Συνέλαβα τον εαυτό μου (το εννοώ, η αυστηρή αυτοκριτική ήταν ισοδύναμη σύλληψης με χειροπέδες!) ν’ ακούει με απάθεια για δεκάδες νεκρούς στην Ουκρανία, στο Ιράν… «Συνήθισες; Δεν σε συνταράσσει πλέον η σπορά θανάτου, πόσο μάλλον αναίτιου; Ντροπή!»). Ανακάλεσα στη μνήμη, ώστε να εκτονώσω την ίδια αίσθηση αλλά και για να του εξομολογηθώ την παρέκκλιση της σκέψης από την ευνόητη λύπη, ανάμικτη με οργή για τους φόνους αθώων πολιτών, έναν από τους λατρεμένους ήρωες των βιβλίων μου.
Η καταφυγή σε αυτούς είναι ισχυρό, λυτρωτικό βίωμα, μεγάλωσα μαζί τους, άρα με καταλαβαίνουν, ελπίζω, από την εποχή που τους ανακάλυψα στις αραχνιασμένες πλέον μα πάντα ζωηφόρες σελίδες μέχρι σήμερα, να τους κατανόησα κι εγώ…
Παραμέρισα λοιπόν στη σκέψη ευγενικά τον «Ντέμιαν», τον «Κνουλπ» του Εσε, ευχήθηκα «επιτέλους καλό, καλύτερο, μήνα να έχουμε» στον «Απρίλη» του Τερζάκη για την αυριανή πρώτη μέρα του, πολλές άλλες μορφές που με μεγάλωσαν, και βρήκα στο κατώφλι της σκέψης τον «Πεθαμένο» («Ο πεθαμένος», έργο του 1929) του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη. Πεθαμένος, μα ολοζώντανος…
Εκείνον που σκοτώθηκε στη Μικρά Ασία, αλλά, αν και νεκρός, επιστρέφει στο πατρικό σπίτι για να καλέσει τον μικρό αδελφό του να πάει μαζί του! Η διήγηση με την απαράμιλλη ποιητική γραφή του Λαπαθιώτη συγκλονίζει όταν η μητέρα παρακαλεί το νεκρό παιδί της «γιε μου, μη μας πάρεις και τον αδελφό σου!». «Γιε μου!» απευθυνόμενη όχι σε πρόσωπο αλλά στην ανάμνησή του… Και αναλογίστηκα πόσες μητέρες στους τωρινούς πολέμους (τωρινοί πριν από τους επόμενους-μελλοντικούς όπως διδάσκει η ανθρώπινη Ιστορία) αντικρίζουν και συνομιλούν μαζί τους με τα χαμένα, νεκρά παιδιά τους… Σταματήστε!
