ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Κώστας Δουζίνας
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μεγάλη Εβδομάδα, Εβδομάδα των Παθών. Τα νέα από τη Γάζα, τη Δυτική Οχθη και το Ιράν περιγράφουν την πολιορκία, τους βομβαρδισμούς, τους θανάτους από έναν αχόρταγο στρατό του Χάρου. Δεν είναι πόλεμος, είναι ένα κυνήγι πουλιών. Δεν υπάρχει άμυνα ή απάντηση, ο θάνατος έρχεται από τα πάνω, από τον «από μηχανής Χάρο» των αμάχων. Τη Μεγάλη Πέμπτη θα θυμηθούμε την εξιστόρηση της πορείας προς τον θάνατο δώδεκα φορές. Κάθε άνθρωπος είναι ένας κόσμος από νοήματα, αξίες, σχέσεις, μνήμες, επιθυμίες και όνειρα. Κάθε γέννηση ανοίγει έναν νέο κόσμο, κάθε θάνατος τον κλείνει. Κανείς, ούτε και ο θεάνθρωπος, δεν ξεφεύγει από το αναπόδραστο. Ο θάνατος είναι το πιο δικό μου πράγμα, εμμενής και επικείμενος. Είναι μέσα μου, η φροϊδική οργή θανάτου, και μπροστά μου, ξέρω ότι θα συμβεί, δεν ξέρω πότε. Αλλά στη Γάζα και την Τεχεράνη ο επικείμενος θάνατος έγινε άμεσος, ταυτόχρονα απρόσμενος και προγραμματισμένος. Ο θάνατος είναι το μόνο δικό μου, το ζω μόνος μου, δεν τον μοιράζομαι με κανέναν. Στην Τεχεράνη ο θάνατος που έρχεται από τα πάνω ενώνει.

«Να μελετάς τη φιλοσοφία σημαίνει να μαθαίνεις να πεθαίνεις» τιτλοφορεί ο Michel de Montaigne, δοκιμιογράφος του 16ου αιώνα, ένα από τα δοκίμιά του. Το ίδιο διδάσκει η Ανθρωπολογία, η Αρχαιολογία, η Ιστορία. Η γνώση του αναπόφευκτου θανάτου διαχωρίζει την ανθρωπότητα από άλλες μορφές ζωής. Εχουμε μάθει για τους αρχαίους πολιτισμούς από τις πυραμίδες, τους θόλους, τα μαυσωλεία και τους τάφους, τις προσφορές και τα κτερίσματα που έδιναν οι ζώντες στους νεκρούς να πάρουν μαζί τους. Γίνομαι άνθρωπος γιατί ξέρω ότι θα πεθάνω και γιατί κρατάω τον πεθαμένο μέσα μου. Γράφει ο Montaigne: «Ο θάνατος είναι το τέλος του γένους μας. Από όλα τα καλά που μας δίνει η αρετή, η περιφρόνηση του θανάτου είναι το μεγαλύτερο. Συμβιβάζει την ανθρώπινη ζωή με μια ήπια και παρηγορητική ηρεμία χωρίς την οποία θα εξαφανιζόταν κάθε άλλη ευχαρίστηση». Αυτή την ηρεμία είδαμε στους 200 της Καισαριανής πριν από την εκτέλεση. Προσθέτει: «Αν μας τρομάξει ο θάνατος, δεν είναι δυνατόν να περπατήσουμε ούτε βήμα χωρίς άγχος. Η θεραπεία που χρησιμοποιούν οι χυδαίοι είναι να μην τον σκέφτονται. Αλλά από ποια ακατανόητη βλακεία μπορούν να αντλήσουν τέτοια βαριά τύφλωση; Είναι σαν να βάζουν τα χαλινάρια στην ουρά του γαϊδάρου».

Αυτό δεν κάνουμε και εμείς; Κάθε χρόνο το θείο πάθος μάς θυμίζει τον θάνατο. Οι καμπάνες που κλαίνε μας λένε ότι δεν θα αποφύγουμε το πεπρωμένο. Θυμόμαστε τον θάνατο του άλλου που θα γίνει δικός μας. Αλλά δουλειά της Εκκλησίας είναι να το ξεχνάμε. Πάμε στον Επιτάφιο την Παρασκευή, επαναλαμβάνουμε τα έθιμα, παίζουν οι μπάντες του Ναυτικού, ανάβουμε τα κεράκια. Μετά τρώμε τα θαλασσινά, αυστηρά νηστίσιμα, τη μαγειρίτσα μετά την Ανάσταση, καλά καθαρισμένη, τσουγκρίζουμε τα κόκκινα αυγά. Οι λειτουργίες, οι τελετές, τα έθιμα είναι τα γκέμια στην ουρά. Δεν είναι προετοιμασία και παρηγοριά για τον θάνατο που έρχεται, αλλά η λήθη, η επιθυμία αναστολής του, που σταδιακά γίνεται ελπίδα αθανασίας και η πίστη του Νάρκισσου. Από εμμενής και επικείμενος, ο θάνατος βγαίνει από τον τόπο και τον χρόνο μου με τα εξαπτέρυγα του Επιταφίου και με τα επικήδεια εγκώμια «Η ζωή εν τάφω» και «Ω γλυκύ μου έαρ» σε ελαφρολαϊκή μορφή.

Φέτος τα νέα από την Τεχεράνη, πέρσι από τη Γάζα, μας κατακλύζουν με ανεπίκαιρους θανάτους. Πέρσι και φέτος ο θάνατος αυτών που δεν τον περιμένουν μας έρχεται σε καθημερινά κύματα. Πιθανώς να σκεφτούμε και εμείς το τέλος μας. Ο θάνατος γίνεται αυτό που είναι πάντα, μέρος της ζωής. Οταν μονιμοποιείται ο φόβος του, μεταμορφώνεται σε καταστροφικό άγχος. Για τον Φρόιντ ο φόβος δημιουργείται από ορατές επικείμενες ή παρούσες απειλές. Αποτελεί αυτοσυντήρηση, μια εύλογη συναισθηματική αντίδραση σε εξωτερικό κίνδυνο. Το άγχος δεν έχει συγκεκριμένο αντικείμενο, είναι μια διάχυτη ανησυχία, η εσωτερίκευση του φόβου και η στροφή του ενάντια στον εαυτό. Ο αγχωμένος προβλέπει συνεχώς καταστροφές, ερμηνεύει κάθε σύμπτωση ως κακό οιωνό, ενώ κάθε αβεβαιότητα γίνεται προπομπός μεγάλων καταστροφών. Ο φόβος του θανάτου συνδέει το άτομο με την κοινωνία, ακόμη και με την κυβέρνηση, όσο καταστροφική και δολοφονική κι αν είναι, όπως αυτή της ιρανικής θεοκρατίας. Δεν το καταλαβαίνουν ο Τραμπ και ο Νετανιάχου, που περιμένουν τους Ιρανούς να βγούνε στους δρόμους κατά της κυβέρνησης. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο συγκολλητικό από τον από μηχανής Χάρο.

Το άγχος από την άλλη οδηγεί σε παθητικότητα, σε αποχώρηση. Αυτό κάνει η κυβέρνηση Μητσοτάκη. Διαχειρίζεται το άγχος ως στρατηγική πειθάρχησης και ελέγχου του πληθυσμού. Οι πολιτικές αντιμετώπισης του ρίσκου, απομόνωση, ιδιωτικοποίηση, καταστολή, παρακολούθηση, μετατρέπουν τον φόβο σε άγχος. Το ρίσκο ως στρατηγική διαχείρισης περνάει από την κυβέρνηση και τα κατεστημένα ΜΜΕ στην αυτοπειθάρχηση, στην άσκηση, στις σεξουαλικές πρακτικές. Η κίνηση από το ρίσκο και τον φόβο στο άγχος σημαίνει ότι δεν μπορούμε να εξορίσουμε τον θάνατο από το μυαλό μας. Το πρώτο και δυνατότερο από τα κοινά, ο θάνατος, διατηρεί την κοινωνική συνοχή. Το άγχος την καταστρέφει. Ο φόβος είναι φίλος, φτιάχνει κοινότητες, το άγχος εχθρός, τις καταστρέφει.

Τη Μεγάλη Παρασκευή έχουμε την κηδεία. Η κηδεία, ο δεύτερος συμβολικός θάνατος, βάζει τέλος στον θρήνο, μας ελευθερώνει από το αντικείμενο της αγάπης μας. Το αποθέτουμε στη μνήμη, διακόπτεται το πένθος, γυρίζουμε στις καθημερινές δουλειές μας, ξεχνάμε τον τρόμο τού να μην υπάρχεις. Ξέρουμε βέβαια το τέλος στο μεγαλύτερο μυθιστόρημα της Ιστορίας. Οπως ξέρουμε και το δικό μας τέλος, αλλά η Ιστορία μάς κάνει να ξεχνάμε.

Γράφει ο Montaigne: «Πού θα μας βρει ο θάνατος είναι αβέβαιο. Ας τον ψάξουμε παντού. Η προμελέτη του θανάτου είναι η προμελέτη της ελευθερίας. Αυτός που έχει μάθει να πεθαίνει έχει ξεμάθει να είναι δούλος. Οταν γνωρίζουμε πώς να πεθάνουμε έχουμε πετάξει από πάνω μας κάθε υποταγή και περιορισμό». Παράξενη ιδέα. Είμαστε ελεύθεροι όταν συλλογιζόμαστε τον θάνατο, που είναι το τέλος της σκέψης και του εαυτού. Η πιο ανθρώπινη σκηνή του δράματος παίζεται στον κήπο της Γεθσημανής, όταν ο Χριστός φοβισμένος, γεμάτος αγωνία γι’ αυτό που πρέπει να κάνει, στρέφεται στον Πατέρα του και αμφιβάλλει για την εντολή του: «Πατέρα, παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο… Θεέ μου, Θεέ μου, ινατί με εγκατέλιπες;» Ο Θεός γίνεται ο άνθρωπος των ανθρώπων, τίποτα πιο ανθρώπινο από την αμφιβολία, τον φόβο, την αντίρρηση. Γιατί με εγκατέλειψες, μήπως δεν είσαι στοργικός πατέρας; Γιατί είναι ο νόμος σου άδικος; Η πρωταρχική θεοδικία, η δίκη και η καταδίκη του θείου ξεκινάει στη Γεθσημανή. Γιατί μας σκοτώνουν οι μηχανές από τον αέρα; Για ποιες αμαρτίες τιμωρούμαστε; Δεν είσαι δίκαιος, είτε Θεός, είτε Γιεχοβάς, είτε Αλλάχ.

Πριν από κάθε ανάσταση, πριν από κάθε νίκη, αγώνες και ήττες. Θρηνούμε για τα όνειρα, για τα οράματα που μπορεί να χαθούν αν δεν επιμείνουμε στην αρχική απόφαση. Αλλά επιμένουμε με την αντοχή και την ανθεκτικότητα των αξιών και της γνώσης μας. Ο σκοπός μάς κοινωνικοποιεί και μας εξατομικεύει. Ετσι ξεπερνάμε τον φόβο θανάτου, γινόμαστε αθάνατοι επειδή είμαστε θνητοί.

Καθηγητής Πανεπιστημίου Λονδίνου