[Κάτοικοι της Ελλάδος! Η εθνική Συνέλευσις ενεπιστεύθη εις ημάς την εκτελεστικήν δύναμιν· το βάρος ήτον ανώτερον της δυνάμεώς μας, έπρεπεν όμως να υπακούσωμεν εις τας προσταγάς της πατρίδος και να αγωνισθώμεν υπέρ αυτής εφ’ όσον δυνάμεθα. (…) Μινίστροι της Διοικήσεως εκλέχθησαν άνδρες ικανοί να φέρωσιν εις έκβασιν τους υπέρ της Ελλάδος σκοπούς της…]. Ετσι ξεκινούσε η Διακήρυξη του Εκτελεστικού Σώματος της Προσωρινής Διοικήσεως της Ελλάδος, «εν Επιδαύρω, τη 16 Ιανουαρίου 1822».
Η γλώσσα έχει τα εξωτερικά στοιχεία της καθαρεύουσας αλλά στη σύνταξη και στη δομή είναι καθομιλουμένη, η δε δοτική περιορίζεται στην τοποχρονολογική αναφορά. Το κείμενο είναι χαρακτηριστικό της επίσημης γλώσσας του ξεσηκωμού: πολύ απέχει από τη βαριά, αρχαΐζουσα γλώσσα που επικράτησε ασφυκτικά στο νεοελληνικό κράτος, στην εκπαίδευση και στον δημόσιο λόγο επί πολλές δεκαετίες μετά την ίδρυσή του. Η δομή του λόγου, παρά το λόγιο ή μιξολόγιο τυπικό, ακολουθεί την αναλυτική τάση της νέας ελληνικής χωρίς τα στολίδια (ή κουσούρια) της αρχαΐζουσας.
Διαβάζοντας έγγραφα της Επανάστασης βλέπουμε ότι οι λαϊκές και δάνειες λέξεις καταφέρνουν να τρυπώνουν στα λόγια κείμενα, ακόμα και στα θεσμικά. Ο υπουργός Οικονομίας βγάζει αποφάσεις για τα ενοίκια των εθνικών κτημάτων και για να γίνει κατανοητός προσθέτει σε παρένθεση: «ιλτιζάμια». Ο λογιότατος Ηβος Ρήγας φροντίζει «διά την εξοικονόμησιν μουνιτζιόνης» και όχι πυρομαχικών ή πολεμοφοδίων.
Γράφοντας σε απλή καθαρεύουσα ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ίσως ο πιο μορφωμένος και πολύγλωσσος Ελληνας του Εικοσιένα, δεν αποφεύγει τις λαϊκές και δάνειες λέξεις: «Με κακοφαίνεται πολύ που το ζαϊφλίκι σου σ’ εμποδίζει από το ν’ ανταμωθώμεν» γράφει στον Καραϊσκάκη, ενώ αλλού ζητάει υποζύγια «διά τη μετακόμισιν του ιστιρά» ή ειδοποιεί ότι έφτασε ένας οπλαρχηγός «με έναν καλόν ταϊφά από 40 άνδρας». Ζαϊφλίκι και όχι αρρώστια, του ιστιρά και όχι των προμηθειών, με έναν ταϊφά και όχι με ένα σώμα. Απουσιάζει ή έστω είναι υπό έλεγχο η τάση καθαρισμού.
Βέβαια σε αρκετές περιπτώσεις αυτή η προτίμηση σε λαϊκές λέξεις ή / και τουρκικά δάνεια εξηγείται όχι μόνο από την ανάγκη κατανόησης από τον αναγνώστη, αλλά και από την απουσία επεξεργασμένης και εδραιωμένης θεσμικής ορολογίας. Οταν στήθηκαν οι θεσμοί, ήδη από τα χρόνια της Επανάστασης και πολύ περισσότερο στη συνέχεια, με επιτυχία ο υπουργός αντικατάστησε τον μινίστρο και ο οφικιάλος έδωσε βελούδινα τη θέση του στον αξιωματικό, όπως και ο σπετσέρης στον φαρμακοποιό ή η ντογάνα και το κουμέρκι στο τελωνείο.
«Εις αυτά τα οκτώ μινιστέρια έχει καθ’ ένας να γράφη και απ’ αυτά να λαμβάνη αποκρίσεις εις τα γράμματά του» αναφέρει μια άλλη διακήρυξη του 1822. Λόγια απλά που θα τα καταλάβαιναν και οι ολιγογράμματοι και οι αναλφάβητοι. Το πώς και γιατί μετά την ανεξαρτησία σταδιακά η γλώσσα του κράτους έγινε ακατάληπτη για τους πολλούς είναι άλλη ιστορία που δεν χωράει σ’ ένα σημείωμα.
