Παράλληλους μονολόγους θύμιζαν χτες και προχτές, κατά τη διήμερη συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής της Νέας Αριστεράς, οι τοποθετήσεις της κομματικής πλειοψηφίας υπό τον Γαβριήλ Σακελλαρίδη και της μειοψηφίας υπό τον Αλέξη Χαρίτση. Τελικά, η πλειοψηφία, αποδεχόμενη την εισήγηση του Γ. Σακελλαρίδη, με ψήφους 73 υπέρ, 41 κατά και 3 λευκά αποκήρυξε τη συμμετοχή σε κεντρώα / κεντροαριστερά σενάρια αλλά και σε «μία θολή “προοδευτική” παράταξη». Η εικόνα των παράλληλων μονολόγων επιβεβαίωσε επί της ουσίας την ύπαρξη δύο διαφορετικών, ασύμβατων πιο σωστά, πολιτικών σχεδίων.
Οπως σημείωνε στην «Εφ.Συν.» υψηλόβαθμο στέλεχος του κόμματος (και της πλειοψηφίας), «όλους αυτούς τους μήνες δεν γινόταν συζήτηση για τον… ελέφαντα στο δωμάτιο», που δεν είναι άλλος από τα χαμηλά δημοσκοπικά ποσοστά, όπως μας είπε. Τη φορά αυτή –και είναι η πρώτη φορά, σύμφωνα με την ίδια πηγή– έγινε συζήτηση και υπάρχει, μάλιστα, εκτεταμένο απόσπασμα της απόφασης της Κ.Ε. που εστιάζει στο θέμα αυτό.
Μακριά από το 3%
Με την επισήμανση, άλλωστε, ότι το χρονικό διάστημα που μας χωρίζει μέχρι τις εθνικές εκλογές μπορεί να μην είναι και τόσο μεγάλο, η Κεντρική Επιτροπή αναγνωρίζει ότι «η δημοσκοπική πραγματικότητα για τη Νέα Αριστερά είναι κάθε άλλο από ρόδινη. Τα ποσοστά μας στις δημοσκοπήσεις παραμένουν χαμηλά, μακριά από το εκλογικό όριο του 3%, κυμαινόμενα κατά μέσο όρο γύρω στο 2%. Δεν είναι λίγες οι μετρήσεις που δείχνουν τα ποσοστά μας να κυμαίνονται και χαμηλότερα. Η εικόνα των ποσοστών μας στις ηλικιακές κατηγορίες επίσης παραμένει προβληματική, αφού η εκλογική μας επιρροή στους νέους και στις νέες έως 25 ετών είναι σχεδόν ανεπαίσθητη. Αντίστοιχα, όπως όμως είναι και αναμενόμενο, τα υψηλότερα ποσοστά μας καταγράφονται στα αστικά κέντρα, με σημαντικά προβλήματα στην περιφέρεια».
Εξίσου προβληματική η εικόνα της Νέας Αριστεράς και σε σύγκριση με άλλα κόμματα της Αριστεράς: «Την ίδια στιγμή, η εκλογική “ψαλίδα” μας με το Μέρα25 έχει μεγαλώσει, με δικά τους αυξητικά ποσοστά και δικά μας μειούμενα, ενώ με τον ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να έχει μειωθεί μεν, αλλά εξαιτίας της δικής του πτώσης από την οποία δυσκολευόμαστε να καρπωθούμε κάποιο μερίδιο».
Επισημαίνεται επίσης ότι «η Νέα Αριστερά αποτελεί ένα κόμμα με αξιόλογα και έμπειρα στελέχη, με ικανότατη κοινοβουλευτική ομάδα που δίνει όλες τις σημαντικές μάχες μέσα στη Βουλή με αριστερό λόγο, αλλά και με μία κομματική δικτύωση που μπορεί να επιδέχεται πολλαπλών βελτιώσεων, αλλά σίγουρα είναι πολύ πιο οργανωμένη και πιο μαζική από άλλα πολιτικά κόμματα της Αριστεράς ή μη». Διαπίστωση που επιτείνει το «πολιτικό παράδοξο» των πολύ περιορισμένων δημοσκοπικών ποσοστών.
Στο ερώτημα αυτό η Κ.Ε. απάντησε χθες ότι «η Νέα Αριστερά μέσα από τη γραμμή της δημιουργίας ενός “προοδευτικού πόλου” σπατάλησε πολύτιμο πολιτικό χρόνο και κεφάλαιο, θόλωσε το πολιτικό της στίγμα και κυρίως έδωσε την εντύπωση ενός κόμματος με ημερομηνία λήξης πριν από τις επικείμενες εθνικές εκλογές. Η διολίσθηση της πολιτικής γραμμής του ιδρυτικού συνεδρίου, από ένα λαϊκό μέτωπο με συγκεκριμένες προϋποθέσεις και ισχυρή παρουσία της Αριστεράς κατέληξε στην εκφώνηση για διαμόρφωση “ενιαίων προοδευτικών ψηφοδελτίων” με “μίνιμουμ πρόγραμμα”, που θα απευθύνεται σε όσους είναι πρόθυμοι να συμμετέχουν». Ετσι, όμως, συμπλήρωνε η ίδια πηγή, «δεν χτίζεις κόμμα για να κάνεις μετά συνεργασίες». Ταυτόχρονα δε, στην απόφαση της Κ.Ε. διατυπώνεται κριτική τόσο για το ΠΑΣΟΚ («έχει υιοθετήσει την πιο δεξιά παράδοση της σοσιαλδημοκρατίας»), όσο και για τον ΣΥΡΙΖΑ («αναμένει καρτερικά το κάλεσμα του Αλ. Τσίπρα, υπό οποιουσδήποτε όρους»).
Τούτων δοθέντων, η Κ.Ε. αποσαφηνίζει: «Δεν μας ενδιαφέρουν κεντρώα και κεντροαριστερά σενάρια, ούτε η διάχυση σε μία θολή “προοδευτική” παράταξη. Θα υπερασπιστούμε με αυτοπεποίθηση τις θέσεις, τις αξίες και το πρόγραμμα της Αριστεράς, όχι ως ταυτοτική εμμονή ή ιδεολογική περιχαράκωση, αλλά ως ιστορική αναγκαιότητα». Εν κατακλείδι, η Κ.Ε. απευθύνει «μετωπικό κάλεσμα για ενότητα και αγώνα στις δυνάμεις της ριζοσπαστικής Αριστεράς, της πολιτικής οικολογίας, της αριστερής σοσιαλδημοκρατίας, στα κοινωνικά κινήματα και στον κόσμο της αποχής, όπως λέει η πολιτική απόφαση του συνεδρίου μας. Δεν περιχαρακωνόμαστε, αλλά θέλουμε να διαμορφώσουμε έναν ενωτικό πόλο με αριστερό πρόσημο, που θα ρίξει την καταστροφική κυβέρνηση του Κ. Μητσοτάκη».
Κάν’ το όπως ο Σάντσεθ
Από τις παραπάνω διατυπώσεις γίνεται σαφής η κριτική προς την απελθούσα ηγεσία. Στον αντίλογό του, ο Αλέξης Χαρίτσης ξεκίνησε την ανάλυσή του από το πολιτικό παράδειγμα άλλης ευρωπαϊκής χώρας: «Η Νέα Αριστερά αλλά και η Αριστερά στο σύνολό της, ακριβώς για να μην έχει ημερομηνία λήξης, οφείλει να ακολουθήσει τον δρόμο της Ισπανίας. Τον δρόμο των προγραμματικών συγκλίσεων και των πολιτικών συνεργασιών με στόχο την πολιτική αλλαγή», επισήμανε.
Και, στη συνέχεια της τοποθέτησής του, «η γραμμή δεν “διολίσθησε”, όπως αναφέρει η εισήγηση. Η γραμμή παρέμεινε αυτή που ψηφίστηκε στο συνέδριο: η συγκρότηση ενός λαϊκού μετώπου με προγραμματικές προϋποθέσεις, με σαφή αριστερό χαρακτήρα και με στόχο τη διεύρυνση της κοινωνικής και πολιτικής επιρροής της Αριστεράς».
Σύμφωνα με τον Α. Χαρίτση, «αυτό που πράγματι συνέβη στο διάστημα που ακολούθησε ήταν κάτι διαφορετικό: υπήρξε μια προσπάθεια επανερμηνείας και προσαρμογής της γραμμής του συνεδρίου, μέσα από τις αποφάσεις της Κεντρικής Επιτροπής και της Πολιτικής Γραμματείας. Οπότε ναι. Επιχειρήθηκε διολίσθηση αλλά όχι αυτή που περιγράφεται στην εισήγηση», σημείωσε δηκτικά.
Και έκλεισε μιλώντας για το αύριο του κόμματος: «Στο σημείο που βρισκόμαστε, όμως, χρειάζεται να τολμήσουμε να απαντήσουμε ευθέως: Θέλουμε αυτόνομη πορεία ή συμμαχική στρατηγική και ευρύτερο πόλο; Αν ναι, με ποια ή ποιες πολιτικές δυνάμεις; Για τις εκλογές του 2027, θέλουμε εκλογική καταγραφή ή πολιτική ανατροπή; Αυτά είναι στρατηγικά ερωτήματα επί των οποίων διαφωνούμε και παραμένουν ανοιχτά γιατί η εισήγηση δεν τοποθετείται», σύμφωνα με την απάντηση που έδωσε ο τέως πρόεδρος της Νέας Αριστεράς.
