«Υπάρχει μια γέφυρα που ονομάζεται “Σιράτ” και ενώνει την κόλαση με τον παράδεισο. Ο διαβάτης δέχεται την προειδοποίηση: η γέφυρα είναι πιο λεπτή από την τρίχα του μαλλιού και πιο αιχμηρή από ένα σπαθί».
Πάντα ο πόλεμος μας βρίσκει απροετοίμαστους. Είναι η ελπίδα που μας διατρέχει ότι η ανθρωπότητα δεν θα κυλήσει στον βούρκο. Είναι αδιανόητο να κυλήσει στον βούρκο ξανά. Και ο πόλεμος γράφει πάνω στα σώματά μας, με ανεξίτηλες και ανοιχτές πληγές, γράφει τραύματα που μας στοιχειώνουν, που τα ακολουθούμε και μας ακολουθούν με την ελπίδα της επούλωσης. Τι κι αν ο πόλεμος και η αιώνια κραυγή του δεν έφυγαν ποτέ, δεν ήρθε ποτέ η ειρήνη που φανταζόμασταν και ακόμη περπατάμε σε ένα ναρκοπέδιο που πάνω του η ζωή βαριανασαίνει και προσπαθεί να απελευθερωθεί.

Στο «Σιράτ», στην ταινία του Ολιβερ Λάσε, οι λιποτάκτες τρέχουν να ξεφύγουν από την ίδια τη ζωή που τους πλακώνει, από τον πόλεμο που απροειδοποίητα εισβάλλει στη ζωή τους, την κόβει στα δύο, τη ματαιώνει, κυνηγούν στην έρημο τον τόπο εξιλέωσης, τον παράδεισο που βρίσκεται μετά τους γκρεμούς και τις ανεμοθύελλες και είναι εκείνοι που πρέπει να ακροβατήσουν σε αυτή την τόσο λεπτή γέφυρα με τον κίνδυνο να ακρωτηριαστούν, να χάσουν τον εαυτό τους (ξανά), με σκοπό να τον βρουν ανάμεσα στους άλλους.
Στο «Σιράτ» η έρημος είναι η ατέλειωτη νύχτα, η μοναξιά πριν την αυγή, η αλληλεγγύη που δοκιμάζεται, που πέφτει και σηκώνεται. Η μουσική είναι το μόνο στοιχείο πολιτισμού σε έναν κόσμο που συνεχώς καταρρέει, σε έναν κόσμο που περιτριγυρίζεται από εντολές, διαταγές, στρατολογήσεις, προσφυγιά, όπλα και στρατιωτικές παραλλαγές.
«Παραδίνεσαι στον θόρυβο όπως παραδίνεσαι στον πόλεμο», γράφει ο Σελίν διά στόματος Μπαρνταμί. Υπάρχει μια διαλεκτική μεταξύ του «Ταξιδιού στην άκρη της νύχτας» και του «Σιράτ». Ο πόλεμος, αν και μακρινός και αόρατος, δηλώνει παρών σε κάθε σκηνή, σε κάθε σελίδα, στα τσακισμένα κορμιά, στον πυρετό, στην απώλεια, στο κυνήγι, στο έγκλημα, στη μουσική και στον χορό.
Ο ήρωας του Σελίν θα ακολουθήσει την παρέλαση του στρατού στην πλατεία Κλισί εν μέσω μουσικών και θα καταταγεί στον στρατό για να πολεμήσει Γερμανούς δίχως να το πολυσκεφτεί. Σύντομα, όταν και η μουσική σταματάει, θα γνωρίσει τη φρίκη του πολέμου και θα μετανιώνει την ώρα και τη στιγμή που κατατάχθηκε. Στο «Σιράτ» από την άλλη, δεν τραγουδάνε πολεμικά εμβατήρια, αλλά τραγούδια ανυπακοής. Ενας εκ των πρωταγωνιστών στήνει μίνι παράσταση μπροστά στους συντρόφους του τραγουδώντας τον «Λιποτάκτη» του Μπορίς Βιάν, φέρνοντας στην επιφάνεια ένα από τα δημοφιλέστερα αντι-πολεμικά τραγούδια, σε μια τόσο κρίσιμη πολεμική συγκυρία.
«Κύριε πρόεδρε, δεν πρόκειται να καταταγώ,
δεν βρέθηκα σ’ αυτή τη γη
για να σκοτώνω αθώους,
δεν θέλω να θυμώσετε,
μα πρέπει να σας πω
ότι το έχω πάρει απόφαση
να γίνω λιποτάκτης».
Οσο η μουσική συνεχίζεται και η έντασή της αυξάνεται μέσα στην έρημο, μέσα στο κυνήγι για ένα μέλλον που θα μπορείς να ελπίζεις, ο φόβος του θανάτου απομακρύνεται, ενώ όσο ο πόλεμος κοντοζυγώνει, τότε η μουσική χαμηλώνει παρά τις εκκλήσεις να αυξηθεί η ένταση. Είναι τόσο δυνατός ο θρήνος που η μουσική καταντάει ένα ενοχλητικό βουητό στο background και το έδαφος που κάποτε θεωρούσες ασφαλές είναι τώρα το μελλοντικό σου νεκροταφείο.
Το πέρασμα προς τον παράδεισο δεν περπατιέται, χορεύεται, γι’ αυτό και ο χορός στο «Σιράτ» είναι εκείνος που επιβεβαιώνει στους πρωταγωνιστές ότι είναι ακόμα ζωντανοί. Η rave μουσική στο «Σιράτ» απελευθερώνει, «δίνει το δικαίωμα στην αυτοέκφραση, το δικαίωμα του καθενός σε όμορφα, λαμπερά πράγματα», όπως έγραφε και η Εμα Γκόλντμαν.
Είναι οι εξόριστοι, οι απανταχού τραυματίες πολέμου που βρίσκουν παρηγοριά στις τραυματισμένες πλάτες των συντρόφων τους, όπου με βάση το Κοράνι (το οποίο σαν αόρατο σεντόνι τυλίγει την ταινία) είναι η μοίρα της ανθρωπότητας να χωρίζεται σε «λαούς και φυλές» ώστε να γνωριστούν οι άνθρωποι μεταξύ τους. Αυτό είναι και το «Σιράτ»: η επαναφορά της αλληλεγγύης και του ανθρωπισμού σε συνθήκες απερήμωσης.
«Σε ένα εκτροχιασμένο σύμπαν δεν υπάρχει ζωή παρά μόνο στις αβύσσους», γράφει ο Καμί, συμπυκνώνοντας το μισό νόημα του «Σιράτ», γιατί το άλλο μισό το μαρτυράει αργότερα, όταν έναντι της κόλασης διαλέγει την Ιθάκη, «την πιστή γη, την τολμηρή και λιτή σκέψη, την ξεκάθαρη δράση, τη γενναιοψυχία που ξέρει. Μέσα στο φως, ο κόσμος παραμένει η πρώτη και η τελευταία μας αγάπη. Τ’ αδέλφια μας αναπνέουν κάτω από τον ίδιο ουρανό μ’ εμάς, η δικαιοσύνη είναι ζωντανή. Τότε γεννιέται η παράξενη χαρά που βοηθά να ζούμε και να πεθαίνουμε και που για κανέναν λόγο δεν θα αναβάλουμε πλέον για αργότερα. Πάνω στην πονεμένη γη υπάρχει η ακούραστη ήρα, η πικρή τροφή, ο δυνατός άνεμος που έρχεται από τη θάλασσα, η παλιά και η νέα αυγή. Χάρη σ’ αυτήν θα ξαναφτιάξουμε με τις μάχες την ψυχή τούτης της εποχής…».
