ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ναταλί Χατζηαντωνίου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το κατάμεστο αμφιθέατρο στο Αεροφυλάκιο 1 της Τεχνόπολης. Οι ωραίες φάτσες όλων των ηλικιών που κουβαλούσαν στις καλαίσθητες πάνινες τσάντες του καινούργιου φεστιβάλ το πολύτιμο, χάρτινο φορτίο τους. Η τεράστια, στριφογυριστή ουρά αναγνωστών του Λάσλο Κρασναχορκάι που περίμεναν υπομονετικά την υπογραφή του Ούγγρου νομπελίστα (2025) στο αντίτυπό τους. Η διαπίστωση -μήνες πριν- του Ιρλανδού Πολ Λιντς (Βραβείο Μπούκερ το 2023 για το «Τραγούδι του προφήτη» – στα ελληνικά από τον Gutenberg) όταν πρωτάκουσε το… line up αυτού του φεστιβάλ «αν ξεκινάτε έτσι, βάζοντας τόσο ψηλά τον πήχη από την πρώτη σας χρονιά, τι θα κάνετε μετά;».

Με αυτόν τον υψηλό πήχη, τις εικόνες που επιβεβαίωσαν ότι ο στόχος επετεύχθη και την αθρόα προσέλευση, το 1ο Διεθνές Φεστιβάλ Λογοτεχνίας της Αθήνας διήγε πάντως αγαστά το τριήμερό του (27-29/3) στην Τεχνόπολη και προχθές ολοκληρώθηκε επιβεβαιώνοντας ότι η πόλη θα έχει εφεξής το ολόδικό της ανοιξιάτικο, βιβλιοφιλικό ραντεβού να περιμένει ανυπόμονα. Κι επιπλέον ότι έχει ήδη κερδίσει, με την πρώτη, μια διοργάνωση ισοϋψή σε επιδιώξεις και προσφορά με αυτές του ψαγμένου αναγνωστικού κοινού. Το οποίο όλο αυτό το τριήμερο φρόντισε να δώσει το «παρών» και στις ομιλίες που διοργανώθηκαν και στα masterclasses και στις υπογραφές βιβλίων και στα πάρτι. Και ας διέψευσε ο καιρός τις ανοιξιάτικες προδιαγραφές.

Υπο βροχή

Αλλωστε σιγά τώρα που μια βροχή (όπως αυτή Παρασκευή απόγευμα, όταν πήραμε εμείς μια γενναία φεστιβαλική γεύση) θα εμπόδιζε τους βιβλιόφιλους να συρρεύσουν π.χ. για την κουβέντα της βιβλιοκριτικού Τίνας Μανδηλαρά με τη Σέλβα Αλμάδα, από τις πιο ξεχωριστές φωνές της σύγχρονης αργεντίνικης και λατινοαμερικανικής λογοτεχνίας, η οποία απέκτησε διεθνή αναγνωρισιμότητα με τα «Νεκρά κορίτσια» (στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Κλειδάριθμος), ένα βιβλίο για τις γυναικοκτονίες στην Αργεντινή όπου συνδυάζεται η ουσιαστική έρευνα με τη λογοτεχνική γραφή. Και πράγματι στην κουβέντα η Αλμάδα μίλησε αρκετά «για τις γυναικοκτονίες, για το πώς η κυβέρνηση Μιλέι πλήττει τη δημοκρατία και τον πολιτισμό, για την ατιμωρησία και για τη μνήμη, καθώς και για το γιατί κατά τη γνώμη της η λογοτεχνία είναι, τελικά, πάντα πολιτική», όπως μας επισήμανε ένας από τους αφοσιωμένους ακροατές. Μίλησε βέβαια και για τη λογοτεχνία της πατρίδας της, το έθος των μικρών εκδοτικών οίκων, τη μεγάλη λογοτεχνία του Χούλιο Κορτάσαρ.

Τα μυστικά

Πολύ περισσότερο η βροχή δεν θα εμπόδιζε τέτοιους ανθρώπους να επωφεληθούν από το προνόμιο μιας εκ του σύνεγγυς γνωριμίας με τον λόγο και τη σκέψη του Κρασναχορκάι. «Η λαχτάρα, η αγωνία και η μελαγχολία της αντίστασης» ήταν το θέμα της συνομιλίας του με τη γνωστή κριτικό του «New Yorker» και καθηγήτριας στο Πανεπιστήμιο Wesleyan, Μερβ Εμρε.

Η τελευταία στόχευσε περισσότερο στα μυστικά της «κουζίνας» του μέγιστου στιλίστα της γραφής και λιγότερο στη σύγχρονη μεταφυσική πολιτική αγωνία που υπαινισσόταν ο τίτλος της εκδήλωσης – με σαφή αναφορά στο περιεχόμενο και στον τίτλο του ομώνυμου μυθιστορήματος («Η μελαγχολία της αντίστασης», στα ελληνικά Εκδόσεις Πόλις) του Κρασναχορκάι, που γυρίστηκε και σε ταινία από τον ακόμα διασημότερο φίλο του, Μπέλα Ταρ. Και γι’ αυτό οι έντονα υπαρξιακές και ποιητικίζουσες αναφορές και τα βάθη του λόγου του Ούγγρου νομπελίστα ήταν κάπως πιο δύσκολα προσλήψιμα από ένα ελληνικό κοινό που όφειλε να περιοριστεί στην (αγωνιώδη, εξαιρετικά δύσκολη και κάποτε αναγκαστικά αποσπασματική) ελληνική μετάφραση από τα ουγγρικά που μιλούσε ο Κρασναχορκάι, απαντώντας στις (αγγλικές) ερωτήσεις της Εμρε. Ας κάνουμε όμως εδώ μια υποσημείωση για να επισημάνουμε και την τεχνολογική αυτάρκεια του φεστιβάλ που φρόντισε ώστε ο ακροατής, σκανάροντας έναν κωδικό, να μεταφέρεται στο «περιβάλλον» της ταυτόχρονης μετάφρασης από το κινητό του.

Η φυσιογνωμία

Ψηλός, ευθυτενής στα 72 του χρόνια, με μια «ροκ» κάτασπρη χαίτη, χιουμορίστας, αλλά και αφάνταστα μεταφυσικός, με ομολογημένες μεγάλες υπαρξιακές αγωνίες, απαισιόδοξες αιχμές και μια ωμή «ασπρόμαυρη» ποιητικότητα, συναφή με τις ταινίες του Μπέλα Ταρ, ο Ούγγρος νομπελίστας μίλησε για τη βασική ζωογόνο δύναμη της μυθιστοριογραφίας του: είναι το σισύφειο έργο να διαψεύσει τη διαρκή και επαναλαμβανόμενη -σε κάθε βιβλίο- βεβαιότητα της αποτυχίας του, την οποία προβάλλει κάθε φορά στον επόμενο μυθιστορηματικό του ήρωα. Μίλησε ακόμα για τον πυρετώδη τρόπο που γράφει, αλλά και για το «μεγάλο πρόβλημα να πω κάτι “σημαντικό”. Ποτέ δεν είχα πρόβλημα όμως να το ομολογήσω. Αν έβλεπα μια ανθρώπινη κατάσταση, τότε ήταν σαν ομολογία».

Για τη σχέση του με τον ρυθμό στη γλώσσα και την αφήγηση, αλλά και για τις σπάνιες φορές που αναγκάζεται να ξαναδιαβάσει τα βιβλία του (όπως έκανε προετοιμάζοντας με τον Μπέλα Ταρ τις βασισμένες στα βιβλία του ταινίες «Το τανγκό του σατανά» και «Η μελαγχολία της αντίστασης»), για τον μόνιμο εντοπισμό λαθών που καταρρακώνουν τη διαρκή, εμμονική του αναζήτηση της τελειότητας («Ολη μου η ζωή περιστρέφεται γύρω από την επιθυμία της βελτίωσης», διαπίστωσε). Μίλησε επίσης για την αναζήτηση της ομορφιάς ως μιας υφιστάμενης οντότητας που η δική μας σχέση με αυτήν αλλάζει ως προς την αντίληψή της ανάλογα με την εποχή. Για τη σχέση μας με την παράδοση, τη θρησκεία και τις ιδεολογίες. Για την έννοια της «εθνικής ταυτότητας» που την αποδίδει ως την αγωνία του ανθρώπου ο οποίος ψάχνει μια μορφή για να ξεφύγει από την απελπισία.

Εξέγερση

Για την έννοια της «εξέγερσης» (που ο Κρασναχορκάι την αντιλαμβάνεται με τρόπο πανομοιότυπο του Τσόρτσιλ: «ο ηλικιωμένος που εξεγείρεται είναι ανόητος, ο νέος που δεν εξεγείρεται δεν έχει καρδιά»). Για τον διαχωρισμό της «μερικής» από τη «συνολική εξέγερση» – όταν αυτή η τελευταία «αφορά την απόγνωση που προκύπτει από την ανυπόφορη ανθρώπινη ύπαρξη».

Ενα μεγάλο κεφάλαιο της κουβέντας αφορούσε τη διαρκή και αδιαπραγμάτευτη σχέση του Ούγγρου νομπελίστα με τη μουσική-«οξυγόνο» και διαρκή παρουσία από τα παιδικά του χρόνια. Ετσι προέκυψε και η ανεκδοτολογικού τύπου αφήγησή του για την απόκτηση ενός λαούτου: «Μετά την πτώση του κομμουνισμού, έζησα σε διάφορα μέρη. Ημουν στην Κρήτη κι έγραφα ένα κεφάλαιο του “Πόλεμος και Πόλεμος” (σ.σ. στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Πόλις), στο σπίτι της γιαγιάς ενός φίλου, σε ένα πολύ μικρό χωριό κοντά στο Ρέθυμνο. Ηταν Πάσχα και ο κοινοτάρχης του χωριού οργάνωσε μια δωρεάν εκδήλωση, στην οποία έπαιζαν ανάμεσα σε άλλους και δύο ηλικιωμένοι μουσικοί. Επαιζαν με αρχαία δύναμη. Ηταν κάτι συγκλονιστικό…Μετά ήθελα να αγοράσω οπωσδήποτε ένα λαούτο αλλά δεν έβρισκα ένα καλό ούτε στο Ηράκλειο. Ετσι άρχισε μια εξερεύνηση που με έφερε κοντά σε ενδιαφέρουσες καταστάσεις. Ενιωθα σαν να είμαι σε έναν λαβύρινθο που όμως στο τέλος του δεν υπήρχε “τυράκι”. Ξεκίνησα πάντως να μαθαίνω λαούτο…».

Αυτή η εμμονική αίσθηση του ανολοκλήρωτου, του λαβυρινθώδους χωρίς άκρη και επιβράβευση, διακατέχει το έργο του Κρασναχορκάι αλλά και αυτό του αναγνώστη του που αργά ή γρήγορα αντιλαμβάνεται πως επιβράβευση είναι η ίδια η ροή του λόγου, όχι η αφηγηματική έκβαση.

Συμπαθής και προσηνής στην επαφή του με το κοινό, ο Κρασναχορκάι δέχτηκε με σεμνότητα το χειροκρότημα στο τέλος και έφυγε για να υπογράψει τα βιβλία του. Μικρό παρατράγουδο: υπήρξαν κάποιοι που κουβαλούσαν 5 και 6 αντίτυπα με το αίτημα της υπογραφής, προκαλώντας δικαίως τις διαμαρτυρίες της «ουράς». Αλλά και αυτό επιλύθηκε με την ευγενική παράκληση των συνεργατών του φεστιβάλ να μην το παρακάνει κανείς.

Οι εντυπώσεις

Στη μικρή «σφυγμομέτρηση» που κάναμε οι πρώτες εντυπώσεις από αυτό το πρώτο φεστιβάλ ήταν πολύ καλές – και εξαιρούμε τις γκρίνιες γιατί δεν εκπροσωπήθηκε ο μεταφραστικός τομέας, η ποίηση ή π.χ. το παιδικό βιβλίο ή γιατί η ελληνική λογοτεχνία, αν εξαιρέσουμε το μεγάλο αφιέρωμα στον Μένη Κουμανταρέα, ήταν υποεκπροσωπημένη. Μιλάμε άλλωστε για την πρώτη διοργάνωση που έχοντας εκ των πραγμάτων κι έναν πιλοτικό χαρακτήρα απέδειξε μεγάλες δυνατότητες για ένα ακόμα ευρύτερο (και σε διάρκεια και σε χωροταξία) φεστιβάλ.

Ας κρατήσουμε το γεγονός ότι η Αθήνα απέκτησε επιτέλους Φεστιβάλ Λογοτεχνίας και ότι στο test-drive του παραβρέθηκαν μερικά από τα κορυφαία ονόματα της σύγχρονης διεθνούς λογοτεχνίας, σκέψης και πνεύματος σε εκδηλώσεις ελεύθερης εισόδου. Τα εύσημα ανήκουν στους τρεις καλλιτεχνικούς διευθυντές Μικέλα Χαρτουλάρη, Χρήστο Αστερίου και Λευτέρη Καλοσπύρο και στην ομάδα συνεργατών τους. Στον πρόεδρο της Τεχνόπολης Κωστή Παπαϊωάννου. Και τέλος τέλος, και στον ίδιο τον δήμαρχο Αθηναίων Χάρη Δούκα, που αντιλήφθηκε και στήριξε θερμά τη σημασία μιας βιβλιοφιλικής διοργάνωσης με ελεύθερη πρόσβαση και θεματολογία, που όχι μόνο προάγει την ανάγνωση αλλά θέτει και τολμηρά πάνω στο τραπέζι όλους τους μεγάλους προβληματισμούς της σύγχρονης εποχής.