Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μετά από σχεδόν τρία χρόνια αναβολών και συνολικά έξι χρόνια ομηρίας ξεκίνησε και οδεύει προς το τέλος της η δίκη των τεσσάρων κατηγορουμένων για την υπόθεση «Σύντροφοι και συντρόφισσες». Οι τέσσερις κατηγορούμενοι συνελήφθησαν τον Μάρτιο του 2020 και κατηγορούνται ως μέλη μιας φερόμενης ως τρομοκρατικής οργάνωσης με το γενικό όνομα «Σύντροφοι και συντρόφισσες», μια κοινή προσφώνηση την οποία αναγνώριζε ακόμα και το παραπεμπτικό βούλευμα.

Υπενθυμίζεται πως, παρά την πλήρως και για όλους απαλλακτική εισαγγελική πρόταση προς το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, η οποία διέγνωσε ότι «δεν υφίστανται επαρκείς ενδείξεις κατά των κατηγορουμένων, ικανές να στηρίξουν δημόσια τη σε βάρος τους κατηγορία για τις αποδοθείσες σε αυτούς πράξεις που αφορούσε η ποινική δίωξη», και οι τέσσερις παραπέμφθηκαν να δικαστούν για μόλις 3 από τις συνολικά 57 επιθέσεις του κατηγορητηρίου.

Οι επιθέσεις που εξετάζει το δικαστήριο αφορούν επεισόδια με αστυνομικούς των ΜΑΤ στην Αθήνα τον Σεπτέμβριο και τον Μάιο του 2019 και η τρίτη αφορά την επίθεση στο Ιδρυμα Μητσοτάκη, τον Ιανουάριο του 2020. Εξαιρετικά παράδοξο μάλιστα είναι το γεγονός ότι για τη μία εκ των τριών επιθέσεων υπάρχει ανάληψη ευθύνης με άλλη υπογραφή.

Οι κατηγορούμενοι στις απολογίες τους αρνήθηκαν το σύνολο των κατηγοριών και έκαναν λόγο για στοχοποίηση λόγω της πολιτικής τους ταυτότητας και των συντροφικών τους σχέσεων.

Αξίζει να αναφερθεί πως κατά την αποδεικτική διαδικασία, η οποία κινήθηκε εξαιρετικά γρήγορα, κανένας εκ των μαρτύρων κατηγορίας δεν ήταν σε θέση να εισφέρει κάτι ουσιαστικό στην υπόθεση, ενώ κανένας από αυτούς δεν κατάφερε να αναγνωρίσει κανέναν εκ των κατηγορουμένων και να τους τοποθετήσει στα μέρη στα οποία συνέβησαν τα γεγονότα που εξετάζονται.

Σημειώνεται δε πως οι άνδρες της ΕΛ.ΑΣ., οι οποίοι προανακριτικά φέρεται να είχαν αναγνωρίσει τον έναν κατηγορούμενο, που έχει ύψος πάνω από 1,85, σε βίντεο από το Ιδρυμα Μητσοτάκη, το οποίο απεικόνιζε έναν άνδρα περί το 1,65, κατά την κατάθεσή τους ενώπιον του δικαστηρίου ανασκεύασαν τα όσα είχαν πει. Η υποτιθέμενη αναγνώριση είχε γίνει καθώς, όπως είχαν πει οι αστυνομικοί, κατάφεραν να αναγνωρίσουν τον κατηγορούμενο επειδή τον είχαν… προσαγάγει έξι μήνες πριν στο νοσοκομείο (!) όπου είχε μεταφέρει τον φίλο του για τις πρώτες βοήθειες μετά από οικιακό ατύχημα, για… επεισόδια που γίνονταν στα Εξάρχεια (μία εκ των τριών επιθέσεων που τους καταλογίζονται).

Λόγω της… αλληλεγγύης

Μάλιστα ο ίδιος ο κατηγορούμενος κατά την απολογία του είπε σχετικά: «…τον πήγα στο Νοσοκομείο Γεννηματάς, όπου μετά από λίγο η αστυνομία με πήρε προσαγωγή και άρχισε να με ρωτάει αν ήμουν σε κάποια επίθεση στα Εξάρχεια. Η κίνησή μου δηλαδή να δείξω αλληλεγγύη και αλληλοβοήθεια σε έναν πολύ κοντινό μου άνθρωπο εμπράκτως ποινικοποιείται μέσω αυτής της κατηγορίας. Είναι δυνατόν η αλληλεγγύη προς κοντινούς μας ανθρώπους που κινδυνεύουν, τη στιγμή που το ΕΣΥ και οι υπηρεσίες του ΕΚΑΒ είναι υπό κατάρρευση λόγω της υποβάθμισής τους, να θεωρείται απόδειξη συμμετοχής σε τρομοκρατική οργάνωση; Ποιος από όλους μας εδώ μέσα δεν θα βοηθούσε έναν συνάνθρωπό του εμφανώς χτυπημένο και πονεμένο; Σίγουρα στο Νοσοκομείο Γεννηματάς και στην Αθήνα γενικότερα εκείνο το βράδυ πήγαν εκατοντάδες, χιλιάδες άνθρωποι από ατυχήματα είτε στο σπίτι είτε στον δρόμο. Τι μας ξεχωρίζει από όλους αυτούς εμένα και τον σύντροφό μου; Η αναρχική πολιτική μας ταυτότητα και η συμμετοχή μας στα κινήματα. Από μικρός συμμετέχω στους μαθητικούς αγώνες, στον φοιτητικό μου σύλλογο αργότερα και στο σωματείο μου. Συμμετέχω σε αντιφασιστικές διαδηλώσεις, σε απεργίες, σε αγώνες ενάντια στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο και τη λεηλασία της φύσης. Αυτή είναι η πολιτική μου δράση σαν αναρχικός, αυτή είναι που στοχοποιείται από τις αστυνομικές μεθοδεύσεις».

Αναφορικά δε με την κατηγορία της τρομοκρατικής οργάνωσης, ο ίδιος είπε απολογούμενος ότι πρόκειται για μια «υπόθεση-αφήγημα της κρατικής ασφάλειας, η οποία κατασκεύασε την ίδια την οργάνωση, μεθόδευσε τις κατηγορίες εναντίον μας και πειραματίστηκε με εξοντωτικούς περιοριστικούς όρους εδώ και έξι χρόνια, διαλύοντας τη ζωή μας. Η “οργάνωση” αυτή δεν υπάρχει, δεν έχει καμία υπαρκτή δομή και προφανώς ούτε κάποια ιεραρχία. Οι μόνες ενδείξεις ύπαρξής της είναι οι συντροφικές σχέσεις μεταξύ τεσσάρων ανθρώπων, πόσο μιλάνε και πόσο βρίσκονται μεταξύ τους. Στη συγκεκριμένη υπόθεση οι συντροφικές σχέσεις ποινικοποιούνται. Είναι τόσο ευρύτατη η υπογραφή αυτή που ονομάζουν “τρομοκρατική οργάνωση”, ώστε να γίνει εμφανής ποια είναι η προσπάθεια της αστυνομίας εδώ: να δημιουργηθεί μια οργάνωση-ομπρέλα, η οποία εν δυνάμει μπορεί να συμπεριλάβει χιλιάδες υπόπτους και κατηγορουμένους μόνο και μόνο επειδή τη χρησιμοποιούν στα κείμενά τους, στις αφίσες τους, στα καλέσματά τους. Εγώ και οι σύντροφοί μου είμαστε απλά τέσσερις από τους χιλιάδες ανθρώπους που λένε ότι είμαστε σύντροφοι και συντρόφισσες».

Περιοριστικοί όροι

Από την πλευρά του, άλλος κατηγορούμενος αναφέρθηκε στα έξι αυτά χρόνια ομηρίας που κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν: «Θα ήθελα να σταθώ μόνο σε κάτι που ένιωσα πιο ουσιώδες: στον τρόπο με τον οποίο η εξουσία ασκείται από το προανακριτικό στάδιο μέχρι την ολοκλήρωση της ανακριτικής διαδικασίας και της επιβολής όρων που αφορούν την καθημερινή μας ζωή. Οταν συλληφθήκαμε, η υπόθεση παρουσιάστηκε ως σοβαρή υπόθεση τρομοκρατίας. Ο ανακριτής έκρινε ότι δεν υπάρχουν λόγοι προσωρινής κράτησης και επέλεξε την επιβολή περιοριστικών όρων. Αυτή η απόφαση, τυπικά, εμφανίζεται ως ηπιότερο μέτρο. Και, εννοείται, συγκρινόμενη με τη φυλάκιση, είναι. Ομως οι περιοριστικοί όροι έχουν ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό: δεν στερούν την ελευθερία αλλά την αναδιοργανώνουν με βάση την επόπτευση, οδηγώντας τον έλεγχο σε ένα αδιαφανές πεδίο μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού βίου, όπου η παρακολούθηση τυχόν αξιόποινων πράξεων συγχέεται εντέχνως με την καταγραφή ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων. Οι περιοριστικοί όροι δεν είναι απλώς περιορισμοί κάποιων συγκεκριμένων ελευθεριών. Είναι μια μορφή διοικητικής διαχείρισης της ζωής κάποιων. Οργανώνουν το πού βρίσκεσαι, πότε εμφανίζεσαι, με ποιους συναντιέσαι, πού θα έχεις τα χρήματά σου, πού τελειώνει η ιδιωτική σφαίρα και πού αρχίζει η επιτήρηση». Και πρόσθεσε:

«Στην εποχή μας η εξουσία δεν επιβάλλεται εξ ολοκλήρου ιδεολογικά. Το ζήτημα της εξουσίας και της αντίστασης σε αυτήν δεν γίνεται να είναι ένα απλό δίπολο καλού – κακού, δίκαιου ή άδικου. Στην καθημερινότητα η εξουσία λειτουργεί πολύ πιο υλιστικά: κατευθύνει σώματα, ρυθμίζει χρόνους, οργανώνει χώρους με τον τρόπο που θέλει. Η εξουσία δεν λειτουργεί μόνο όταν τιμωρεί. Λειτουργεί και όταν ρυθμίζει. Οταν ελέγχει. Πιστεύω στα όρια, αλλά με ενοχλεί που χρειάστηκε να μάθουμε να ζούμε μέσα στα όρια που επιβλήθηκαν από έναν ανακριτή ο οποίος στάθηκε σε μια αφήγηση της κρατικής ασφάλειας για μια πραγματικότητα που τελικά δεν υπήρχε. Οταν οι αποδείξεις απουσιάζουν ή είναι τόσο σαθρές, όπως σε αυτό το κατηγορητήριο, τότε η δίωξη μετατοπίζεται εύκολα από τις πράξεις που απουσιάζουν στους ανθρώπους που καταχωρούνται σε μια συγκεκριμένη κοινωνική δεξαμενή. Και έτσι η ποινική διαδικασία δεν εξετάζει πια τι έγινε. Αρχίζει να εξετάζει ποιος είναι ο άνθρωπος που κατηγορείται. Και το λέω αυτό για τα άτομα που επιλέχθηκαν ώστε να συσταθεί αυτή η οργάνωση. Ατομα με ένα συγκεκριμένο πολιτικό προφίλ, που σύχναζαν σε συγκεκριμένα μέρη, άκουγαν συγκεκριμένη μουσική και διαμαρτύρονταν για συγκεκριμένα ζητήματα. Το δίκαιο δεν είναι απλώς ένα σύνολο κανόνων. Είναι -τουλάχιστον έτσι λέγεται- μια υπόσχεση ισότητας απέναντι στην εξουσία. Και μέσα σε αυτό το πλαίσιο γεννάται ένα κλασικό ερώτημα – ίσως να είναι γραφικό, αλλά πρέπει να ακούγεται σε τέτοιες αίθουσες: Αν το δίκαιο εφαρμόζεται, δεν πρέπει να εφαρμόζεται με τον ίδιο τρόπο για όλους; Διαφορετικά, δεν έχουμε δίκαιο. Εχουμε διαχείριση υποθέσεων και χαρακτήρων».