ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Λένα Κυριακίδη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Από την άνοδο των απολαβών μπορούν να βγουν κερδισμένοι τόσο οι εργαζόμενοι όσο και οι επιχειρήσεις, εξηγεί στην «Εφ. Συν.» ο Χρήστος Γούλας, γενικός διευθυντής του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ, που τονίζει ότι σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ το κοινωνικά αναγκαίο ποσό αναφοράς του κατώτατου μισθού αξιοπρεπούς διαβίωσης για το 2026 ανέρχεται στα 1.052 ευρώ.

● Γιατί η επίδραση της απασχόλησης στη μείωση της φτώχειας έχει περιοριστεί; Η αύξηση στα 950 ευρώ το 2027 αρκεί;

Η επίδραση της απασχόλησης στη μείωση της φτώχειας έχει εξασθενήσει, διότι η επέκταση της απασχόλησης δεν συνοδεύτηκε από ουσιαστική ενίσχυση των εισοδημάτων και των όρων εργασίας. Με άλλα λόγια, η εργασία δεν λειτουργεί πλέον στον βαθμό που θα έπρεπε ως αποτελεσματικός μηχανισμός κοινωνικής ένταξης και προστασίας από τη φτώχεια. Ενα αυξανόμενο τμήμα των εργαζομένων, ακόμη και σε καθεστώς πλήρους απασχόλησης, παραμένει εκτεθειμένο σε συνθήκες οικονομικής στενότητας και υλικής στέρησης.

Σε αυτό το πλαίσιο ο κατώτατος μισθός αποκτά ιδιαίτερη σημασία ως θεσμική «ασπίδα» απέναντι στη φτώχεια. Δεν πρόκειται απλώς για ένα διοικητικό μέγεθος, αλλά για ένα κρίσιμο όριο που καθορίζει εάν η εργασία διασφαλίζει αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης ή, αντίθετα, αναπαράγει την επισφάλεια και τις ανισότητες. Η ενίσχυσή του επομένως είναι αναγκαία προϋπόθεση για την αποκατάσταση του κοινωνικού ρόλου του.

Ωστόσο μια ονομαστική αύξηση, όπως αυτή που συζητείται για το 2026, δεν είναι από μόνη της επαρκής για να ανατρέψει την εικόνα. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο το ύψος του κατώτατου μισθού, αλλά κατά πόσο αυτός ανταποκρίνεται στο πραγματικό κόστος ζωής και εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο ενίσχυσης των συλλογικών ρυθμίσεων και της ποιότητας της εργασίας. Χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις οι εργαζόμενοι που αμείβονται με τον κατώτατο μισθό θα συνεχίσουν να αντιμετωπίζουν πρόβλημα αξιοπρεπούς διαβίωσης.

Η τεκμηρίωση του ΙΝΕ ΓΣΕΕ παρουσιάζει ότι ο κατώτατος μισθός θα πρέπει να εξασφαλίζει την αξιοπρεπή διαβίωση αυτών που τον λαμβάνουν και ορίζεται στο 60% του διάμεσου μισθού σύμφωνα με τη διεθνή βιβλιογραφία και τους διεθνείς οργανισμούς. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις μας, για το 2026 το κοινωνικά αναγκαίο ποσό αναφοράς του κατώτατου μισθού αξιοπρεπούς διαβίωσης, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, ανέρχεται στα 1.052 ευρώ μικτά.

● Πώς εξηγείται ότι οι πραγματικοί μισθοί μένουν καθηλωμένοι, ενώ οι κενές θέσεις αυξάνονται;

Η συνύπαρξη αυξημένων κενών θέσεων εργασίας με στάσιμους πραγματικούς μισθούς αντανακλά τις δομικές ιδιαιτερότητες της ελληνικής αγοράς εργασίας που οξύνονται στην τρέχουσα περίοδο της ακρίβειας. Πολλές από τις διαθέσιμες θέσεις συγκεντρώνονται σε κλάδους χαμηλής αμοιβής και περιορισμένης ελκυστικότητας, όπου οι συνθήκες εργασίας δεν λειτουργούν ως κίνητρο για την προσέλκυση εργαζομένων.

Παράλληλα η αποδυνάμωση των συλλογικών διαπραγματεύσεων, με συνέπεια την εξαιρετικά διευρυμένη μείωση σύναψης συλλογικών συμβάσεων εργασίας, περιορίζει τη δυνατότητα των εργαζομένων να διεκδικήσουν καλύτερες αποδοχές ακόμη και σε περιβάλλον αυξημένης ζήτησης εργασίας. Αναμένεται να διαπιστωθεί και να αξιολογηθεί ο βαθμός επίδρασης της συναφθείσας «κοινωνικής συμφωνίας» στη βελτίωση των μισθών των εργαζομένων.

Το μέχρι σήμερα αποτέλεσμα είναι ένα είδος «παγίδας χαμηλών μισθών», όπου η αύξηση της απασχόλησης δεν μεταφράζεται σε αναβάθμιση των εισοδημάτων. Η ανάλυση του ΙΝΕ ΓΣΕΕ αναδεικνύει ακριβώς αυτή τη διαρθρωτική απόκλιση: η οικονομική δραστηριότητα ενισχύεται, αλλά οι αποδοχές των εργαζομένων δεν ακολουθούν την ίδια πορεία.

● Πώς η αύξηση των απολαβών συμβάλλει στην παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα; Απειλεί το μισθολογικό κόστος τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων;

Η αύξηση των απολαβών των εργαζομένων μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός βελτίωσης της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας. Υψηλότεροι μισθοί ενισχύουν τη σταθερότητα του ανθρώπινου δυναμικού, μειώνουν την κινητικότητα, αυξάνουν την εργασιακή δέσμευση και δημιουργούν κίνητρα για επένδυση σε δεξιότητες και οργανωτικές καινοτομίες.

Παράλληλα ενισχύουν την εσωτερική ζήτηση, γεγονός που στηρίζει τη συνολική οικονομική δραστηριότητα. Σε αυτό το πλαίσιο η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας δεν πρέπει να συνεχίζει να στηρίζεται στη συμπίεση του κόστους εργασίας, αλλά στη βελτίωση της ποιότητας της παραγωγής και της οργάνωσης της εργασίας.

Η αντίληψη ότι η αύξηση του μισθολογικού κόστους συνιστά κατ’ ανάγκην απειλή για τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων είναι μονοδιάστατη. Κρίσιμο ζήτημα αποτελεί το παραγωγικό υπόδειγμα στο οποίο εντάσσονται. Ο κατώτατος μισθός αποτελεί θεμελιώδη θεσμό που συμβάλλει στη βιώσιμη και ανθεκτική ανάπτυξη και όχι απλώς έναν παράγοντα κόστους. Μια οικονομία που βασίζεται συστηματικά στη φτηνή εργασία υπονομεύει τελικά τις δικές της αναπτυξιακές προοπτικές.