Με έντονη αντίθεση μεταξύ των εργασιών του 39ου συνεδρίου της ΓΣΕΕ σε υπερπολυτελές ξενοδοχείο του Ηρακλείου Κρήτης και των περιοδειών συνδικαλιστών σε χώρους δουλειάς ξεκίνησαν οι διαδικασίες του τριτοβάθμιου οργάνου, που εξέλεξε χθες προεδρείο, εφορευτική επιτροπή και επιτροπή ελέγχου πληρεξουσίων.
Κατά την έναρξη ο πρόεδρος της Συνομοσπονδίας, Γιάννης Παναγόπουλος, επανέλαβε τις θέσεις της οργάνωσης για ενίσχυση των συλλογικών διαπραγματεύσεων, επαναφορά βασικών εργασιακών δικαιωμάτων και την αντίθεση με τα κυβερνητικά τεχνάσματα στον καθορισμό του κατώτατου μισθού δίνοντας έμφαση στις εξελίξεις των διαβουλεύσεων με εργοδοτικούς φορείς και κυβέρνηση.
Σε ό,τι αφορά την κριτική για την κοινωνική συμφωνία σχετικά με τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας δήλωσε πως όλοι θα κριθούμε από την ικανότητα να εξασφαλιστούν αυξήσεις και καλύτεροι όροι εργασίας.
Για τις έρευνες της Οικονομικής Εισαγγελίας για υπεξαίρεση και ξέπλυμα μαύρου χρήματος ο κ. Παναγόπουλος υποστήριξε πως «το συνέδριό μας αφορά τον θεσμό των συνδικάτων και δεν το εμπλέκουμε στις προσωπικές περιπέτειες, έστω κι αν είναι προφανές ότι ο μεγάλος στόχος είναι τα συνδικάτα».
Νωρίτερα, μέλη της ΔΑΣ σε συνέντευξη Τύπου ανέφεραν πως θα περίμεναν να μην επαναληφθεί η χλιδή προηγούμενων συνεδρίων, την ώρα που εργαζόμενοι και συνδικάτα είναι υποταγμένοι στη θωράκιση της ανταγωνιστικότητας και της κερδοφορίας. Πως η υπόθεση με «τον εκατομμυριούχο πρόεδρο της ΓΣΕΕ θα έβαζε έναν αυτοπεριορισμό στην ηγετική ομάδα των εργατοπατέρων». «Αυτό που το ΠΑΜΕ έχει αποκαλύψει από το 2013, το έχει καταγγείλει αποχωρώντας από το ΙΝΕ της ΓΣΕΕ δικαιώνεται από τις ίδιες τις εξελίξεις» πρόσθεταν αναφορικά με τη δικαστική έρευνα.
Παράλληλα, επέρριψαν σαφείς ευθύνες στην κυβέρνηση λέγοντας πως κρατά στη διοίκηση της ΓΣΕΕ την ομάδα των υποτιθέμενων συνδικαλιστών για να βάζουν πλάτη στην εφαρμογή της αντιλαϊκής πολιτικής, της εργοδοτικής και κρατικής καταστολής. Απορρίπτοντας τον «στενό εναγκαλισμό της ηγεσίας της ΓΣΕΕ και συνολικότερα του εργοδοτικού-κυβερνητικού συνδικαλισμού με τις κυβερνήσεις και τις εργοδοτικές ενώσεις» οι συνδικαλιστές της ΔΑΣ τόνισαν την ανάγκη οργάνωσης κάθε μικρού και μεγάλου αγώνα, κόντρα μάλιστα στην απεργοσπασία και στις επιδιώξεις να «επιβληθεί σιγή νεκροταφείου».
Εντονη εξάρτηση της απασχόλησης στην Κρήτη από τον τουρισμό
Κατά τη διάρκεια του συνεδρίου ο επιστημονικός διευθυντής του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ, Γιώργος Αργείτης, παρουσίασε έρευνα με τίτλο «Περιφέρεια Κρήτης: Παραγωγή, απασχόληση, ανάπτυξη», που αποτυπώνει τις σημαντικές επιπτώσεις από ευαίσθητους παράγοντες, όπως οι διεθνείς εξελίξεις, στον βασικό μοχλό ανάπτυξης του νησιού, τον τουρισμό.
Η έντονη εποχικότητα της εργασίας μεταφέρεται στο εισόδημα των κατοίκων, καθώς διαπιστώθηκε μείωση 9,8% στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ. Υψηλότερη μείωση, 13%, καταγράφηκε στον νομό Ηρακλείου, ενώ μόνο ο νομός Λασιθίου παρουσίασε αύξηση 6,5%.
Το ποσοστό απασχόλησης εμφανίζει θετική μεταβολή στο νησί σε σχέση με την υπόλοιπη χώρα και κινείται διαχρονικά σε υψηλότερα επίπεδα. Ωστόσο, διαπιστώνεται εξασθένηση της αύξησης του εργατικού δυναμικού στην Περιφέρεια Κρήτης, μετά την κάμψη επί της πανδημίας που ακολούθησε τη γρήγορη άνοδο από το 2015 μέχρι το ξέσπασμα του νέου κορονοϊού.
Δομικό μετασχηματισμό στην περιφερειακή αγορά υπέστη η τομεακή διάρθρωση της απασχόλησης, καθώς σε αυτήν συμβάλλει πλέον περισσότερο ο πρωτογενής τομέας ξεπερνώντας τον δευτερογενή. Μάλιστα, ο πρωτογενής συμμετέχει με 9% στην ακαθάριστη προστιθέμενη αξία, ποσοστό υπερδιπλάσιο από αυτό της χώρας, που κυμαίνεται στο 4%. Ο δευτερογενής μείωσε σωρευτικά τη συμμετοχή του στην απασχόληση από το 19,9% στο 13% την περίοδο από το 2009 μέχρι το 2024. Πρωταγωνιστής παραμένει ο τριτογενής, που απορροφά την πλειονότητα του εργατικού δυναμικού.
Περίπου το 70% των εργαζομένων απασχολείται στις υπηρεσίες, κυρίως σε τουριστικούς κλάδους, ενώ η βιομηχανία έχει περιορισμένο ρόλο. Οι περισσότερες νέες θέσεις εργασίας είναι χαμηλής ή μεσαίας εξειδίκευσης και συχνά χαρακτηρίζονται από εποχικότητα και επισφάλεια. Σε ό,τι αφορά τις γεωγραφικές ανισότητες το Ηράκλειο συγκεντρώνει σχεδόν τη μισή οικονομική δραστηριότητα, ενώ άλλες περιοχές κινούνται χαμηλότερα.
Στις προτάσεις της μελέτης δίνεται έμφαση στην ενίσχυση της υφιστάμενης παραγωγικής δομής με ποιοτικά χαρακτηριστικά (π.χ. αύξηση της τοπικά παραγόμενης προστιθέμενης αξίας) και στην αναγκαιότητα για διαρθρωτικό αναπροσανατολισμό της οικονομίας, ώστε να καταστεί ανθεκτικότερη σε κρίσεις εξωγενούς προέλευσης. Ως βασικές παράμετροι για την επίτευξη αυτού του στόχου κρίνονται η ποιότητα της εργασίας, η σταθερότητα του εισοδήματος, η αξιοποίηση του ανθρώπινου κεφαλαίου και ο περιορισμός της κοινωνικής επισφάλειας.
