Ο όρος «βιώσιμη ανάπτυξη» έχει γίνει μαϊντανός. Συνοδεύει, για… ξεκάρφωμα, κάθε είδους κερδοσκοπική επένδυση, ανεξαρτήτως αν αυτή παραβιάζει τη φέρουσα ικανότητα του οικοσυστήματος, ιδιωτικοποιεί τα δημόσια αγαθά, καταστρέφει το περιβάλλον και θέτει σε κίνδυνο την κοινωνική ευημερία.
Πρόσφατο παράδειγμα μιας μεγάλης επιχειρηματικής «επένδυσης» κερδοσκοπικού χαρακτήρα που υπερβαίνει τα όρια της φέρουσας ικανότητας ενός μικρού νησιού είναι το μεγάλο τουριστικό πρότζεκτ στον Διάπορο. Σε έναν από τους τελευταίους εναπομείναντες παρθένους τόπους στη Σιθωνία της Χαλκιδικής.
Πρόκειται για ένα φαραωνικό, δυσανάλογο με τις διαστάσεις του νησιού επενδυτικό σχέδιο, σαν κι αυτά που ξεφυτρώνουν όλο και πιο συχνά τα τελευταία χρόνια στις κάποτε μαγευτικές παραλίες και τα όμορφα νησιά μας.
Ξενοδοχείο 180 κλινών και 26 κτιρίων φιλοξενίας, με κεντρικό κτίριο υποδοχής, εστιατόρια και αθλητικές εγκαταστάσεις, αλλά και δρόμοι, φωτοβολταϊκά συστήματα «εκεί που φύτρωνε φλισκούνι κι άγρια μέντα», μονάδες αφαλάτωσης που με το αλμόλοιπο θα ρυπάνουν τις γύρω ακτές, ιδιωτικές προβλήτες και ελικοδρόμιο, συνθέτουν την εικόνα ενός μεγάλου τουριστικού πρότζεκτ σε μια περιοχή που έχει χαρακτηριστεί ως Ηπιας Τουριστικής Ανάπτυξης.
Οι διαμαρτυρίες των κατοίκων δεν οφείλονται μόνο στο γεγονός ότι καταστρέφεται ένας από τους τελευταίους επίγειους παραδείσους στη Χαλκιδική, ο οποίος μετατρέπεται σε υπερπολυτελές ξενοδοχείο, μη προσβάσιμο στους πολλούς. Οι διαμαρτυρίες σχετίζονται και με το γεγονός ότι κράτος και περιφέρεια Κ. Μακεδονίας, αντί να φροντίζουν να αναπτύξουν δημόσιες υποδομές και δίκτυα σε μια περιοχή εγκαταλειμμένη στην τύχη της, προκειμένου να στηρίξουν έναν ήπιο τουρισμό, φιλικό προς το περιβάλλον και συγχρόνως και προς όφελος της τοπικής κοινωνίας, προωθούν ένα κερδοσκοπικό μοντέλο υπερεκμετάλλευσης της περιοχής με ιδιωτικά έργα που θα απευθύνονται αποκλειστικά στους προνομιούχους πελάτες μιας ξενοδοχειακής μονάδας.
Τι θα έπρεπε να συμβαίνει, όμως, ώστε ένα αναπτυξιακό σχέδιο σε ένα μικρό νησί να είναι βιώσιμο; Πρώτα από όλα, μια μεγάλης κλίμακας ξενοδοχειακή μονάδα σε ένα έρημο νησί θα όφειλε να εντάσσεται σε ένα συνολικό χωροταξικό αναπτυξιακό σχέδιο που θα εγγυόταν, με τις προϋποθέσεις και τους περιορισμούς που θα επέβαλλε, την ισόρροπη οικονομική, κοινωνική και περιβαλλοντική ανάπτυξη. Ενα σχέδιο, δηλαδή, που θα έθετε το μέτρο, με την αρχαιοελληνική έννοια του όρου, ως κανόνα για την ανάπτυξη της περιοχής.
Δεύτερον, θα έπρεπε της ιδιωτικής επένδυσης να έχουν προηγηθεί δημόσιες υποδομές και δίκτυα που να διασφαλίζουν την ισότιμη ικανοποίηση των αναγκών της τοπικής κοινωνίας και των επισκεπτών. Και όχι α λα καρτ, να προβλέπονται μόνο ιδιωτικές υποδομές που να ικανοποιούν αποκλειστικά τις ανάγκες των πελατών κάποιων προνομιούχων «επενδύσεων».
Θα έπρεπε, δηλαδή, να έχει προηγηθεί ένα οδικό, σιδηροδρομικό και θαλάσσιο δίκτυο για την πρόσβαση όλων στην περιοχή και στο νησί, αντί για ιδιωτικό ελικοδρόμιο και ιδιωτικές μαρίνες για την εξυπηρέτηση αποκλειστικά των λίγων και προνομιούχων.
Κι ακόμα, θα έπρεπε να έχουν προηγηθεί δημόσια έργα και δίκτυα διαχείρισης του νερού που θα διασφάλιζαν τη μόνιμη επίλυση του προβλήματος της λειψυδρίας τα καλοκαίρια σε όλη την περιοχή, αντί για ρυπογόνες ιδιωτικές μονάδες αφαλάτωσης αποκλειστικά για τους επισκέπτες ενός ξενοδοχείου.
Υπενθυμίζεται ότι το φράγμα του Χαβρία, ένα δημόσιο έργο που θα έλυνε οριστικά το οξύ πρόβλημα του νερού σε όλη τη Χαλκιδική, έχει εγκαταλειφθεί.
Τρίτον, για να είναι βιώσιμη μια τέτοια «επένδυση» σε ένα μικρό νησί θα έπρεπε τα κτίρια, οι υποδομές και τα δίκτυα, τόσο μεμονωμένα, το καθένα ξεχωριστά, όσο όμως και σαν συνολική λειτουργία, να μην παραβιάζουν τη φέρουσα ικανότητα του οικοσυστήματος. Κάτι που σήμερα δεν συμβαίνει, αφού η φέρουσα ικανότητα των οικοσυστημάτων του νησιού δεν έχει ποτέ εκτιμηθεί.
Γι’ αυτό και σε λίγα χρόνια ο Διάπορος, όπως συστηματικά συμβαίνει όπου σχεδιάζονται τέτοιας έκτασης και έντασης «επενδύσεις», θα χάσει τα συγκριτικά του πλεονεκτήματα, αυτά που τον έκαναν ελκυστικό για τον τουρισμό.
Τέλος, για να είναι μια τέτοια επέμβαση βιώσιμη θα έπρεπε να διασφαλίζει όχι μόνο την περιβαλλοντική ακεραιότητα, αλλά και την κοινωνική αποδοχή. Θα έπρεπε, δηλαδή, οι κάτοικοι να βλέπουν σε αυτήν προστιθέμενη αξία για τον τόπο τους και για τους ίδιους. Κάτι που εκ του αποτελέσματος δεν συμβαίνει, καθώς οι υποσχέσεις για κάλυψη των βοηθητικών επαγγελμάτων της «επένδυσης» από τους κατοίκους της περιοχής προσφέρει σε αυτήν πολύ λιγότερα από όσα της στερεί.
Ακόμα και το γεγονός ότι η γνωμοδότηση της περιφέρειας Κ. Μακεδονίας δόθηκε κατά πλειοψηφία, με μόνο την ψήφο της διοικούσας παράταξης «νύχτα», από μια επιτροπή του περιφερειακού συμβουλίου και όχι ως όφειλε, με διαφάνεια από την ολομέλεια του οργάνου, με τη συμμετοχή στη συνεδρίαση και εκπρόσωπων των κατοίκων, όπως επιμόνως αλλά χωρίς αποτέλεσμα ζήτησε η αντιπολίτευση, αποκαλύπτει την αγωνία των κρατούντων να εγκριθεί εν κρυπτώ η συγκεκριμένη «επένδυση».
Πρόκειται για άλλη μια θυσία των κοινών αγαθών που ανήκουν σε όλους, στον βωμό του κέρδους των λίγων.
*Καθηγητής Πολυτεχνικής Σχολής, πρώην πρύτανης ΑΠΘ, επικεφαλής παράταξης «Αλλαγή στην Περιφέρεια Κ. Μακεδονίας»
