Η Ελλάδα υπήρξε για δεκαετίες ένας από τους μεγαλύτερους παραγωγούς λιγνίτη στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Σήμερα τα εκμεταλλεύσιμα αποθέματα εκτιμώνται σε περίπου 3,2 δισεκατομμύρια τόνους — κυρίως στη Δυτική Μακεδονία και στη Μεγαλόπολη — και μπορούν να καλύψουν τις ενεργειακές ανάγκες της χώρας για 45 με 50 ακόμη χρόνια.
Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, ότι ο λιγνίτης αποτέλεσε τον βασικό πυλώνα της ελληνικής ηλεκτροπαραγωγής, εξασφαλίζοντας ενεργειακή αυτάρκεια, στηρίζοντας την οικονομική ανάπτυξη και επιτρέποντας στα ελληνικά νοικοκυριά να απολαμβάνουν επί μακρόν από τις χαμηλότερες τιμές ρεύματος στην Ευρώπη.
Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, ο λιγνίτης βρέθηκε στο στόχαστρο λόγω των υψηλών εκπομπών CO₂. Η αυστηροποίηση της ευρωπαϊκής κλιματικής πολιτικής και το αυξανόμενο κόστος δικαιωμάτων εκπομπών στο Ευρωπαϊκό Σύστημα Εμπορίας Ρύπων έκαναν τη λιγνιτική ηλεκτροπαραγωγή ολοένα λιγότερο ανταγωνιστική. Έτσι διαμορφώθηκε η στρατηγική της απολιγνιτοποίησης.
Η μετάβαση, όμως, δεν έγινε σταδιακά. Το 2019 ανακοινώθηκε ένα επιταχυνόμενο χρονοδιάγραμμα, με στόχο το κλείσιμο των περισσότερων λιγνιτικών μονάδων έως το 2027. Στη θέση του λιγνίτη προωθήθηκε το φυσικό αέριο ως «καύσιμο μετάβασης». Είναι μεν λιγότερο ρυπογόνο κατά την καύση, αλλά καθόλου «αθώο»: σημαντικές ποσότητες μεθανίου διαρρέουν κατά την εξόρυξη, τη μεταφορά και τη διανομή του· κι αυτό είναι αέριο με πολύ ισχυρότερη θερμοκηπική επίδραση από το CO₂.
Οι συνέπειες στο κόστος ρεύματος ήταν άμεσες. Με τη λιγνιτική παραγωγή δραστικά μειωμένη, η χώρα εξαρτήθηκε από εισαγόμενο φυσικό αέριο και τις διακυμάνσεις των διεθνών αγορών. Η ενεργειακή κρίση επιβεβαίωσε αυτή την ευαλωτότητα: η Ελλάδα βρέθηκε συχνά ανάμεσα στις χώρες με τις ακριβότερες χονδρικές τιμές ρεύματος στην Ευρώπη. Σε λίγα χρόνια, η χώρα πέρασε από ενεργειακή αυτάρκεια σε εξάρτηση από εισαγωγές.
Το ερώτημα είναι εύλογο: μήπως η απολιγνιτοποίηση δεν υλοποιήθηκε με τον σωστό τρόπο ή τον κατάλληλο χρονικό σχεδιασμό;
Η απάντηση δεν βρίσκεται ούτε στην πλήρη εγκατάλειψη του λιγνίτη ούτε στην επιστροφή στο παλιό μοντέλο. Η απολιγνιτοποίηση είναι αναγκαίο βήμα και το πραγματικό ζήτημα είναι ο τρόπος υλοποίησής της. Αν περιοριστεί στην αντικατάσταση του λιγνίτη από εισαγόμενα καύσιμα, η χώρα απλώς ανταλλάσσει ένα περιβαλλοντικό πρόβλημα με ένα πρόβλημα ενεργειακής εξάρτησης. Αλλά ούτε η άναρχη ανάπτυξη ΑΠΕ — τεράστιες ανεμογεννήτριες στα βουνά, φωτοβολταϊκά που καλύπτουν γεωργική γη — αποτελεί βιώσιμη λύση.
Η πραγματική πρόκληση δεν είναι πάντοτε η εγκατάσταση περισσότερων μεγαβάτ, αλλά η αποτελεσματική αξιοποίηση της παραγόμενης ενέργειας. Αυτό σημαίνει επενδύσεις σε αποθήκευση, έξυπνα δίκτυα, συστήματα διαχείρισης ζήτησης και καλύτερο ενεργειακό σχεδιασμό. Το ζητούμενο είναι μια συνεκτική στρατηγική που θα ενισχύει ταυτόχρονα την ενεργειακή ασφάλεια, την περιβαλλοντική βιωσιμότητα και την τεχνολογική ανάπτυξη.
Κεντρικό ρόλο σε αυτή τη στρατηγική πρέπει να παίξει η αποθήκευση ενέργειας. Καθώς η διείσδυση των ΑΠΕ αυξάνεται, η δυνατότητα αποθήκευσης πλεονάζουσας παραγωγής γίνεται κρίσιμη. Σήμερα, σε αρκετές ώρες της ημέρας η Ελλάδα παράγει πλεόνασμα από ΑΠΕ που δεν μπορεί να αξιοποιηθεί χωρίς επαρκείς υποδομές. Προηγμένες μπαταρίες, αντλησιοταμίευση και άλλες τεχνολογίες αποθήκευσης μπορούν να αποτελέσουν βασικό πυλώνα του νέου μοντέλου.
Παράλληλα, τεχνολογίες αποανθρακοποίησης, όπως η δέσμευση και αποθήκευση CO₂, μπορούν να ανοίξουν νέες δυνατότητες αξιοποίησης εγχώριων πόρων με χαμηλότερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα. Οι τεχνολογίες αυτές αντιμετωπίζουν ακόμη σημαντικές προκλήσεις, αλλά η συστηματική επένδυση στην έρευνα μπορεί να βελτιώσει την απόδοση και να μειώσει το κόστος τους.
Η ενεργειακή μετάβαση μπορεί, έτσι, να γίνει ευκαιρία για ένα νέο ερευνητικό και τεχνολογικό οικοσύστημα. Πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα, βιομηχανία και νεοφυείς επιχειρήσεις μπορούν να συνεργαστούν, μετατρέποντας τη γνώση σε καινοτομία και παραγωγική δραστηριότητα.
Εδώ συνδέεται και η λογική του «συνεργατικού κράτους», ενός κράτους που δεν περιορίζεται στη ρύθμιση ή τη χρηματοδότηση, αλλά δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε πολίτες και τοπικές κοινωνίες να γίνουν οι ίδιοι παραγωγοί. Δεν αναδιανέμει μόνο στο τέλος· αλλάζει τους όρους στο επίπεδο της παραγωγής. Σε αυτό το πλαίσιο, οι ενεργειακές κοινότητες μπορούν να παίξουν καθοριστικό ρόλο: επιτρέπουν σε πολίτες, συνεταιρισμούς και δήμους να κατέχουν τα μέσα παραγωγής ενέργειας, να αποφασίζουν δημοκρατικά για τη διαχείρισή τους και να επανεπενδύουν τα οφέλη στην κοινότητα.
Την ίδια στιγμή, η ενεργειακή πολιτική οφείλει να αναγνωρίσει ότι ο λιγνίτης, παρά τις περιβαλλοντικές του επιπτώσεις, αποτελεί εγχώριο πόρο και μέρος του εθνικού φυσικού πλούτου. Η μετάβαση δεν χρειάζεται να σημαίνει πλήρη και άμεση εγκατάλειψή του, αλλά αξιοποίησή του με νέες τεχνολογίες που μειώνουν δραστικά το περιβαλλοντικό αποτύπωμα.
Ωστόσο, καμία τεχνολογική λύση δεν αρκεί από μόνη της αν δεν αλλάξει και ο τρόπος με τον οποίο μετράμε την πρόοδο. Όσο η ενεργειακή πολιτική σχεδιάζεται αποκλειστικά με γνώμονα τη μεγιστοποίηση της οικονομικής μεγέθυνσης, η κατανάλωση ενέργειας θα αυξάνεται ταχύτερα από κάθε τεχνολογική εξοικονόμηση.
Το πραγματικό ερώτημα είναι πολιτικό: θέλουμε ένα ενεργειακό σύστημα που τροφοδοτεί ατέρμονη αύξηση της παραγωγής, ή ένα που στοχεύει στην πραγματική ευημερία: καθαρότερο περιβάλλον, ποιότητα ζωής, ασφάλεια, κοινωνική συνοχή; Δείκτες όπως η ποιότητα του αέρα, η ενεργειακή φτώχεια ή η πρόσβαση σε καθαρή ενέργεια λένε πολύ περισσότερα για την καθημερινότητα των πολιτών από το ΑΕΠ (Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν). Αν δεν ενσωματωθούν τέτοια κριτήρια στον ενεργειακό σχεδιασμό, ακόμη και οι καλύτερες τεχνολογίες θα εξυπηρετούν ένα μοντέλο που αναπαράγει τα ίδια αδιέξοδα.
Η Ελλάδα έχει τους πόρους, τη γνώση και την ανάγκη να κάνει αυτή τη μετάβαση. Το ερώτημα είναι αν θα βρεθεί η πολιτική βούληση.
*Μαγκλάρας Άρης, Δρ. Ηλεκτρολόγος Μηχανικός, Αρχιτέκτονας Λογισμικού – Μέλος του επιστημονικού συμβουλίου του ινστιτούτου Αλέξη Τσίπρα
**Κωστάκης Βασίλης, Καθηγητής Τεχνολογικής Διακυβέρνησης και Βιωσιμότητας, Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο του Τάλιν, ερευνητής στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ – Μέλος του επιστημονικού συμβουλίου του ινστιτούτου Αλέξη Τσίπρα
