ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Βάση Παναγοπούλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Δεν χρειάζεται να βγεις να περπατήσεις στη φύση για να καταλάβεις ότι ζούμε τις ημέρες του Πάσχα. Οπου υπάρχει άκτιστη γη, έχει κατακτηθεί από φουντωμένες συστάδες κίτρινες μαργαρίτες ανάκατες με καταπράσινες μολόχες και σιγά σιγά οι πινελιές του κόκκινου με τις ανάλαφρες παπαρούνες –είναι το αίμα του Ιησού που χύθηκε κατά τη Σταυρωσή του, είναι τα δάκρυα της Αφροδίτης όπως μυθολογείται για τον χαμό του Αδωνι, όταν έσμιξαν με το αδικοχαμένο αίμα του;– να ξεπετιούνται δειλά δειλά αναμεσά τους, ανεβάζουν ακόμα έναν τόνο την ομορφιά. Οι κουτσουπιές έχουν ντυθεί για τα καλά στα μαβιά, δίνουν την εντολή του πένθους και υπενθυμίζουν την ντροπή μα και τη μετάνοια του Ιούδα για την προδοσία του Ιησού. Λέγεται ότι η κουτσουπιά που το δεύτερο όνομά της είναι το δέντρο του Ιούδα, είναι το δέντρο που κρεμάστηκε ο Ιούδας.

Τα κρίνα είναι στις εξάψεις τους στους κήπους αγκαλιά με τους νάρκισσους. Τον αέρα της πόλης κατακλύζει η ευωδιά από τις ανθισμένες νεραντζιές στα πεζοδρόμια. Αμαθοι καθώς είμαστε πια στα καλούδια της φύσης έρχεται το γεμάτο σώμα της να ξυπνήσει τις οσφρητικές μας οδούς.

Ομως δεν θυμάμαι ποτέ, από τα μικράτα μου, ο καιρός να ήταν χαρούμενος τη μεγαλοβδομάδα. Πάντα μουντός ο ουρανός με αποκορύφωμα το αδάμαστο ψιλόβροχο τη Μ. Παρασκευή. Θυμάμαι τις καμπάνες να χτυπούν πένθιμα όλη την ημέρα, φρουροί ακοίμητοι να συνοδεύουν το ταξίδι μας στο χωριό. Σαν μυητικός ηχητικός διάδρομος που σε οδηγούσε σταθερά, βήμα το βήμα, να βιώσεις το τραύμα της Σταύρωσης. Και η μόνη ελπίδα χαράς ήταν –όταν πια είχαμε φτάσει στο πολυπόθητο πατρικό– να πάμε στο βουνό να μαζέψουμε μανούσια. Ομάδες ομάδες ξεπαραβγαίναμε ποιος θα βρει το καλύτερο μέρος με τα πιο πολλά μανούσια, να γεμίσουμε τις τσάντες μας, να γυρίσουμε να τα δώσουμε στις γυναίκες που, καθισμένες τριγύρω από τον επιτάφιο, έφτιαχναν γιορντάνια με το εύθραυστο κορμάκι τους που έσταζε δροσιά και ευωδιά. Ενα μοιρολόγισμα τελετουργικό. Εκεί ξανακρυβόταν η χαρά στο τσεπάκι μας και περίμενε μέχρι την επομένη, την πρώτη ανάσταση, για να ξετρυπώσει. Εσκαζε το σπίτι από τις ετοιμασίες, τα μαγειρέματα. Τα καλά ρούχα και τα λευκά σοσονάκια με τα λουστρινένια παπούτσια και η λαμπάδα των νονών ξεκουράζονταν στο κρεβάτι και περίμεναν την ώρα του πανηγυρισμού της ζωής.«Ἀνάστα, ὁ Θεός». Ζούσαμε με την ελπίδα της Ανάστασης! Κι ερχόταν η ηλιοφώτιστη Κυριακή του Πάσχα που έδειχνε όλη τη δύναμή της και στα τρικούβερτα γλέντια. Ομως υπήρχε πάντα μια προσκλητήρια φωνή στο απογευματινό λειτουργικό της Αγάπης, την τελική ιερουργία που σφράγιζε τη βίωση του περάσματος από το πένθος ξανά στη ζωή. Τον δρόμο της αγάπης.

Καλή Ανάσταση και Καλό Πάσχα!