Η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που τρώγεται κρύο, ακόμη και με καθυστέρηση 70 ετών.
Τον Ιούλιο του 1956 ο ηγέτης της Αιγύπτου, Νάσερ, όταν οι ΗΠΑ αρνήθηκαν να χρηματοδοτήσουν την κατασκευή του φράγματος του Ασουάν εθνικοποίησε τη Διώρυγα του Σουέζ, η πλειοψηφία των μετοχών της οποίας ανήκε σε Βρετανούς και Γάλλους ομολογιούχους.
Ο πρωθυπουργός της Γαλλίας, που είχε την έμμονη ιδέα ότι αν ανατραπεί ο Νάσερ θα τερματιζόταν η ένοπλη εξέγερση στην Αλγερία, είδε στην κρίση μια ευκαιρία. Την ευκαιρία να ηττηθεί αποφασιστικά ο παναραβικός ριζοσπαστικός εθνικισμός με άλλοθι την ασφάλεια της διεθνούς ναυσιπλοΐας.
Ο Γκι Μολέ συναντήθηκε με τους ομολόγους του της Βρετανίας και του Ισραήλ, Αντονι Ιντεν και Μπεν Γκουριόν, και συμφώνησαν το σενάριο της επέμβασης.
Μετά από ένα θερμό επεισόδιο στη Χερσόνησο του Σινά οι δυνάμεις του Ισραήλ θα κατευθύνονταν προς τη Διώρυγα του Σουέζ, ενώ την ίδια στιγμή ένα αγγλογαλλικό εκστρατευτικό σώμα θα καταλάμβανε τη διώρυγα για να εγγυηθεί την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας.
Ο Αϊζενχάουερ και ο τότε ΥΠΕΞ των ΗΠΑ, Τζον Φόστερ Ντάλες, προσπάθησαν να εμποδίσουν την αγγλογαλλική επέμβαση καθώς δεν ήθελαν να ταυτιστούν με την ευρωπαϊκή αποικιοκρατία.
Λίγες ώρες μετά την έναρξη της επέμβασης η ΕΣΣΔ ζήτησε την αποχώρηση του αποβατικού σώματος σε σκληρούς τόνους απειλώντας ακόμα και με χρήση πυρηνικών όπλων. Οταν ο Αϊζενχάουερ παρέλαβε το αίτημα των Ιντεν-Μολέ για συμπαράσταση απάντησε αρνητικά καθιστώντας σαφές ότι η επέμβαση στο Σουέζ «δεν είναι δικός του πόλεμος».
Από τότε μέχρι και πριν από λίγες μέρες η Βρετανία ήταν προσδεμένη στον αυτόματο πιλότο της ευθυγράμμισης με τις ΗΠΑ.
Η Γαλλία κινήθηκε προς την αντίθετη κατεύθυνση και το1966 αποχώρησε από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ όπου και επανήλθε το 2009.
Η άρνηση των χωρών που εξαρτώνται από την απρόσκοπτη ροή των εξαγωγών πετρελαίου από τα Στενά του Ορμούζ φωτίζει τη διεθνή απομόνωση των ΗΠΑ και παραπέμπει στην αποτυχία των Ιντεν-Μολέ να εξασφαλίσουν τη στήριξη των χωρών, η εμπορική ναυτιλία των οποίων ήταν μεγάλος χρήστης της Διώρυγας του Σουέζ.
