Ο ολάνθιστος κήπος, η πλησμονή πράσινου και κυανού ώς εκεί που φτάνει το μάτι, το φως, το φως, αυτό προ πάντων, ο ουρανός που σε τυλίγει και σε υψώνει, όλα σε βάζουν στον τόπο καταγωγής, σου δίνουν πάλι τόπο να σταθείς, να πατήσεις χώμα και υγρό χόρτο, να αναγνωρίσεις πάλι τον εαυτό σου. Το φως, άνω, και η υγρασία, κάτω.
Ο τόπος της άνοιξης
Είναι μνήμη ο τόπος της άνοιξης και επανέρχεται περιοδικά, κυκλικά, αλλά όλο και πιο σβησμένα – κι όχι γιατί η ηλικία αδυνατίζει τη μνήμη, απεναντίας, η μεγάλη ηλικία όλο και περισσότερο αναζητά ενδυνάμωση μες στη νοσταλγία, σε εκλεκτικούς εξωραϊσμούς αναμνήσεων. Ο τόπος της άνοιξης επανέρχεται σβησμένα γιατί έχουν σβηστεί οι τελετές, έχουν αφυδατωθεί οι ενιαύσιες ιεροτελεστίες της άνοιξης, του Πάσχα· η ζωή του ανθρώπου της πόλης δεν ορίζεται από τελετές της γης, ανάμεσα στα κτίρια δεν βλέπει ουρανό, το φως είναι έμμεσο ή τεχνητό, ο χρόνος του δεν είναι κυκλικός, ένα διάνυσμα είναι ο χρόνος του, που τον σπρώχνει πάντα μπρος, σε επιτάχυνση.
Ο τόπος του Πάσχα
Από τον Σολωμό ώς τον Καρούζο, από τον Παπαδιαμάντη και τον Σικελιανό ώς τον Ρίτσο και τον Ελύτη, το Πάσχα έγινε ο τελετουργικός τόπος του νεότερου ελληνισμού, τόπος μυθικός, υπέρχρονος, ενοποιητικός· αλλά και τόπος που αντιστοιχούσε σε αισθήσεις, σε υλικότητα, σε βίωμα. Μέσα σε αυτόν τον τόπο ο Νεοέλληνας αναγνώριζε τον συλλογικό εαυτό του και την ατομική εμπειρία του: στον ολάνθιστο κήπο της παιδικής ηλικίας, στις εκκλησιές και τους τάφους των προγόνων, στις πλατείες των χορών και τις αυλές των συμποσίων.
Ακόμη κι αν το χωριό, το νησί, η κώμη ήταν μόνον τόπος διακοπών, ο τόπος των παππούδων, πρόσφερε βιωματική σχέση με τον τόπο και τις τελετές του. Υπήρχε Μεγάλη Εβδομάδα, τροπάριο της Κασσιανής, Επιτάφιος Θρήνος, γλυκύ μου έαρ, Ανάσταση, επανένωση σογιών και γενεών. Υπήρχε αδιαμεσολάβητη επαφή με τη φύση, ας την πούμε περισταλτικά «τοπίο».
Τόποι μαγαρισμένοι, τόποι μαραζωμένοι
Σήμερα, αυτοί οι τόποι κι αυτές οι τελετές δεν υπάρχουν. Πολλοί τόποι έχουν μαγαριστεί από τον τουρισμό, οι περισσότεροι τόποι έχουν μαραζώσει και εγκαταλειφθεί, όταν πεθαίνουν οι γέροντες αδειάζουν τα χωριά, οι τελετές έχουν σβήσει ή έχουν καταντήσει σκηνοθετημένα ιβέντ για τους εαρινούς επισκέπτες της γραφικότητας. Ο τόπος του Πάσχα, ως τόπος αυτοαναγνώρισης, έχει συρρικνωθεί σε μια αχνή ανάμνηση των πιο ηλικιωμένων· μια ανάκληση του απολεσθέντος κήπου της παιδικής ηλικίας, μια θαμπή αναλαμπή εαρινών σκιρτημάτων εφηβικών ερώτων.
Αλλαξαν οι τόποι, άλλαξαν οι τελετές. Μάλλον, φύραναν. Χάθηκαν. Μένει το ταυτοτικό κενό, τουλάχιστον συλλογικά, τουλάχιστον για τους μεγαλύτερους σε ηλικία, όσους άγγιξαν οι τόποι μνήμης και οι τελετές συλλογικής αναγνώρισης.
Kitsch επαναμάγευση
Ειρωνικά, στη θέση των χαμένων τόπων, του μετασχηματισμένου χωροχρόνου, επινοούνται νέες παραδόσεις, σε μια προσπάθεια επαναμάγευσης ενός κενού χωροχρόνου. Ας πούμε, η αερομεταφορά του Αγίου Φωτός με τιμές αρχηγού κράτους, η μαγικοποίηση και τουριστικοποίηση ενός τελετουργικού, η εθνικοποίηση-κρατικοποίηση της θρησκείας, κόντρα σε κάθε ιστορικό προηγούμενο, κόντρα σε κάθε θεολογία. Σαν kitsch τελετή μετάβασης: πέρασμα από τον Χριστό στο Κάστρο, στον Χριστό στο Αirbus.
Η έκλειψη του βιώματος, η ερήμωση των τόπων, η απουσία ριζωμάτων, η έλλειψη συλλογικών και ατομικών αυτοαναγνωρίσεων, υποκαθίστανται από το θεσμικό kitsch, τη μαγεία και τη θρησκοληψία.
Νέα ρυάκια
Παρ’ όλ’ αυτά, η ζωή, οι ζωές, θα εξακολουθούν να κυλούν, τα ρεύματα θα ανοίγουν νέα ρυάκια και ποτάμια, οι μελαγχολικές διαπιστώσεις μας θα μείνουν εντέλει πολαρόιντ μιας ιστορικής στιγμής, αυτής που ζούμε τώρα. Οι άνθρωποι θα επινοούν νέες πρακτικές βίου, νέα ήθη και συνήθειες, νέες στρατηγικές συγκρότησης ταυτοτήτων. Η νοσταλγία μπορεί και να τυφλώνει, ιδίως αν δεν σου επιτρέπει να βλέπεις όσα βλασταίνουν κι ανθίζουν μπρος στα μάτια σου, εδώ και τώρα.
Γι’ αυτό ξαναγυρνώ το βλέμμα στα λυγερά σπαρτά, άγρια και εφήμερα καθώς ριγούν στο βοριαδάκι, στρέφω το βλέμμα στο απέραντο γλαυκό, στήνω αυτί στη marcia funebre του γκιώνη, στην εωθινή συμφωνία των πουλιών. Ο τόπος, ο τόπος… Το χώμα. Το φως. Ακόμη και χωρίς τελετές.
