Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Με την ομόφωνη απαλλαγή, λόγω αμφιβολιών, των τεσσάρων που κατηγορούνταν για την υπόθεση «Σύντροφοι και Συντρόφισσες» ολοκληρώθηκε χθες μια εξαετής δικαστική περιπέτεια που κράτησε ομήρους τους εμπλεκόμενους επί έξι ολόκληρα χρόνια. Η απόφαση του δικαστηρίου έβαλε τέλος σε μια υπόθεση που από την πρώτη στιγμή συνοδεύτηκε από έντονες αμφισβητήσεις για τη βασιμότητα του κατηγορητηρίου και τον τρόπο συγκρότησής του, καθώς δεν υπήρχαν ούτε προέκυψαν ενδείξεις ενοχής. Παρά τη σοβαρότητα των αποδιδόμενων πράξεων η υπόθεση ήδη από το προδικαστικό στάδιο παρουσίαζε εμφανή κενά τεκμηρίωσης.

Οι τέσσερις κατηγορούμενοι είχαν συλληφθεί τον Μάρτιο του 2020 και βρέθηκαν αντιμέτωποι με βαριές κατηγορίες περί ένταξης και συμμετοχής σε φερόμενη «τρομοκρατική» οργάνωση με την ονομασία… «Σύντροφοι και Συντρόφισσες». Καθοριστική υπήρξε η εισαγγελική πρόταση, η οποία ήταν απαλλακτική «τουλάχιστον λόγω αμφιβολιών» όπως σημείωσε ο εισαγγελικός λειτουργός, αποδομώντας σε μεγάλο βαθμό το κατηγορητήριο που είχε σχηματίσει η Κρατική Ασφάλεια. «Από την αρχή η υπόθεση έπασχε από ένδεια στοιχείων» υπογράμμισε χαρακτηριστικά ο εισαγγελέας, επισημαίνοντας την απουσία επαρκών αποδείξεων που θα μπορούσαν να στηρίξουν τις βαριές κατηγορίες. Ο ίδιος μάλιστα είπε ότι «συντάσσεται με τη θέση της υπεράσπισης ότι αν υπήρχε τέτοια οργάνωση θα είχε ασχοληθεί η αντιτρομοκρατική υπηρεσία» και πρόσθεσε πως οι ενέργειες που εξετάστηκαν στο δικαστήριο (μολότοφ, επιθέσεις με βαριοπούλες κτλ) δεν αντιστοιχούν σε τρομοκρατικές.

Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και η υπεράσπιση, με την Αννυ Παπαρρούσου, μία εκ των συνηγόρων, να κάνει λόγο για μια «υπόθεση εργασίας της Κρατικής Ασφάλειας», σχολιάζοντας τον τρόπο με τον οποίο δομήθηκε εξ αρχής η δικογραφία. «Παλεύαμε με το παράδοξο, με το παράλογο» ανέφερε, συνοψίζοντας το κλίμα μιας δίκης που στηρίχτηκε περισσότερο σε υποθέσεις παρά σε αποδείξεις.

Από την πλευρά της η Κλειώ Παπαπαντολέων εξήγησε ότι «έγινε εξονυχιστική έρευνα, δεν υπήρξε ούτε σκληρός δίσκος ούτε βιβλίο που να μην έχει ελεγχθεί, εξετάστηκαν δεκάδες μάρτυρες, έγιναν τόσες πραγματογνωμοσύνες. Από όλο αυτό το υλικό που εξετάστηκε σε σχέση με τη ζωή αυτών των παιδιών δεν βρέθηκε τίποτα», ενώ πρόσθεσε πως «οι ίδιοι οι αστυνομικοί είτε με τις πραγματογνωμοσύνες είτε με τις καταθέσεις “άδειασαν” την κατηγορία».

Θεωρίες ανεπιβεβαίωτες

Τέλος, ο Γιώργος Κακαρνιάς σημείωσε πως «μετά από εξίμισι χρόνια αναμονής στη δίκη αποκαλύφθηκε ότι πλέον ούτε η Κρατική Ασφάλεια δεν πιστεύει την υπόθεση. Ολα ήταν θεωρίες ανεπιβεβαίωτες». Μάλιστα ο συνήγορος προσκόμισε ενώπιον του δικαστηρίου αφίσες από το 1995 με υπογραφές «σύντροφοι και συντρόφισσες» αλλά και «αναρχικοί αναρχικές» προκειμένου να καταδείξει την επικινδυνότητα της ποινικοποίησης των λέξεων, καθώς πρόκειται για κοινότοπες προσφωνήσεις.

Η δικαστική διαδικασία ξεκίνησε μετά από σχεδόν τρία χρόνια αναβολών, ενώ συνολικά έξι χρόνια με σκληρούς περιοριστικούς όρους μεσολάβησαν από τις συλλήψεις μέχρι την τελική κρίση. Αξίζει να σημειωθεί ότι παρά την πλήρως απαλλακτική εισαγγελική πρόταση προς το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών -η οποία είχε διαπιστώσει πως «δεν υφίστανται επαρκείς ενδείξεις κατά των κατηγορουμένων»- και οι τέσσερις παραπέμφθηκαν τελικά σε δίκη για μόνο τρεις από τις συνολικά 57 επιθέσεις που αρχικά περιλάμβανε το κατηγορητήριο.

Οι πράξεις που εξετάστηκαν αφορούσαν δύο επεισόδια με αστυνομικές δυνάμεις των ΜΑΤ στην Αθήνα τον Μάιο και τον Σεπτέμβριο του 2019, καθώς και επίθεση στο Ιδρυμα Μητσοτάκη τον Ιανουάριο του 2020. Ενδεικτικό των αντιφάσεων της υπόθεσης ήταν ότι για μία από τις τρεις ενέργειες υπήρχε ανάληψη ευθύνης με διαφορετική υπογραφή.

Κατά τις απολογίες τους οι κατηγορούμενοι αρνήθηκαν το σύνολο των κατηγοριών, κάνοντας λόγο για στοχοποίηση λόγω της πολιτικής τους ταυτότητας και των κοινωνικών και συντροφικών τους σχέσεων.