«Τα μάτια του –γυάλινα, χωρίς τίποτα το ανθρώπινο, τόσο ξένα και μακρινά– στριφογύρισαν σαν καφέ υδρόγειοι μέσα στις μακρουλές κόγχες της μάσκας του. Το δίχρωμο πρόσωπο φαινόταν πεντακάθαρα στο φόντο του ουρανού. Μου ήταν αδύνατον να αποστρέψω το βλέμμα από το συντριπτικό φως εκείνων των ματιών, από εκείνο το δολοφονικό γαμψό ράμφος. Πολλά πουλιά παγιδεύονται στο[ν] βρόχο του βλέμματός του. Στρέφουν τα μάτια προς το μέρος του την ώρα που πεθαίνουν».
Στην «Εισαγωγή», ο Μαρκ Κόκερ σπεύδει να σημειώσει ότι τα βιβλία του Τζ. Αλ. Μπέικερ, δημιουργήματα μιας «ποιητικής ιδιοφυΐας», λειτουργούν στο πανεπιστημιακό επίπεδο «ως θεμελιώδη κείμενα αναφοράς». Τούτο δεν προκύπτει μόνον από τον πλούτο των φυσιογραφικών τεκμηρίων που παρέχονται, αλλά οφείλεται, εξίσου, στη δεξιοτεχνία με την οποία αυτά δομούνται και διατυπώνονται, στην «υπερσυμπύκνωση» του δυσεύρετου και δυσπερίγραπτου «όντως υπάρχοντος» σε «καθαρό απόσταγμα»: αποτελέσματα μιας τεχνικής χαρισματικής, διαμορφώνουσας ένα ύφος γλαφυρό μέχρις εξαντλήσεως των αποθεμάτων προσληπτικής ικανότητας των αναγνωστριών/αναγνωστών. Εξού και η υπέρβαση των ορίων του γραμματολογικού είδους της τεκμηριωτικής πεζογραφίας (παρουσιασθέν σε προγενέστερο τεύχος), καθώς το «Ο Πετρίτης», εν προκειμένω, συνιστά έργο «υψηλής λογοτεχνικής αξίας».
Η προηγηθείσα αποτελεί τη θετική πλευρά της υποδοχής του έργου. Διότι υπήρξαν, πολύ σοβαρές ενίοτε, ενστάσεις που πιθανολογούσαν την επινόηση ή αμφισβητούσαν την ακρίβεια, όπως και τη μέθοδο συγκέντρωσης και καταγραφής των πληροφοριών για το συγκεκριμένο «θεσπέσιο» αρπακτικό. Ο συγγραφέας, πάντως, είχε δηλώσει με σαφήνεια ότι αν και το βιβλίο «παρουσιάζεται σαν μια σειρά ημερολογιακών καταγραφών κατά τη διάρκεια ενός και μόνου χειμώνα […]αυτός είναι απλώς ο τρόπος που επέλεξε για να συμπυκνώσει δέκα χρόνια εμπειριών σε ένα ενιαίο αφηγηματικό σύνολο», προσδίδοντας έτσι στο βιβλίο, όπως σημειώνεται και στην «Εισαγωγή», την οικουμενική απήχηση ενός εξαιρετικού μυθιστορήματος,
Στο «Επίμετρο» του Ρόμπερτ Μακφάρλαν, μεταξύ πολλών πρόσθετων στοιχείων που δίνονται (για τη διακαλλιτεχνική εξακτίνωση του βιβλίου, την ποικιλόμορφη πρόσληψή του από ένα επίσης ποικιλόμορφο αναγνωστικό κοινό, την επίδρασή του σε μια σειρά ομοτέχνων, του γράφοντος συμπεριλαμβανομένου, για τον ίδιο τον εμμονικό συγγραφέα, φυσικά, που υπέφερε από διπλή αναπηρία, αλλά και για τον απαράμιλλο θηρευτή–δεύτερο εαυτό του, ακόμη και για τη νικηφόρα αντιμετώπιση των «δρόνων» της σύγχρονης εποχής από χρυσαετούς(!!!)), γίνεται και μία στάση «στο πιο οργισμένο χωρίο του βιβλίου»: «Εμείς είμαστε οι φονιάδες. Ζέχνουμε θάνατο. Κουβαλάμε την αποφορά του. Κολλάει επάνω μας σαν παγετός. Αδύνατον να τον διώξουμε»· –για αυτό το θέμα ο Ρ. Μακφάρλαν έχει γράψει νωρίτερα: «Ξέρω πολλούς που αποστράφηκαν τη μισανθρωπία του βιβλίου, την οποία προσωπικά προτιμώ να την ερμηνεύω ως αίσθημα ντροπής για το είδος μας».
Στις «Σημειώσεις» του (βασικότατου μέλους της ομάδας που επιμελήθηκε το Αρχείο του συγγραφέα) Τζων Φάνσω προστίθενται πληροφορίες για τους φίλους του συγγραφέα, τη σύζυγό του, τους αγαπημένους του ποιητές και πεζογράφους, ενώ εξηγούνται και οι συνθήκες οι οποίες προκάλεσαν τη συγγραφή του μεταγενέστερου άρθρου του (καταληκτικού στον παρόντα τόμο), δημοσιευθέντος το 1971 στο περιοδικό της Βασιλικής Εταιρείας για την Προστασία των Πτηνών.
Ευτυχώς, χάρη στην επετειακή (επαυξημένη) βρετανική έκδοση για τα 50χρονα από την πρώτη εμφάνιση (1967) του «Ο Πετρίτης» στο στερέωμα της λογοτεχνικής τεκμηριογραφίας, συναντιέται επιτέλους μαζί του και το ελληνικό αναγνωστικό κοινό, μέσω της, επίσης τεκμηριωμένης (διότι προσπορισθείσας στοιχεία από τους καθ’ ύλην αρμόδιους της Ελληνικής Ορνιθολογικής Εταιρείας), μετάφρασης της Μαργαρίτας Ζαχαριάδου, και προσκαλείται να βιώσει την ένταση περιγραφών όπως ετούτη:
«Ο κατακόρυφος θερμός αέρας που τον είχε σηκώσει τόσο ψηλά ψύχρανε με τον άνεμο. Αρχισε να φτεροκοπάει με δύναμη μετά από κάθε αερολίσθηση και να κινείται σε όλο και πιο μικρούς κύκλους. Η χαρά μετατράπηκε σε άγρα. Ηταν σβέλτος κι ευέλικτος στον ουρανό καθώς έπλεκε τα περίπλοκα οχτάρια του. Οι φτερούγες του τραβιούνταν πολύ πίσω με την αντίσταση του αέρα. […]
Ο πετρίτης αιωρήθηκε, έμεινε ακίνητος, καβάλα στις ετοιμόρροπες στήλες θερμού αέρα απλώνοντας και κάμπτοντας τις φτερούγες του. Πέντε λεπτά έμεινε εκεί, καρφωμένος σαν αγκάθι στη γαλάζια σάρκα του ουρανού. […] Οταν βούτηξε κάτω απ’ τον ήλιο έγινε μικρός και σκούρος. Η πέρδικα στο χιόνι σήκωσε τα μάτια και είδε τη μαύρη καρδιά να μεγαλώνει καθώς ερχόταν καταπάνω της· άκουσε το σούσουρο των φτερών να γίνεται βουή. […] έσβησε ξαφνικά ο ήλιος, […] το βουητό σταμάτησε, οι καυτές λεπίδες χώθηκαν […]. Και μετά, […] το χιόνι που τινάζεται απ’ τα πόδια που παλεύουν, το χιόνι που σφραγίζει τη σιωπηλή κραυγή του ορθάνοιχτου ράμφους, μέχρι που η ελεήμων βελόνα […] καρφώνεται επιτέλους στον τανυσμένο λαιμό και, με μια κίνηση, παίρνει από μέσα του την τρεμάμενη ζωή».
