Ο Θέμης Ανδρεάδης εκπροσωπεί ένα τριπλό φαινόμενο. Είναι ο άνθρωπος που, ενώ ταυτίστηκε με το σατιρικό τραγούδι -έχοντας αξεπέραστο τρόπο να το αποδίδει-, έχει ερμηνεύσει με μοναδική τρυφερότητα και λυρισμό και μπαλάντες όπως βέβαια το περίφημο «Οχι, δεν πρέπει να συναντηθούμε» των Γ. Μαρκόπουλου – Γ. Χρονά. Είναι ο ερμηνευτής που υπερασπίστηκε πηγαία, με απόλυτη ακρίβεια και ισορροπία το θεατρικό έθος στην τραγουδιστική σκηνή, με τρόπο τόσο δικό του που βρήκε δύσκολα συνεχιστές στις νεότερες γενιές – κι από αυτούς οι περισσότεροι έχουν σπουδές στο μιούζικαλ που ο Ανδρεάδης δεν είχε. Είναι ο τραγουδιστής και συνθέτης που ενώ απουσίαζε μία ολόκληρη 20ετία από τη μουσική σκηνή -από την οποία αναγκάστηκε να φύγει όταν δισκογραφικές και κυρίως επιχειρηματίες της νύχτας επιχείρησαν να του φορέσουν ασφυκτικό κοστουμάκι συγκεκριμένου ρεπερτορίου και να τον βγάλουν στις πίστες μ’ αυτό-, δεν έχασε την αγάπη, την εκτίμηση και την προσοχή του κοινού.
Το έχουμε διαπιστώσει σε πολλές περιστάσεις τα τελευταία χρόνια, σε βραδιές που κυριολεκτικά δεν πέφτει καρφίτσα απ’ τον κόσμο. Στις εμφανίσεις που έκανε π.χ. μερικά χρόνια πριν στην «Απανεμιά». Στις εμφανίσεις που έκανε στο «Κύτταρο». Και προχθές, Δευτέρα, στην παρουσίαση της βιογραφίας του «Θέμης Ανδρεάδης – Σαν ξαφνικό ταξίδι», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις του «Μετρονόμου», γραμμένη από τον Σταύρο Καρτσωνάκη – μετρ του είδους αφού ο συγγραφέας, που είναι καταρχάς δάσκαλος και ύστερα μελετητής του ελληνικού τραγουδιού και συλλέκτης δίσκων, έχει αποδείξει κι από τη δουλειά του για τον Νίκο Γκάτσο την ακρίβεια, τη συνέπεια αλλά και το συγγραφικό του ταλέντο.
Τίγκα το καφέ του «Ιανού» που φιλοξένησε την εκδήλωση. Κι ο Ανδρεάδης, πάντα χωρίς πόζα και πάντα συναισθηματικός, ευαίσθητος, ειλικρινής και με έφεση στην αφήγηση, διηγήθηκε κάποια κι απ’ όσα έχει εξομολογηθεί στον Καρτσωνάκη γι’ αυτή τη βιογραφία. Κι ανάμεσα στα όσα είπε ήταν και τα δύο περιστατικά-σταθμοί της ζωής του για το πώς ήρθε στο τραγούδι και το πώς έφυγε από αυτό. Για το πρώτο αρκούσε μια κυριακάτικη βεγγέρα της γειτονιάς στο σπίτι του γιου του κουρέα στη συνοικία της Καλλιθέας, μια καλοκαιρινή βραδιά με πανσέληνο και υπόκρουση μεγάλα λαϊκά τραγούδια, για να παρατηρήσει, 6χρονο παιδί ακόμα, τη δύναμη του τραγουδιού να φτιάχνει παρέες και ομοψυχία. Και να ορκιστεί μέσα του πως όταν μεγαλώσει θα γίνει τραγουδιστής. Το δεύτερο συνέβη μετά τον μεγάλο κύκλο επιτυχιών με βάση κυρίως τις ιστορικές μπουάτ, όταν η εποχή που είχε μετακινηθεί προς τους όρους και τις συνθήκες πίστας τον έφερε να συνεννοείται μ’ έναν επιχειρηματία για να βγαίνει ένα μισάωρο να τραγουδάει. Και ήδη από το πρώτο βράδυ η υποδοχή του στον χώρο και οι όροι διασκέδασης τον έκαναν προτού ανεβεί καν στη σκηνή να λύσει τη συνεργασία. Δεν άλλαξε γνώμη ούτε όταν εκβιάστηκε και δέχτηκε απειλές. Αντίθετα επέμεινε στην απουσία του, που τελικά κράτησε 20 ολόκληρα χρόνια, από το 1992 έως το 2012.
Διατήρησε όμως έτσι ένα πολύτιμο ρεπερτόριο που εκτός από τα δύο μεγάλα σατιρικά, αντιδικτατορικά τραγούδια, αλλά και τις δύο μπαλάντες του Μαρκόπουλου και τα άλλα σατιρικά, σκιτσογραφικά και μοναδικά στο είδος τους τραγούδια του ΛοΓο που έκαναν «σχολή» με τη μουσική του ίδιου του Ανδρεάδη ή του Γιάννη Κιουρτσόγλου (ναι, των Πελόμα Μποκιού), περιλαμβάνει και πολλά ακόμα. Κάποια ακόμα ανέκδοτα: στον «Ιανό» π.χ. ο Ανδρεάδης ερμήνευσε ένα εκπληκτικό σατιρικό τραγούδι, ένα από τα δέκα που έχει γράψει μελοποιώντας στίχους τους οποίους τού είχε εμπιστευτεί ο Μποστ. Ή ερμήνευσε δύο ακόμα τραγούδια, σε μουσική γνωστών λαϊκών σουξέ και στίχους του Αγγελου Τσέκερη παραλλαγμένους και πανέξυπνα πολιτικά σατιρικούς. Κρίμα κι άδικο που αυτά τα τραγούδια αναζητούν ακόμα τρόπο (και χορηγία) για να εκδοθούν…
Η παρουσίαση της βιογραφίας έγινε κατά τα άλλα με ομιλητές ακριβώς τους -και συνεργάτες κατά καιρούς του Ανδρεάδη- Τσέκερη και Κιουρτσόγλου – ο πρώτος μίλησε αναλυτικά για τη γνωριμία τους που έγινε πρώτα στο πλαίσιο του δημοσιογραφικού του ρόλου για να εξελιχθεί σε σταθερή φιλία, ο δεύτερος για την ιστορική συνεργασία τους. Και βέβαια παρών ήταν κι ο Καρτσωνάκης συγκινημένος και χαρούμενος.
Εκεί όμως που ο Ανδρεάδης βρέθηκε απολύτως στο στοιχείο του κι ως συνήθως μεταμορφώθηκε παραδίδοντας στους νεότερους τραγουδιστές μαθήματα σκηνικής άνεσης και ερμηνείας της σάτιρας με θεατρικότητα τόσο-όσο, ήταν όταν έμεινε στο πατάρι του «Ιανού» για να πει μερικές από τις διαχρονικές του επιτυχίες. Το έκανε μαζί (με τον κατεξοχήν σκηνικό του επίγονο στην ερμηνεία της τραγουδιστικής σάτιρας) Δώρο Δημοσθένους και τους Δημήτρη Μουντζουράκη από τους Ετσι De και Σταύρο Τσαντέ. Ανάμεσά τους βέβαια και το θρυλικό πια «Είμαι πολύ ωραίος» που -αρκετοί σχολίασαν ψιθυριστά πως- ο Μακάριος Λαζαρίδης κατάφερε να το κάνει εκτός από διαχρονικό, πολύ επίκαιρο ξανά… Αλλά αυτή δεν ήταν πάντα η δύναμη του καλού σατιρικού τραγουδιού, ειδικά όταν ερμηνεύεται υποδειγματικά; Διότι εν προκειμένω είναι ο Θέμης Ανδρεάδης που είναι πολύ ωραίος.
