλυπτικά, η προσεκτική, και γι’ αυτό ερεθιστική, ανάγνωση της “πρώτης ύλης”: μας έδειξε πως στο βάθος, στον πυρήνα, στην ουσία του πράγματος, μία είναι η γλώσσα της μουσικής. Και πως όταν οι ψυχές συγγενεύουν, τότε ο Τσιτσάνης συνομιλεί με τον Μπαχ, τον Μάλερ, τον Σμέτανα, τον Σοπέν, τον Λιστ, φυσικά με τον Χατζιδάκι, αλλά και με τους μαύρους που τραγουδούσαν τα δικά τους ντέρτια στις όχθες του Μισισιπή».
Το φοβερό δίδυμο

Το 1962, θεία τύχη φέρνει κοντά τον Σταύρο Ξαρχάκο και τον Λευτέρη Παπαδόπουλο. Ο Σταύρος τον παροτρύνει να γράψει στίχους. Και ο μέγας στιχουργός γράφει την «Απονη Ζωή» και τη «Φτωχολογιά». Τραγούδια που βασιλεύουν ακόμη και σήμερα στις καρδιές των Ελλήνων.
Το θρυλικό αυτό μπάσιμο περνάει από τις «συμπληγάδες» Μάνου και Μίκη, σαν να μην υπήρχαν. Ο Ξαρχάκος, βέβαια, γέρνει περισσότερο προς τον Μάνο, αλλά είναι αλήθεια ότι ο Μίκης τού εμπιστευόταν μεγάλα έργα του, είτε για να τα ενορχηστρώσει, είτε για να τα παρουσιάσει σε μεγάλα φεστιβάλ.

Τη δεκαετία του 1960, ο Σαββόπουλος είδε τα νερά να φουσκώνουν. Εκείνη τη δεκαετία, ο Ξαρχάκος δέχτηκε την «επίσκεψη του αγγέλου». Και τα δικά του νερά φουσκώνουν. Ομως τα δικά του νερά είναι ελεύθερα, ποτιστικά, χαριτωμένα. Παίζουν. Τα ορχηστρικά του Ξαρχάκου είναι απίστευτα. Ακούει κανείς τη «Βαρκαρόλα» και αισθάνεται ελληνικότητα. Αυτό το τόσο δυσεύρετο και σπάνιο αγαθό.
Εξ αρχής ο Ξαρχάκος ιππεύει τις νότες. Δεν έχει νόρμες και οδηγίες. Τις νότες τις μαγεύει, τις χαϊδεύει, τις κάνει να σκιρτούν. Να είναι στιλπνές. Να έχουν αύρα. Αν τον προσέξετε καθώς διευθύνει, πηγαίνει κοντά στο κάθε όργανο κάποια στιγμή και το καθοδηγεί για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να παίξει τις νότες. Τα χέρια του χαϊδεύουν και υποτάσσουν ακόμα και το μάρμαρο.
Γνωρίζω τον Ξαρχάκο καλά. Μου επιβεβαιώνει έναν αφορισμό του Οδυσσέα Ελύτη: «Κάθε μεγάλη μουσική, στο βάθος είναι μια καταφρόνεση του θανάτου».
Ο,τι συγκλονιστικότερο έχουν δει τα μάτια μου από τον Ξαρχάκο, συνέβη στις Πρέσπες. Στις «δίδυμες νεράιδες», στις εσχατιές της Ελλάδας. Εκεί πετούσε. Δεν πίστευα τι έβλεπα. Την προηγούμενη ημέρα μού είχε ζητήσει έναν κουβά φάρμακα, αλλά στη συναυλία πετούσε!
Οι μεγάλοι φάροι στο αρχιπέλαγος της μουσικής του είναι ο Γκάτσος και ο Λευτέρης Παπαδόπουλος. Αυτός με τα τραγούδια του, που είναι «μποτίλιες στο πέλαγο», στέλνει μηνύματα. Ας θυμηθούμε: «Καισαριανή», «Το μεγάλο μας τσίρκο», «Ρεμπέτικο», «Νυν και Αεί».
Ας θυμηθούμε και μερικά τραγούδια, γιατί θα μας αποδείξουν πως ο Ξαρχάκος, που εγκατέλειψε την πολιτική τρέχοντας, είναι σπουδαίος πολιτικός συνθέτης: «Η χοντρομπαλού» αποτελεί την επιτομή της Ιστορίας της χώρας. «Ο Σαμ, ο Τζόνι κι ο Ιβάν» αποτελεί την επιτομή της παγκόσμιας Ιστορίας. Ερμηνευτικά, διάλεξε δύο ηθοποιούς: Στη «Χοντρομπαλού» τη Δέσπω Διαμαντίδου και στο άλλο, τον Σταύρο Παράβα. Ερμηνείες απίστευτες.
Αλλά και «Το μεγάλο μας τσίρκο», σε στίχους του Ιάκωβου Καμπανέλλη, ήταν η μετωπική σύγκρουση του Ξαρχάκου με τη δικτατορία. Ο άνθρωπος αυτός, με την εξαιρετική ποιότητα των στίχων του Καμπανέλλη, έφτιαξε ένα σπάνιο χαρμάνι, που συγκλόνιζε τους θεατές της παράστασης και δονούνταν κάθε βράδυ το θέατρο από αντιστασιακούς παλμούς.
Ολη η παράσταση, εξαιτίας της μουσικής, των τραγουδιών και της φωνής του Ξυλούρη, αποκτούσε μια δική της ελευθερία. Μια επιβλητική ελευθερία. Σαν αυτή του ξεσηκωμού στο Πολυτεχνείο. Η ελευθερία αυτή είναι αντίθετη με όλες τις εξουσίες. Και η δικαιοσύνη, που κυρίως χαρακτηρίζει τον Καμπανέλλη, ταυτίζεται με το απόλυτο φως.
Δεν μπορώ να μην αναφέρω ένα έργο του που σκεπάζει σαν σκοτεινόχρωμο πέπλο το ελληνικό τραγούδι. Είναι ο «Θρήνος για τον Ιγνάτιο Σάντσεθ Μεχίας», έργο του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα. Το συγκλονιστικό αυτό έργο το ερμήνευσε ο Μάνος Κατράκης, αλλά η μουσική του Σταύρου Ξαρχάκου είναι απροσδόκητη και γεμάτη από το αίμα του ταυρομάχου και του ταύρου στην αρένα.
Μου χρειάζεται ένα βιβλίο, και δεν έχω τον χρόνο να το γράψω. Αλλά αυτός δεν δίνει πεντάρα για το αν θα γράψει κάποιος τη βιογραφία του. Δεν τον ενδιαφέρει η υστεροφημία του, γιατί ξέρει ότι την έχει εξασφαλισμένη. Οχι μόνο την υστεροφημία, αλλά και την αθανασία.
Θέλω να καταλήξω αισιόδοξα και χαρούμενα. Ο Τάκης Πανανίδης, θαυμάσιος φωτορεπόρτερ, έχει γράψει τις «Αναμνήσεις ενός Φωτομάρτυρα». Στενός φίλος του Ξαρχάκου. Από τους λίγους που τον φώναζαν «Βάκη». Λέει, λοιπόν, ο Πανανίδης στο βιβλίο του:
«Με τον Βάκη ζήσαμε από το ’60 και μετά, ανύπαντροι τότε, στο σπίτι της Καλλιδρομίου, που είναι ένα μικρό μουσείο. Περάσαμε μαζί την πείνα. Παρ’ όλο που ο Βάκης είχε γράψει τα θρυλικά “Κόκκινα Φανάρια”. Μόνο εγώ ξέρω πόσο σκληρές μέρες πέρασε, στα όρια της πείνας, αλλά με αξιοπρέπεια. Στο ξενοδοχείο που τον συναντούσα, κρύβαμε τις φρυγανιές, τα κουτάκια με τις μαρμελάδες και τα βούτυρα του πρωινού, για να τα φάμε για μεσημεριανό και βραδινό. Ο Βάκης παντρεύτηκε πρώτα με τη Μαργαρίτα Μπακοπούλου, με κουμπάρο τον θρυλικό Τάκη Β. Λαμπρόπουλο, τον ηγεμόνα της Columbia, στους Αγίους Ταξιάρχες, μέσα στο Πεδίο του Αρεως. Ηρθε κι ο Γιώργος Ζαμπέτας στον γάμο, ντυμένος λόρδος, με ομπρέλα, μπαστούνι και βλέποντας ν’ αργεί η νύφη, λέει στον Ξαρχάκο: “Ρε συ Βάκη, δεν πάμε μέσα ν’ αρχίσουμε εμείς κι όταν έρθει η νύφη την κάνουμε play back;”. Μικρός το δέμας, αλλά μεγάλος εραστής ο Βάκης. Δεκάδες όμορφες τραγουδίστριες και σουμπρέτες του 1960 πέρασαν από εκείνη την “καριόλα” (το μπρούτζινο κρεβάτι του). Αλλά και διάσημες πρωταγωνίστριες, διάσημες υπουργίνες και εφοπλιστίνες. Με αυτήν τη φιλία, εκείνα τα χρόνια, στην οδό Αραχώβης, πληρώναμε τον μπακάλη κάθε μήνα. Και ο γράφων, δεν πήρε μία! Κυρίως γιατί ο Βάκης έγινε μανιώδης ερασιτέχνης φωτογράφος και φωτογράφιζε κυρίως πλακατζίδικες πόζες και πάντα τον Νίκο Γκάτσο, στην Τζια και σε άλλα μέρη. Οταν έγινε αντιδήμαρχος, επί Εβερτ, ανέλαβε άρχοντας του Πνευματικού Κέντρου στην οδό Ακαδημίας. Πήγα χαρούμενος να του ζητήσω να κάνω μία έκθεση με τα έργα μου, και έφαγα κλοτσιές! Δεν υπάρχει μία, μου είπε κοφτά».
Στο ίδιο βιβλίο, ο Πανανίδης μιλάει και για τα κότερα: «Το “Τσούφι” ήταν ένα παλιό τρεχαντήρι με αρχαία μηχανή και το είχε ο Μίκης. Ο Ξαρχάκος είχε την “Απονη Ζωή”, που του την είχε χαρίσει ο Ζάχος Χατζηφωτίου. Ο Μίκης ήθελε να πάμε στην Επίδαυρο με τα κότερα. Παίζονταν οι “Τρωάδες” του Ευριπίδη, σε μουσική του Μίκη. Ο Μίκης μου είπε να καλέσω και τον Ξαρχάκο. Το “Τσούφι” ήταν αραγμένο στη μαρίνα, ακριβώς δίπλα στο κότερο του Ξαρχάκου. Κατά τις 8 το πρωί, ήρθε ο Ξαρχάκος, ακολουθούμενος από μια κυρία πεντάμορφη, αλλά σχεδόν γυμνή. Ο Βάκης έκανε φασίνα στην “Απονη Ζωή” και ο Μίκης σέρβις στη μηχανή του “Τσούφι”. Τα δύο κότερα ξεκίνησαν να πηγαίνουν μαζί. Μόλις ανοιχτήκαμε, ο Ξαρχάκος κάνει δεξιά και την κοπάνησε προς άγνωστη κατεύθυνση! Μόλις το είπα στον Μίκη, αυτός ξεκαρδίστηκε στα γέλια! Αχ μωρέ “Απονη Ζωή”, είπε! Μετά από οκτάωρη περιπέτεια, φτάσαμε στην Επίδαυρο. Ακούσαμε μια γυναικεία φωνή και γυρίζοντας βλέπουμε την Τζένη Καρέζη στο κότερό της “Μαίρη-Μαίρη”. Το κότερο της Τζένης διέθετε πλήρωμα και μάγειρα και έγινε κύριο άρθρο στην “Καθημερινή” της Ελένης Βλάχου. Ο κομμουνιστής Θεοδωράκης απέκτησε δικό του κότερο! Η Καρέζη φωτογραφημένη με μπικίνι. Δέσαμε το “Τσούφι” και ανεβήκαμε με τον Μίκη στο “Μαίρη-Μαίρη”. Το βράδυ, μπαίνοντας στο θέατρο, ο Μίκης με την Τζένη, αποθεώθηκαν από 20 χιλιάδες κόσμο. Ο επίλογος; Το “Τσούφι” το πούλησε η κόρη του Μίκη σε έναν υδραυλικό. Το “Απονη Ζωή” τσακίστηκε ένα απόγευμα στα βράχια της Τζιας».
? Μια ξεχωριστή εκδήλωση
Στο πάρκο Ελευθερίας (πρώην ΕΑΤ-ΕΣΑ) την Τετάρτη 6 Μαΐου (20.00) θα παρουσιαστεί η αφιερωματική έκδοση στον Αλέξανδρο Παναγούλη «Απείθεια στο θάνατο» σε επιμέλεια Νίκου Σηφουνάκη και Θανάση Πετρίδη. Σε αυτήν ο Σταύρος Ξαρχάκος παίζοντας πιάνο θα απαγγείλει ποίημα του Αλ. Παναγούλη, ενώ θα ακολουθήσει μικρό μουσικό αφιέρωμα με τη Μαρία Φαραντούρη και τον Γιώργο Νταλάρα. Την εκδήλωση όπως και την έκδοση έχουν αναλάβει ο Σύνδεσμος Φυλακισθέντων και Εξορισθέντων Αντιστασιακών (ΣΦΕΑ 1967-1974), η Πολιτιστική Εταιρεία «Αρχιπέλαγος» και οι εκδόσεις Καστανιώτη.
