«Ισως αυτή ακριβώς η απώλεια συνείδησης να ήταν πραγματικά ο θάνατος. Εχοντας μάλλον παρατηρήσει την ανησυχία στην έκφρασή της, ο Χιρασάκα άρχισε πάλι να της μιλά, σαν να προσπαθούσε να της φτιάξει τη διάθεση. “Ακόμα κι όταν περάσετε στον άλλο κόσμο, δεν νομίζω ότι θα χαθεί τελείως η ύπαρξή σας ως Χατσούε. Γιατί, ξέρετε, στα βάθη της ψυχής μας κοιμούνται οι αναμνήσεις μας από όλες τις ζωές μας”».
«Διαβάζουμε για να ξέρουμε ότι δεν είμαστε μόνοι», είχε γράψει κάποτε ο C.S. Lewis και η σκέψη του αυτή σ’ ακολουθεί διαβάζοντας το βιβλίο «Το μαγικό φωτογραφείο του κυρίου Χιρασάκα» της Γιαπωνέζας συγγραφέα Σανάκα Χιράγκι που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ικαρος, σε μετάφραση από τα ιαπωνικά της Βίκυς Τσιούστα.
Η μεταφυσική αυτή ιστορία χωρίζεται σε τρία σχετικά κεφάλαια, σε διαφορετικές χρονικές περιόδους. Ο ιδιόρρυθμος κύριος Χιρασάκα, ο οποίος δεν ζει πια, διευθύνει ένα φωτογραφικό στούντιο από το οποίο περνούν άνθρωποι μεταξύ του θανάτου και της εισόδου στον μετά θάνατον κόσμο.
Ζει σε αυτόν τον ενδιάμεσο κόσμο και δεν θυμάται το όνομά του ή τίποτα για την οικογένειά του, το επάγγελμά του ή τον τρόπο που πέθανε. Παίρνει το νέο του όνομα από την ιαπωνική παράδοση. Γιομότσου Χιρασάκα ονομαζόταν η πλαγιά που χώριζε τον κόσμο των ζωντανών από αυτόν των νεκρών.
Ο ήρωας της Χιράγκι ελπίζει ότι, συναντώντας ανθρώπους που περνούν από τον ζωντανό κόσμο στη μετά θάνατον ζωή, τελικά θα βρει κάποιον που τον γνώριζε όταν ήταν ζωντανός. Στο στούντιό του, δίνει στους πρόσφατα εκλιπόντες το δώρο να βλέπουν τις αγαπημένες τους αναμνήσεις από κάθε χρόνο της ζωής τους, τις οποίες παρουσιάζει με τη μορφή φωτογραφιών που τοποθετεί σε ένα περιστρεφόμενο φανάρι.
Η πρώτη «καλεσμένη» του Χιρασάκα είναι μια γυναίκα ενενήντα δύο ετών, η πρώην δασκάλα Χατσούε. Σε αντίθεση με τους περισσότερους επισκέπτες του Χιρασάκα, η Χατσούε καταλαβαίνει ότι έχει πεθάνει. Ωστόσο, η μετά θάνατον ζωή δεν είναι αυτό που περίμενε. «Νόμιζε ότι μετά τον θάνατο θα φαίνονταν κάπως πιο πεθαμένη. Οτι θα είχε, για παράδειγμα, ένα από αυτά τα παραδοσιακά τριγωνικά κομμάτια ύφασμα στο κεφάλι της ή ότι το σώμα της θα ήταν διαφανές. Τίποτα από αυτά όμως δεν συνέβαινε».
Ο Χιρασάκα εισάγει τη Χατσούε σε μια σκληρή γνωστική αλήθεια: η μνήμη δεν είναι ένα άφθαρτο αρχείο, αλλά ένας ζωντανός οργανισμός που φθείρεται από την ίδια την πράξη της ανάκλησης. Η απογοήτευση της ηρωίδας μπροστά στην αλλοιωμένη φωτογραφία ενός παλιού λεωφορείου στο Τόκιο λειτουργεί ως ο καταλύτης για μια μεταφυσική περιπλάνηση. Ο Χιρασάκα, σε ρόλο πνευματικού οδηγού, την επαναφέρει στο χωροχρονικό πλαίσιο εκείνης της στιγμής, επιτρέποντάς της να διασώσει την ουσία της ανάμνησης προτού αυτή ενσωματωθεί στο τελετουργικό φανάρι.
Το αφηγηματικό ταξίδι μας μεταφέρει στην Ιαπωνία στα τέλη της δεκαετίας του 1940, μια εποχή οδυνηρής αλλά ελπιδοφόρας ανασύνταξης. Εκεί, η Χατσούε είναι μια οραματίστρια παιδαγωγός που έρχεται σε ρήξη με τον συντηρητισμό της εποχής, προτάσσοντας την παιγνιώδη μάθηση έναντι της στείρας ακαδημαϊκής εκπαίδευσης. Η αναμονή για το αυτοσχέδιο σχολικό-λεωφορείο μετατρέπεται σε έναν εσωτερικό μονόλογο αναστοχασμού πάνω στις απαρχές της σταδιοδρομίας της.
Η Χιράγκι επεκτείνει το ανθρωποκεντρικό της βλέμμα και σε πιο σκοτεινές πτυχές της ύπαρξης, υφαίνοντας τις ιστορίες ενός μέλους της μαφιόζικης οργάνωσης Γιακούζα, του Ουανιγκούτσι, και ενός κακοποιημένου κοριτσιού, της Μιτσούρου.
Ο Ουανιγκούτσι φτάνει στο στούντιο του Χιρασάκα σε ηλικία 47 ετών, έχοντας χάσει τη ζωή του μετά από επίθεση με μαχαίρι. Αρχικά εμφανίζεται απότομος και αντιστέκεται στη διαδικασία επιλογής φωτογραφιών, θεωρώντας πως η γεμάτη εγκλήματα ζωή του δεν έχει τίποτα που να αξίζει να θυμάται. Η λύτρωσή του ξεκινά όταν ανακαλεί τη μνήμη ενός ιδιόρρυθμου υπαλλήλου του, του «Ποντικού», ενός νεαρού που επιδιόρθωνε αντικείμενα σε ένα μαγαζί-βιτρίνα για τις δραστηριότητες της Γιακούζα. Μέσα από αυτή τη σχέση, ο Ουανιγκούτσι δείχνει μια σπάνια προστατευτικότητα και συμπόνια. Ενώ η πρώτη ιστορία (της δασκάλας Χατσούε) αποπνέει γαλήνη, η ιστορία του Ουανιγκούτσι φέρνει το στοιχείο της μεταμέλειας. Μας δείχνει ότι η παρηγοριά δεν αφορά μόνο τους «καλούς» ανθρώπους, αλλά και όσους αναζητούν συγχώρεση από τον ίδιο τους τον εαυτό. Η Μιτσουρού φτάνει στο στούντιο του Χιρασάκα, πεθαμένη μόλις στα επτά της χρόνια. Η σύντομη ζωή της σημαδεύτηκε από μια μητέρα που την αγνοούσε και έναν κακοποιητικό πατριό. Η παρουσία της στο μεταφυσικό φωτογραφείο προκαλεί βαθιά θλίψη, καθώς ένα παιδί καλείται να διαλέξει αναμνήσεις από μια ζωή που μόλις είχε ξεκινήσει και ήταν γεμάτη πόνο. Δεν είχε μεγάλες ευτυχισμένες στιγμές, κι έτσι η Μιτσουρού αναζητά την παρηγοριά σε μικρές, καθημερινές λεπτομέρειες. Η δική της «φωτογραφία» δεν αφορά κάποιο σπουδαίο κατόρθωμα, αλλά μια στιγμή ζεστασιάς ή ένα απλό αντικείμενο που της πρόσφερε χαρά.
Παρά το συναισθηματικό βάρος αυτών των θεματικών, η συγγραφέας κατορθώνει να αναδείξει την τρωτή ανθρώπινη φύση μέσα από μια υποβλητική και στοχαστική γραφή. Στην κορύφωση του έργου, ο Χιρασάκα αποκαλύπτεται ως ο κλασικός «αθόρυβος ήρωας» της σύγχρονης ιαπωνικής λογοτεχνίας.
Η δική του οπτική αποκρυσταλλώνει το κεντρικό δίδαγμα του βιβλίου: μια καθησυχαστική παραμυθία που προσφέρει στον αναγνώστη το καταφύγιο που αναζητά σε ένα «μυθιστόρημα παρηγοριάς», ακριβώς όπως το εννοούσε στο απόφθεγμά του ο C.S. Lewis. Σίγουρα, «Το μαγικό φωτογραφείο του κυρίου Χιρασάκα» δεν θα αφήσει αδιάφορο ακόμα και τον πιο απαιτητικό αναγνώστη.
