Πρόσθετες παρεμβάσεις εξετάζει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μέχρι σήμερα Παρασκευή 17 Απριλίου, καλώντας τις εθνικές κυβερνήσεις να τοποθετηθούν άμεσα επί των προτάσεων, σχετικά με συμφωνία για ένα προσωρινό πλαίσιο κρατικών ενισχύσεων που θα επιτρέψει τη στήριξη ευάλωτων τομέων στην πρωτογενή παραγωγή, στη βιομηχανία, στη μεταποίηση και στις μεταφορές, για όσο διαρκεί η κρίση στο Ιράν, διευρύνοντας ακόμα και εντός του Απριλίου το πεδίο εφαρμογής του πλαισίου CISAF και με χρονικό όριο μέχρι το τέλος της χρονιάς. Σε αυτό το πλαίσιο, η ελληνική κυβέρνηση οφείλει να αξιοποιήσει τα διαθέσιμα ευρωπαϊκά εργαλεία και να υιοθετήσει ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο στήριξης όχι μόνο της βιομηχανίας, αλλά και των υπόλοιπων παραγωγικών τομέων που πλήττονται από την ενεργειακή κρίση.
Στο πεδίο της ηλεκτρικής ενέργειας, προβλέπεται αύξηση της επιδότησης από το 50% στο 70% του ετήσιου κόστους της χονδρεμπορικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας για το 50% της κατανάλωσης, ενώ παράλληλα περιορίζεται ο συμψηφισμός με την ενίσχυση μέσω του μηχανισμού αντιστάθμισης διοξειδίου του άνθρακα (CO₂) στο 50% της κατανάλωσης.
Πρόκειται ουσιαστικά για ένα ενισχυμένο πακέτο μέτρων που στοχεύει στη σημαντική στήριξη της βιομηχανίας και της μεταποίησης σε συνθήκες αυξημένης ενεργειακής πίεσης, επιβεβαιώνοντας την ανάγκη άμεσης και ουσιαστικής παρέμβασης, την οποία η ελληνική κυβέρνηση εξακολουθεί να καθυστερεί, την ώρα που η Ευρωπαϊκή Ενωση αναγνωρίζει ότι η ενεργειακή κρίση επηρεάζει συνολικά την παραγωγική δραστηριότητα και προτρέπει τα κράτη-μέλη να λάβουν μέτρα στήριξης και για άλλους κρίσιμους τομείς, όπως η αλιεία (στα καύσιμα), η γεωργία (π.χ. στα λιπάσματα και στα καύσιμα) και οι οδικές μεταφορές για να εξασφαλίσουν την ομαλή λειτουργία της εφοδιαστικής αλυσίδας, συμπεριλαμβανομένων των ακτοπλοϊκών συγκοινωνιών.
Η Επιτροπή αναφέρεται επίσης στη δυνατότητα των κρατών-μελών να επιδοτούν το κόστος καυσίμων για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από φυσικό αέριο, υπενθυμίζοντας ότι η Επιτροπή θα αξιολογεί τα εν λόγω καθεστώτα κατά περίπτωση, με την προϋπόθεση να είναι σαφώς καθορισμένα και χρονικά περιορισμένα, να αποτρέπουν στρεβλώσεις της εσωτερικής αγοράς, διασφαλίζοντας ότι δεν θα υπάρχει αντίκτυπος στην ιεράρχηση βάσει αξίας, να διατηρούν τα μακροπρόθεσμα επενδυτικά σήματα για την καθαρή ενέργεια, να αντισταθμίζουν μόνο ορισμένες αυξήσεις του κόστους του φυσικού αερίου και να μην καλύπτουν το κόστος του ΣΕΔΕ. Επίσης, το ανώτατο όριο τιμών να συγκλίνει προς τις τιμές της αγοράς, να περιλαμβάνουν διασφαλίσεις για την πλήρη μετακύλιση των οφελών στους τελικούς καταναλωτές και τελικά μόνο οι καταναλωτές που επωφελούνται από τα μέτρα να συνεισφέρουν στη χρηματοδότησή τους.
Σύμφωνα με την Ε.Ε., η τρέχουσα κρίση υπογραμμίζει την ανάγκη να επιταχυνθεί η μετατόπιση του μεταφορικού φορτίου προς τις σιδηροδρομικές μεταφορές, οι οποίες είναι λιγότερο εκτεθειμένες σε διαταραχές των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, δεδομένων της ενεργειακής τους απόδοσης και της υψηλής επικράτησης της ηλεκτροκίνησης, με το 80% της σιδηροδρομικής κυκλοφορίας στην Ε.Ε. να πραγματοποιείται σε ηλεκτροκίνητες γραμμές.
Παράλληλα, στα διαθέσιμα εργαλεία περιλαμβάνεται και η δυνατότητα μείωσης των φόρων κατανάλωσης στην ενέργεια, αλλά και η σύνδεση των ενισχύσεων σε ενεργοβόρες επιχειρήσεις με την υποχρέωση μεσοπρόθεσμων επενδύσεων σε λύσεις παραγωγής ρεύματος από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (π.χ. φωτοβολταϊκά) ή σε λύσεις αποθήκευσης ενέργειας (συστήματα αποθήκευσης σε μπαταρίες), αύξηση ενεργειακής απόδοσης και ηλεκτροκίνηση – όμως μερικές από αυτές τις επιλογές φαίνεται ότι… σκοντάφτουν σε ανεξήγητες πιέσεις.
Ειδική πρόβλεψη υπάρχει για τη στήριξη των νοικοκυριών με χαμηλότερα εισοδήματα, που επηρεάζονται ιδιαίτερα από τις αυξήσεις των τιμών στην ενέργεια, καθώς το μερίδιο του εισοδήματος που πρέπει να δαπανήσουν για να διατηρήσουν το επίπεδο κατανάλωσης καυσίμων που είχαν πριν από την πολεμική σύγκρουση είναι υπερδιπλάσιο από αυτό των νοικοκυριών με ανώτερα εισοδήματα. Σε αυτό το πλαίσιο, η Επιτροπή σημειώνει ότι η στήριξη των νοικοκυριών γενικά δεν εμπίπτει στην έννοια της κρατικής ενίσχυσης και, ως εκ τούτου, τα κράτη-μέλη είναι ελεύθερα να παρέχουν ανακούφιση, συμπεριλαμβανομένων των πιο ευάλωτων νοικοκυριών.
Την ώρα που η ενεργειακή κρίση εξελίσσεται σε μείζονα απειλή για την παραγωγική βάση της χώρας, με τη βιομηχανία να υφίσταται ήδη σοβαρό πλήγμα στην ανταγωνιστικότητά της, ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία -με κοινή ανακοίνωση του Τμήματος Ενέργειας & Περιβάλλοντος και του τομεάρχη της Κοινοβουλευτικής Ομάδας, Μίλτου Ζαμπάρα, για τα μέτρα ενεργειακού κόστους στη βιομηχανία- καταγγέλλει τη στάση της κυβέρνησης που καθυστερεί να αξιοποιήσει κρίσιμα ευρωπαϊκά εργαλεία και αναδεικνύει την απουσία ολοκληρωμένης στρατηγικής για τη στήριξη της παραγωγής και της οικονομίας.
Καθυστερεί η Ελλάδα
Κεντρικός άξονας της πρότασης του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία είναι η αξιοποίηση του εγκεκριμένου ευρωπαϊκού πλαισίου «Clean Industrial Deal State Aid Framework» («CISAF)», που προβλέπει επιδότηση στη βιομηχανία υπό μορφή δανείου, με υποχρέωση υλοποίησης επενδύσεων σε έργα ΑΠΕ, αυτοκατανάλωσης και αποθήκευσης ενέργειας πίσω από τον μετρητή.
Συγκεκριμένα, το πλαίσιο συνδέει τη στήριξη με επενδύσεις ύψους τουλάχιστον ίσου με το 50% της επιδότησης, διασφαλίζοντας αφενός τη μείωση του ενεργειακού κόστους και αφετέρου τη δημιουργία νέας παραγωγικής και ενεργειακής υποδομής. Πρόκειται για μια παρέμβαση που ενισχύει άμεσα την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας και ταυτόχρονα υπηρετεί τους στρατηγικούς στόχους της ενεργειακής μετάβασης.
Αντίστοιχα μέτρα, στο πλαίσιο αξιοποίησης των ευρωπαϊκών δυνατοτήτων στήριξης, έχουν ήδη υιοθετήσει μια σειρά από χώρες, όπως η Γερμανία, η Ιταλία και η Βουλγαρία, ενισχύοντας την ανταγωνιστικότητα των ενεργοβόρων επιχειρήσεών τους και επιτυγχάνοντας σημαντική μείωση του ενεργειακού κόστους.
Η επιλογή αυτή αναδεικνύει ότι υπάρχουν εφαρμόσιμες λύσεις, τις οποίες η ελληνική κυβέρνηση επέλεξε να μην αξιοποιήσει, αντίθετα, καθυστέρησε σημαντικά και κατέθεσε ένα πακέτο μέτρων αμφίβολης αποτελεσματικότητας, περιορισμένου εύρους εφαρμογής, που αφήνει εκτός μεγάλο μέρος της βιομηχανίας και της μεταποίησης και αποδίδει περιορισμένα οφέλη σε βάθος χρόνου, αποτυπώνοντας έτσι τη χαμηλή προτεραιότητα που αποδίδει στη στήριξη του πιο παραγωγικού τμήματος της ελληνικής οικονομίας. Η ένταση του προβλήματος επιδεινώνεται περαιτέρω από τις πρόσφατες διεθνείς εξελίξεις και την εκτίναξη του ενεργειακού κόστους, που σε ορισμένες περιπτώσεις φτάνει το 70%–90%.
