Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Όταν σπούδασα στο τμήμα Σκηνοθεσίας της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου, συνέβησαν σχεδόν τα πάντα.

Στο πρώτο έτος κάναμε μαθήματα μέσω Zoom. Την ίδια περίοδο έμενα σε ένα διαμέρισμα οκτώ τετραγωνικών μέτρων και ξεσπούσε το σκάνδαλο Λιγνάδη — χωρίς καμία παραίτηση από την πλευρά της κυβέρνησης και χωρίς καμία ουσιαστική ανάληψη ευθύνης.

Τη δεύτερη χρονιά επιστρέψαμε στις αίθουσες με ένα υπερεντατικό και χαοτικό πρόγραμμα μαθημάτων, ώστε να «αναπληρωθεί η χαμένη ύλη». Σε προσωπικό επίπεδο, αυτό μου έφερε μόνο εξάντληση, ενώ φυσικά δεν είχα χρόνο να δουλέψω παράλληλα με τη σχολή. Αυτή ήταν η πραγματικότητα για πολλούς από εμάς.

Την τρίτη χρονιά ήρθε το Προεδρικό Διάταγμα που μας κατέταξε ουσιαστικά σε αποφοίτους λυκείου, σφραγίζοντας μια εικοσαετή κατάσταση απουσίας επαγγελματικών δικαιωμάτων για τους αποφοίτους των ανώτερων καλλιτεχνικών σχολών.

Ακολούθησαν καταλήψεις για πάνω από δύο μήνες. Συνεχείς κινητοποιήσεις, συναντήσεις με υπουργούς, με τον πρωθυπουργό, με την Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Συναντήσεις χωρίς αποτέλεσμα — συναντήσεις που συχνά είχαν τον χαρακτήρα του «ακούμε τα προβλήματά σας, αλλά…».

Το κίνημα εκείνης της περιόδου στηρίχθηκε κυρίως στους ίδιους τους σπουδαστές θεάτρου και χορού. Τα σωματεία ακολουθούσαν. Οι καθηγητές μας, όμως, σπάνια έφευγαν πραγματικά από τον ρόλο του «δασκάλου». Άλλοτε εμφανίζονταν με κείμενα ή συμβολικές κινήσεις — όπως οι παραιτήσεις των καθηγητών του Εθνικού — και άλλοτε επέστρεφαν γρήγορα στην κανονικότητα της σχολής, ανησυχώντας κυρίως για τον χαμένο χρόνο μαθημάτων και για έναν αγώνα που έμοιαζε μάταιος.

Σε όλα αυτά είχα δίπλα μου εξαιρετικούς συναδέλφους που έγιναν συναγωνιστές. Ανθρώπους με τους οποίους μας συνέλαβαν μαζί, φάγαμε δακρυγόνα μαζί και δεχθήκαμε επιθέσεις από δημοσιογράφους και μέσα ενημέρωσης. Ήταν τιμή μου που με επέλεγαν ως εκπρόσωπο του Συλλόγου Σπουδαστών του Εθνικού στις επίσημες συναντήσεις.

Από αυτές τις συναντήσεις έλειπε πάντα η Λίνα Μενδώνη — η οποία, παρότι το όνομά της ακουγόταν σε κάθε διαδήλωση μετά το σκάνδαλο Λιγνάδη, δεν παραιτήθηκε ποτέ.

Τελικά ούτε οι καθηγητές παραιτήθηκαν, όπως είχαν ανακοινώσει. Και όταν επιστρέψαμε στις αίθουσες, το εκπαιδευτικό μοντέλο συνέχισε να λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο: υπερεντατικά προγράμματα για να «καλυφθεί η χαμένη ύλη», σε μια σχολή όπου ελάχιστοι διδάσκοντες διέθεταν πραγματική μεθοδολογία διδασκαλίας.

Από την πλευρά της κυβέρνησης δεν κερδίσαμε τίποτα — ακόμη και όταν, τρία χρόνια αργότερα, το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε το Προεδρικό Διάταγμα αντισυνταγματικό. Μέχρι σήμερα, οι απόφοιτοι των καλλιτεχνικών σχολών δεν διαθέτουμε σαφή βαθμίδα ή επαγγελματικά δικαιώματα.

Στιγμιότυπα από τις καταλήψεις καλλιτεχνών και φοιτητών της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου κι άλλων σχολών υποκριτικής, στο πλαίσιο εκδηλώσεων διαμαρτυρίας ενάντια στο Προεδρικό Διάταγμα 85/2022 | Φωτογραφία Αρχείου
Στιγμιότυπα από τις καταλήψεις καλλιτεχνών και φοιτητών της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου κι άλλων σχολών υποκριτικής, στο πλαίσιο εκδηλώσεων διαμαρτυρίας ενάντια στο Προεδρικό Διάταγμα 85/2022 | Φωτογραφία Αρχείου

Για μένα προσωπικά, αυτή η ζοφερή πραγματικότητα των τριών χρόνων στη σχολή υπήρξε καθοριστική. Με το που τελείωσα τις σπουδές μου πήρα την απόφαση να μεταναστεύσω στο εξωτερικό — όπως έχουν κάνει ήδη τόσοι καλλιτέχνες της γενιάς μου.

Στις πάνω από 20 καταλήψεις σε σχολές, θέατρα και πανεπιστήμια που κάναμε τότε, είχαμε τα εξής αιτήματα: την απόσυρση του Προεδρικού Διατάγματος, την ισοβάθμιση των πτυχίων των δραματικών σχολών με ΤΕ, τη σίτιση, τη στέγαση και την οικονομική υποστήριξη των οικονομικά ευάλωτων σπουδαστών, αλλά και την ίδρυση ενός Πανεπιστημίου Παραστατικών Τεχνών.

Το μόνο αίτημα που τότε ανακοινώθηκε ότι θα προχωρήσει ήταν η ίδρυση ενός Πανεπιστημίου Παραστατικών Τεχνών — κάτι που σε πολλούς από εμάς είχε φανεί ύποπτο ήδη από τότε, ιδιαίτερα σε μια περίοδο όπου προωθούνταν η θεσμοθέτηση των ιδιωτικών πανεπιστημίων.

Λίγες μέρες μετά τη συνάντηση με τον πρωθυπουργό συνέβη το έγκλημα στα Τέμπη. Η κούραση που ήδη υπήρχε στο κίνημα συνδυάστηκε με το σοκ, την οργή και τη θλίψη. Αν και οι καταλήψεις των καλλιτεχνικών σχολών λειτούργησαν ως ένα από τα πρώτα κύματα κινητοποίησης που έβγαλαν την κοινωνία στους δρόμους, το ίδιο το έγκλημα χρησιμοποιήθηκε από μερίδες του καλλιτεχνικού χώρου — ακόμη και από καθηγητές μας — ως επιχείρημα για να σταματήσουν οι καταλήψεις, επειδή «η επικαιρότητα είχε αλλάξει».

Τρία χρόνια μετά γίνεται επιτέλους το βήμα για το Πανεπιστήμιο. Το νομοσχέδιο αυτό είναι κακό. Δημιουργεί πολλές ασάφειες για το αντικείμενο των προς ίδρυση τμημάτων, ενώ κλείνει τέσσερις ιστορικές ανώτερες σχολές τέχνης. Είναι σαν να τις ανωτατοποιεί, αλλά στην ουσία τις κλείνει, κρατώντας στην πραγματικότητα μόνο το όνομά τους.

Τα παραπάνω, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το νομοσχέδιο είναι συνολικά ασαφές και έχει δημιουργηθεί χωρίς συνεργασία με τα σωματεία που ανήκουν στην ΠΟΘΑ — δηλαδή με τα σωματεία των επαγγελματιών του χώρου — δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο επιχειρείται να σχεδιαστεί η νέα καλλιτεχνική εκπαίδευση.

Το ζήτημα των εισακτέων

Ένα από τα πιο προβληματικά σημεία του υπάρχοντος νομοσχεδίου είναι ο αριθμός των εισακτέων, ο οποίος δεν προβλέπεται στο ίδιο το νομοσχέδιο.

Από τη στιγμή που θα υπάρξουν πλέον πανεπιστημιακά τμήματα, είναι θεμιτό ο αριθμός των εισακτέων να είναι ανάλογος με εκείνον άλλων πανεπιστημιακών τμημάτων. Είναι ευκαιρία να ανοίξει η δημόσια και δωρεάν εκπαίδευση των σπουδών μας σε περισσότερους ανθρώπους.

Με το υπάρχον σύστημα μόνο 40 άτομα τον χρόνο έχουν πρόσβαση σε δωρεάν ανώτερη εκπαίδευση στο θέατρο — μέσω της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου και του ΚΘΒΕ. Αν δημιουργηθούν δύο σχολές δραματικής τέχνης στην ΑΣΠΤ, είναι ευκαιρία να έχουμε μεγαλύτερο αριθμό εισακτέων. Αυτό φυσικά θα απαιτούσε περισσότερα του ενός τμήματα ανά έτος μέσα στις σχολές, αλλά και περισσότερο διδακτικό προσωπικό.

Αν οι προς ίδρυση σχολές έχουν τον ίδιο αριθμό εισακτέων με τις υπάρχουσες ανώτερες σχολές, είναι βέβαιο ότι πολλοί από τους υπόλοιπους υποψήφιους θα στραφούν προς άλλα, ιδιωτικά πανεπιστήμια, που είναι θέμα χρόνου να δημιουργήσουν τις δικές τους σχολές δραματικής τέχνης, χορού ή μουσικής.

Το ερώτημα είναι απλό: είναι αυτό κάτι που θέλουμε;

Γι’ αυτό η διεκδίκησή μας δεν πρέπει να στραφεί στον μικρό αριθμό εισακτέων, αλλά στη διεύρυνσή του, με περισσότερα τμήματα και μεγαλύτερη πρόσβαση στη δημόσια εκπαίδευση.

Στιγμιότυπα από τις καταλήψεις καλλιτεχνών και φοιτητών της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου κι άλλων σχολών υποκριτικής, στο πλαίσιο εκδηλώσεων διαμαρτυρίας ενάντια στο Προεδρικό Διάταγμα 85/2022 | Φωτογραφία Αρχείου
Στιγμιότυπα από τις καταλήψεις καλλιτεχνών και φοιτητών της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου κι άλλων σχολών υποκριτικής, στο πλαίσιο εκδηλώσεων διαμαρτυρίας ενάντια στο Προεδρικό Διάταγμα 85/2022 | Φωτογραφία Αρχείου

 

 

Η απουσία του τμήματος σκηνοθεσίας

Ακόμη, ένα βασικό πρόβλημα που διακρίνω στο υπάρχον νομοσχέδιο είναι η πλήρης απουσία οποιασδήποτε αναφοράς στο τμήμα Σκηνοθεσίας της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου.

Η σκηνοθεσία αποτελεί κεντρικό πεδίο της θεατρικής δημιουργίας. Είναι λοιπόν αδιανόητο ένα πανεπιστήμιο παραστατικών τεχνών να μην προβλέπει ξεχωριστό τμήμα σκηνοθεσίας.

Αδιαμφισβήτητα πρέπει να διεκδικηθεί η ίδρυση ενός τέτοιου τμήματος, με δικό του διδακτικό προσωπικό και μεγαλύτερο αριθμό εισακτέων από αυτόν που υπάρχει αυτή τη στιγμή στο τμήμα σκηνοθεσίας του Εθνικού — μόλις δύο σπουδαστές τα τελευταία δύο χρόνια.

Η συμπερίληψη των αναπήρων καλλιτεχνών
Η ίδρυση ενός νέου Πανεπιστημίου Παραστατικών Τεχνών θα μπορούσε να αποτελέσει μια εξαιρετική ευκαιρία για κάτι που απουσιάζει διαχρονικά από την καλλιτεχνική εκπαίδευση στην Ελλάδα: τη δημιουργία ενός πραγματικά προσβάσιμου προγράμματος σπουδών σε ένα πλήρως προσβάσιμο κτίριο.

Η συμπερίληψη των αναπήρων καλλιτεχνών αποτελεί, άλλωστε, αίτημα της αναπηρικής κοινότητας εδώ και πολλά χρόνια. Όσα χρόνια σπούδαζα εγώ, ωστόσο, τίποτα ουσιαστικό δεν είχε αλλάξει προς αυτή την κατεύθυνση.

Τις τελευταίες εβδομάδες κυκλοφορεί από το δίκτυο Άρση ένα κείμενο συλλογής υπογραφών για τη συμπερίληψη των αναπήρων καλλιτεχνών στην ΑΣΠΤ. Πρόκειται για ένα εξαιρετικό κείμενο, το οποίο έχει ήδη συγκεντρώσει 85 υπογραφές θεσμών και περισσότερες από 1100 υπογραφές ανθρώπων του πολιτισμού και της παιδείας.

Μπορείτε να το βρείτε εδώ:
https://www.arsinetwork.com/declaration
 

Το ζήτημα των καθηγητών

Παρόλα αυτά, ο αντίλογος που έχει δημιουργηθεί από τους καθηγητές των ανώτερων σχολών — και που αυτή τη στιγμή υποστηρίζεται και από τους σπουδαστές — προσανατολίζεται κυρίως σε δύο σημεία: από τη μία, δικαίως, στο κλείσιμο των υπαρχουσών σχολών και από την άλλη στο ζήτημα των όρων πρόσληψης διδακτικού προσωπικού.

Το υπάρχον νομοσχέδιο προβλέπει ακαδημαϊκά και μη κριτήρια για την κάλυψη των θέσεων καθηγητών, αναπληρωτών, επίκουρων και λεκτόρων (το 80% των θέσεων) και κριτήρια με βάση το καλλιτεχνικό έργο, το κύρος και την εμπειρία για την κάλυψη των θέσεων Ειδικού Καλλιτεχνικού Προσωπικού (Ε.ΚΑ.Π.) (έως 20%).

Καταλαβαίνω πλήρως ότι οι διδάσκοντες των υπαρχουσών ανώτερων σχολών βρίσκονται σε κρίση. Από τη μία καταργούνται οι σχολές τους και από την άλλη δημιουργούνται νέα πανεπιστημιακά τμήματα στα οποία πολλοί από αυτούς δεν θα μπορέσουν να λάβουν θέσεις καθηγητών αλλά μόνο θέσεις ΕΚΑΠ.

Τελείωσα μόλις πριν δυόμιση χρόνια το τμήμα Σκηνοθεσίας στο Εθνικό και μπορώ να πω πως πολλοί — ίσως οι περισσότεροι — καθηγητές που διδάσκουν στο Εθνικό βλέπουν τη διδασκαλία ως δευτερεύον αντικείμενο της εργασίας τους. Σαν ένα πάρεργο που στέκεται δίπλα στην καλλιτεχνική τους καριέρα και που ταυτόχρονα τους δίνει κύρος στον χώρο.

Πολλοί καθηγητές δεν ερχόντουσαν στα μαθήματα, άλλοι άλλαζαν το πρόγραμμα σπουδών με βάση τις προσωπικές και επαγγελματικές τους ανάγκες, και άλλοι ερχόντουσαν απροετοίμαστοι, χωρίς συγκεκριμένο εκπαιδευτικό πλάνο και χωρίς καμία παιδαγωγική προσέγγιση.

Το αποτέλεσμα είναι ένα εκπαιδευτικό μοντέλο που συχνά βασίζεται αποκλειστικά στην προσωπική εμπειρία — ή ακόμη χειρότερα, στο προσωπικό γούστο — των διδασκόντων.

Φυσικά υπάρχουν και φωτεινές εξαιρέσεις. Καθηγητές και καθηγήτριες που έχουν αφιερώσει τη ζωή τους στην εκπαίδευση, με πραγματική μεθοδολογία και παιδαγωγική προσέγγιση. Συχνά, μάλιστα, αυτοί οι άνθρωποι δεν ήταν οι πιο γνωστοί καλλιτέχνες, αλλά οι πιο αφοσιωμένοι δάσκαλοι.

Και δυστυχώς ήταν εξαιρέσεις — οι εξαιρέσεις που θα έπρεπε να είναι ο κανόνας.

Ένα νέο πανεπιστήμιο χρειάζεται νέο όραμα

Αν είναι να δημιουργηθεί ένα πανεπιστήμιο, δεν χρειάζονται άνθρωποι που να έχουν ήδη περάσει από τα πανεπιστήμια; Δεν χρειάζονται άνθρωποι που να έχουν την εκπαίδευση και την έρευνα ως κεντρικά κομμάτια του έργου τους;

Το 2026 — και ειδικά μετά από μια δεκαπενταετία που ώθησε πάρα πολλούς ανθρώπους να μεταναστεύσουν — είναι βέβαιο ότι υπάρχουν καλλιτέχνες που έχουν αποκτήσει τίτλους σπουδών σε πανεπιστημιακές σχολές του εξωτερικού. Άνθρωποι που δίδαξαν, ερεύνησαν και εργάστηκαν σε πραγματικά πανεπιστημιακά περιβάλλοντα.

Αυτοί οι άνθρωποι δεν αξίζουν την ευκαιρία να διεκδικήσουν και να χτίσουν ένα νέο πανεπιστήμιο στην Ελλάδα;

Αν το ζητούμενο είναι απλώς η ανωτατοποίηση των σχολών, τότε το πανεπιστήμιο θα γίνει απλώς το ίδιο σύστημα — με άλλο τίτλο. Και θα παραμείνει ένα μοντέλο με εξαντλητικά 12ωρα, χωρίς σταθερό εκπαιδευτικό πρόγραμμα και χωρίς πραγματική παιδαγωγική λογική.

Τι πρέπει να διεκδικήσουμε

Σε αυτή τη συζήτηση οι βασικές διεκδικήσεις θα έπρεπε να είναι αρκετά σαφείς: η διεύρυνση του αριθμού των εισακτέων στις νέες σχολές, η ίδρυση ξεχωριστού πανεπιστημιακού τμήματος σκηνοθεσίας, η προστασία και συνέχιση της λειτουργίας των ανώτερων σχολών λόγω της ιστορίας και του ιδιαίτερου χαρακτήρα τους, καθώς και η διασφάλιση ότι οι απόφοιτοί τους θα παραμείνουν στη βαθμίδα ΤΕ (ή σε αντίστοιχη ΚΕ), αλλά και η δημιουργία πλήρως προσβάσιμου προγράμματος σπουδών και υποδομών για τη συμμετοχή των αναπήρων καλλιτεχνών.

Ταυτόχρονα, θα μπορούσε να εξεταστεί και η διεύρυνση του ποσοστού των θέσεων Ειδικού Καλλιτεχνικού Προσωπικού από 20% έως 30%, ώστε να διασφαλιστεί η παρουσία ενεργών καλλιτεχνών στη διδασκαλία χωρίς να χαθεί ο πανεπιστημιακός χαρακτήρας των τμημάτων.

Γιατί το ζητούμενο δεν είναι απλώς η ανωτατοποίηση των σχολών.

Το ζητούμενο είναι μια πραγματικά νέα δημόσια καλλιτεχνική εκπαίδευση.