ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Δημήτρης Α. Σακκάς*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η σημερινή ελληνική κοινωνία βιώνει όλο και πιο έντονα και σε μεγαλύτερη έκταση τις αρνητικές κοινωνικοοικονομικές συνέπειες της εφαρμοζόμενης γενικά κυβερνητικής οικονομικής πολιτικής. Την αυτονόητη πλέον ανισοκατανομή του εισοδήματος και τη φτωχοποίηση αυξανόμενου τμήματος των Ελλήνων πολιτών, ακολουθούν η υποβάθμιση των υπηρεσιών υγείας, παιδείας και συγκοινωνιών, η παραμέληση των έργων βασικής υποδομής, το δημογραφικό πρόβλημα, η ερήμωση της υπαίθρου και η φυγή των νέων επιστημόνων στο εξωτερικό.

Είναι προφανές ότι τα συνεχώς οξυνόμενα αυτά προβλήματα απορρέουν, κατά κύριο λόγο, από το χαμηλής παραγωγικότητας (κάτω του μέσου όρου της Ε.Ε.) εθνικό παραγωγικό σύστημα και την εφαρμογή νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Χαρακτηριστικά γνωρίσματα αυτής της εξέλιξης αποτελούν η βαθμιαία μετατόπιση της οικονομικής δραστηριότητας από τους τομείς της υλικής παραγωγής (αγροτικός και βιομηχανικός) στον τομέα των υπηρεσιών, η παγιοποίηση του αυξανόμενου εμπορικού ελλείμματος και η αδυναμία εξασφάλισης παραγωγικής (ανάλογης προς τις ειδικεύσεις τους) απασχόλησης στους νέους επιστήμονες.

Η από 7ετίας περίπου ασκούσα την εξουσία σημερινή κυβέρνηση βρέθηκε αντιμέτωπη με τα παραπάνω οξυμένα κοινωνικοοικονομικά προβλήματα, ευτύχησε όμως, στο διάστημα που κυβερνά, να αποκομίσει, εκτός από το «μαξιλάρι» της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, ιδιαίτερα γενναιόδωρες χρηματικές μεταβιβάσεις από τα ευρωπαϊκά ταμεία. Διαθέτοντας, ως εκ τούτου, σημαντικά περισσότερους πόρους από αυτούς που παρήγε η ίδια η χώρα, είχε αυξημένες δυνατότητες άσκησης αποτελεσματικότερης αναπτυξιακής πολιτικής.

Εκτός από την άνετη εξυπηρέτηση του -ήδη ευνοϊκά ρυθμισμένου από την κυβέρνηση Τσίπρα- δημόσιου χρέους, θα μπορούσε να αυξήσει το μέχρι τότε ιδιαίτερα χαμηλό εθνικό ποσοστό των επενδύσεων, μέσω κυρίως τεχνικά σύγχρονων επενδυτικών προγραμμάτων από το Ταμείο Ανάκαμψης και, τέλος, να αντιμετωπίσει, στο μέτρο του δυνατού, τις υπερώριμες κοινωνικές ανάγκες. Επέλεξε αντ’ αυτών να δημιουργεί υψηλότερα από τα κοινωνικά αποδεκτά πρωτογενή δημοσιονομικά πλεονάσματα, να δαπανά δυσανάλογα προς τις οικονομικές δυνατότητες της χώρας χρηματικά ποσά για εισαγόμενους στρατιωτικούς εξοπλισμούς και να προσφέρει ουσιαστικά σημαντικά κονδύλια των διαθέσιμων πόρων μέσω του άκρως πελατειακού θεσμού των απευθείας αναθέσεων.

Στην προσπάθεια δε της κυβέρνησης να περιορίσει την ογκούμενη δυσαρέσκεια της κοινωνικής πλειοψηφίας για τη συνεχιζόμενη υποχώρηση του βιοτικού της επιπέδου επέλεξε την ευκαιριακή παροχή μικρών επιδοματικών βοηθημάτων και συγχρόνως την αυταρχική αντιμετώπιση των μαζικά διαμαρτυρόμενων πολιτών. Με τη δημιουργία πάντως υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων, μιας «ενάρετης» μεν αλλά κοινωνικά καταπιεστικής δημοσιονομικής πολιτικής, η κυβέρνηση εισπράττει από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς διθυραμβικούς επαίνους ως χώρα-υπόδειγμα οικονομικής διαχείρισης.

Δεδομένου ότι η σημερινή κυβέρνηση, ως θιασώτης του νεοφιλελευθερισμού, θεωρεί γενικά την ενεργό οικονομική παρέμβαση του κράτους ως αντιπαραγωγική, γι’ αυτό και δεν έχει συντάξει με την επιστημονική π.χ. στήριξη του ΚΕΠΕ ένα μεσοπρόθεσμο αναπτυξιακό πρόγραμμα αντιμετώπισης των δομικών προβλημάτων του παραγωγικού συστήματος. Παρά δε το βέβαιο τέλος των γενναιόδωρων χρηματικών μεταβιβάσεων και τις διαφαινόμενες δυσμενείς γεωπολιτικές ανακατατάξεις, εξακολουθεί να ασκεί νεοφιλελεύθερες πολιτικές και να απαξιώνει συστηματικά, ελλείψει προφανώς ισχυρής αντιπολίτευσης, βασικές αρχές λειτουργίας του δημοκρατικού κοινοβουλευτικού πολιτεύματος.

Συμπερασματικά η κυβέρνηση, παρά τις χρηματοδοτικές δυνατότητες καθ’ όλη την κυβερνητική της θητεία, εξακολουθεί με βάση τους ευρωπαϊκούς κοινωνικοοικονομικούς δείκτες να διατηρεί, με ανταγωνίστρια τη γειτονική Βουλγαρία, τη θέση της φτωχότερης και λιγότερο παραγωγικής χώρας της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Λόγω δε της υπανάπτυκτης εγχώριας μεταποιητικής, και εν προκειμένω αμυντικής βιομηχανίας, δεν έχει ουσιαστικά περιορίσει τον εξ Ανατολών κίνδυνο. Εάν η κυβέρνηση συνεχίσει, όπως διαφαίνεται, να ομνύει στο διεθνώς αμφισβητούμενο και εν κατακλείδι αντιδημοκρατικό νεοφιλελεύθερο σύστημα, τότε η τυχόν παράταση της παραμονής της στην εξουσία εγκυμονεί τον κίνδυνο να οδηγηθεί τελικά η χώρα σε πλήρες κοινωνικοοικονομικό και πολιτικό αδιέξοδο.

Η διαμόρφωση μιας ρεαλιστικής πολιτικής πρότασης, εναλλακτικής προς τη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία και τις αντιδημοκρατικές πρακτικές του κυβερνώντος κόμματος, μπορεί να προέλθει από την πολιτική γεφύρωση του υπάρχοντος χάσματος μεταξύ της οικονομικά καταπιεζόμενης κοινωνικής πλειοψηφίας και της διάσπαρτης μικροκομματικής της εκπροσώπησης. Αποτελεί, ως φαίνεται, ιστορική ευθύνη των σχετικά μικρών πολιτικών σχηματισμών του προοδευτικού χώρου να συμφωνήσουν για το διακύβευμα των επόμενων βουλευτικών εκλογών αναφορικά με την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας, την οικονομική κατάσταση της κοινωνικής πλειοψηφίας και τη διαγραφόμενη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος.

Στη διαδικασία αυτή μπορεί, κατ’ αναλογία προς τη δημιουργία της Ενωσης Κέντρου στις αρχές της 10ετίας του 1960, ο κύριος συσπειρωτικός ρόλος να ανατεθεί στον πρώην πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα που, λόγω της πολύτιμης πολιτικής του εμπειρίας, ηθικής εντιμότητας και διεθνούς αναγνωρισιμότητας, εκτιμάται ότι θα γίνει ευκολότερα αποδεκτός από την προοδευτική εκλογική βάση. Αποτελεί εξάλλου τον πλέον δυσάρεστο πολιτικό αντίπαλο του σημερινού πρωθυπουργού. Μετά την παράθεση και μαζική ανάγνωση της «Ιθάκης» κάθε πολιτικά ταπεινή προσπάθεια αναβίωσης του αντι-Τσίπρα μετώπου θεωρείται ατελέσφορη και ανάξια κάθε σοβαρού σχολιασμού.

Η ενδεχόμενη τελικά επιλογή του πρώην πρωθυπουργού ως δημοφιλέστερου εκφραστή της προοδευτικής αντιπολίτευσης ανταποκρίνεται και στην αριστοτελική ρήση: «Ο καθένας κρίνει ορθώς εκείνα τα οποία γνωρίζει και ως προς αυτά είναι καλός κριτής», «Ηθικά Νικομάχεια, Α’».

*Ομότιμος καθηγητής Πανεπιστημίου Πατρών