ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Τάκης Λάγιος*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η αρχαιοελληνική φράση «εὐθύνας ὀφλεῖν» μεταφράζεται ως «καταδικάζομαι κατά τη λογοδοσία» ή «βρίσκομαι ένοχος μετά από έλεγχο». Στην αρχαία Αθήνα η «Εύθυνα» ήταν ο υποχρεωτικός απολογισμός που έδινε κάθε άρχοντας μετά τη λήξη της θητείας του. Το δε ὀφλεῖν σημαίνει «οφείλω» ή «καταδικάζομαι σε ποινή». Σήμερα η φράση χρησιμοποιείται για να δηλώσει ότι κάποιος υπέχει ευθύνες για τις πράξεις του ή κρίνεται ένοχος ή υπόλογος μετά από έλεγχο ή αποδεικνύεται αμελής ή επίορκος κατά την άσκηση των καθηκόντων του.

Η λέξη «εύθυνα» προέρχεται από το ευθύνω που σημαίνει ισιώνω, δηλαδή αποκαθιστώ κάτι στη σωστή του κατεύθυνση. Σήμαινε όμως και λογοδοσία, μια σοβαρή διαδικασία της Αρχαίας Αθήνας που εξασφάλιζε ότι κάθε δημόσιος λειτουργός, από τους χαμηλόβαθμους έως τους ανώτερους, έδινε λόγο για τις πράξεις του και τον τρόπο εκτέλεσης των καθηκόντων του. Η διαδικασία αυτή, η «Εὔθυνα», χωριζόταν σε δύο ελέγχους: τον οικονομικό και τον διοικητικό – πολιτικό. Οσον αφορά τα οικονομικά θέματα ο έλεγχος γινόταν από δέκα «Λογιστές». Οσον αφορά τα διοικητικά, κάθε πολίτης είχε το δικαίωμα να καταθέσει γραπτή καταγγελία αν θεωρούσε ότι ο δημόσιος λειτουργός τον αδίκησε ή παραβίασε τους νόμους. Την καταγγελία εξέταζαν δέκα «Εύθυνοι» οι οποίοι, εφόσον έκριναν ότι η καταγγελία ήταν βάσιμη, παρέπεμπαν την υπόθεση στην Ηλιαία, το ανώτατο λαϊκό δικαστήριο.

Με βάση λοιπόν αυτά που προαναφέραμε, η μεγαλύτερη αρετή αλλά και βασική υποχρέωση για έναν δημόσιο λειτουργό -όπως είναι ο δικαστής σήμερα- ήταν η ευθυκρισία και η ακεραιότητα. Επί αυτής της βάσης θα πρέπει σε ένα δημοκρατικό καθεστώς να λογοδοτεί ο δικαστικός λειτουργός και όχι για την ταχύτητα με την οποία διεκπεραιώνει μια υπόθεση. Αν συσσωρεύονται εκκρεμείς υποθέσεις αυτό οφείλεται στην κρατική ανικανότητα να στηρίξει τον βασικό πυλώνα της δημοκρατίας, ο οποίος δεν είναι άλλος από τον θεσμό της Δικαιοσύνης.

Και μιλώντας για θεσμούς θα πρέπει να επισημανθεί ότι οι θεσμοί δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να συγχέονται με πρόσωπα. Ο Αριστοτέλης στα Πολιτικά τονίζει ότι «κύριος της πολιτείας» δεν είναι ο μεμονωμένος πολίτης, αλλά το σώμα (η Εκκλησία του Δήμου ή το Δικαστήριο). Υποστηρίζει ότι η συλλογική κρίση των πολλών είναι ανώτερη από την κρίση του ενός «σπουδαίου» ανδρός, διότι το συλλογικό όργανο υπερβαίνει τα πρόσωπα. Ο δε Δημοσθένης στον «Κατά Μειδίου» λόγο υπογραμμίζει ότι η εξουσία του δικαστή δεν αφορά το πρόσωπό του, αλλά εκπηγάζει από τους νόμους και στο ότι λειτουργεί ως εκπρόσωπος του δήμου. Εξω από αυτό το πλαίσιο ο δικαστής είναι ένας απλός ιδιώτης χωρίς καμία αποφασιστική εξουσία.

Αυτό που ζούμε στην Ελλάδα σήμερα, μετά από δυόμισι χιλιάδες χρόνια οπισθοδρόμησης, είναι η αλαζονική στάση ιδιαίτερα των ανώτατων δικαστών οι οποίοι ταυτίζουν τον θεσμό με τα πρόσωπά τους. Η συμπεριφορά αυτή για τους προγόνους μας θα εθεωρείτο ύβρις προς τον θεσμό. Η αιτία κρύβεται στην παρανόηση της έννοιας της λέξης. Θεσμός για τους αρχαίους σήμαινε τον γραπτό νόμο σε αντίθεση με τον Νόμο που σήμαινε το έθιμο, τον άγραφο νόμο. Σήμερα θεσμός σημαίνει εξουσίες καθώς επίσης και τα λεγόμενα αντίβαρα στις εξουσίες, τα θεσμικά αντίβαρα. Για παράδειγμα ανεξάρτητες αρχές, διεθνείς οργανισμοί,

Διαπιστώνουμε λοιπόν ότι αυτές οι οντότητες που αποκαλούμε θεσμούς έχουν αποκτήσει προσωποπαγή χαρακτήρα. Οι θεσμοί τείνουν να ταυτίζονται με πρόσωπα. Κατά συνέπεια όταν λέμε «να προστατεύσουμε τους θεσμούς» καταλήξαμε να εννοούμε «να προστατεύσουμε τα πρόσωπα που εκπροσωπούν τους θεσμούς». Ομως η πραγματικότητα όφειλε να είναι εντελώς διαφορετική. Η προστασία δεν αφορά τα πρόσωπα αλλά το κύρος των θεσμών ως πυλώνες της δημοκρατίας, οι οποίοι πρέπει να προστατεύονται πρωτίστως από τα πρόσωπα στα οποία έχει δοθεί η εντολή να τους υπηρετούν. Οι δικαστές πρέπει να εκπαιδευτούν με τέτοιο τρόπο ώστε προτού ξεκινήσουν να κρίνουν τους άλλους όσον αφορά τον σεβασμό στους θεσμούς να έχουν κρίνει από όλες τις πλευρές τον εαυτό τους ως προς αυτό.

Ο δικαστής είναι ένας φορέας του «δικαιώματος» απονομής δικαιοσύνης και όχι η Δικαιοσύνη αυτή καθαυτή. Συνεπώς στο πλαίσιο αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί θεσμός ο φορέας, διότι με αυτόν τον τρόπο ο θεσμός προσλαμβάνει μια μορφή αυταρχισμού, όχι υπό την έννοια της auctoritas, του κύρους δηλαδή, αλλά της potestas, της εξουσιαστικής προσωπικής ισχύος, η οποία από τη φύση της εμπεριέχει και το στοιχείο της καταπιεστικής βίας. Η δε potestas από τη στιγμή που δεν λογοδοτεί σε κανέναν παρά μόνο στον εαυτό της ή όταν δείχνει να λογοδοτεί στην κυβέρνηση, τότε γίνεται στυγνός αυταρχισμός. Η όποια ταύτιση λοιπόν του προσώπου του δικαστή με την έννοια του θεσμού της Δικαιοσύνης είναι όχι μόνο αντιδημοκρατική, αλλά συνιστά υφαρπαγή εξουσίας.

*Νομικός, συγγραφέας