Χρόνια πριν, από την εποχή της «Ελευθεροτυπίας», είχα σκεφτεί πως έξω από την πόρτα του σπιτιού μου πρέπει να σου στήσω έναν γυναικάντα. Θα τον έφτιαχνα με πολύ μεγάλα μάτια, που ενίοτε γουρλώνουν σε ευχάριστες και δυσάρεστες εκπλήξεις, γυαλίζουν ή βουρκώνουν, αλλά σπανίως κλαίνε –ένα μείγμα ευαισθησίας, αλλά και αντοχής, συν κάποιο εγγενές «γονίδιο αισιοδοξίας», για την ύπαρξη του οποίου πληροφορηθήκαμε διορθώνοντας παρέα μια Παρασκευή πρωί το πάλαι ποτέ (αν επιμένουν ακόμα οι επιστήμονες ότι υπάρχει, εσύ σίγουρα το έχεις κι εγώ το ψάχνω ως επίκτητο).
Μετά τα μάτια, στο πρόσωπο θα κυριαρχούσε επίσης το στόμα, άλλοτε γλυκόλογο, άλλοτε τσαχπίνικο και τολμηρό (ιδιαίτερα με τα αρσενικά!) και ενίοτε αιφνιδιαστικά και εμπρηστικά απύλωτο, συνήθως όμως ορθάνοιχτο σε ένα γάργαρο –με λίγη τσιγαροβραχνάδα– γέλιο. Και σε κάτι δύσκολες στιγμές, να πετάει κι ένα ταιριαστό τραγουδάκι. Εστω ένα λα-λα-λα…
Η κεφαλή τού γυναικάντα θα ακουμπούσε σε φαρδείς, αθλητικής προϊστορίας ώμους και χέρια, που θα πλαισίωναν ένα πληθωρικό μπούστο, κατοικία κιμπάρισσας καρδιάς, που μέσα της να χωράει όλους σου τους ανθρώπους, όχι μόνο τους κοντινούς δικούς σου, που τους λάτρεψες και τους λατρεύεις, κι είσαι ικανή να σηκώσεις στον αέρα ολόκληρο αυτοκίνητο γι’ αυτούς, όπως μου διηγήθηκες μια μέρα και βλέπω τη σκηνή ολοζώντανη μπροστά μου, αλλά και όποιον πλησιάζεις και βάζεις μέσα στους τρυφερούς ομόκεντρους κύκλους τής… χαώδους για τα δικά μου μέτρα κοινωνικής σου ζωής. Ο τίτλος «Ηταν όλοι τους παιδιά μου» ηχεί αλλιώς διαβασμένος από τα δικά σου χείλη, ακόμα κι όταν στο τέλος –ή/και ειδικά τότε– προσθέτεις ένα «άντε βρε σαχλαμπούχλα».
Σου τον όφειλα αυτόν τον γυναικάντα για όλες τις φορές που δούλεψες στη θέση μου ή αλλάξαμε ωράρια, γιατί ήταν άρρωστο το παιδί ή απλώς για να χαρώ κάτι ή κάποιες ώρες μαζί του. Μνημειώδης η μέρα που ως από μηχανής θεά για μένα ή ως «γιαγιά του» για το Παίδων Πεντέλης πήγες ώς εκεί για να πάρεις εκείνα τα κρίσιμα αποτελέσματα. Εγινες επισήμως ευεργέτιδα του οίκου μου!
Πάντως δεν είχα το μονοπώλιο στο νοιάξιμο, τσιγκούνα στην εξατομικευμένη εύνοια και γενναιόδωρη προς όλους. Πώς να δώσω μορφή σε τόσο μεγαλεπήβολες γλυπτικές ενοράσεις η αδαής περί τον τομέα; Περιορίζομαι αναγκαστικά στις λέξεις. Σε αυτές που πάλευες κι εσύ μαζί τους για χρόνια. Και πολλά από τα τελευταία, με ένα ματάκι μισό. Και τις βάζω σε αυτήν την εφημερίδα, «των Συντακτών», που την έβλεπες πάντα σαν ζεστό ψωμάκι, βγαλμένο όχι από φούρνο αλλά από πιεστήριο, και τη ζύμωνες και τη μύρωνες κάθε μέρα με τις διορθώσεις σου και με τις παντός είδους παρεμβάσεις σου.
Ετοιμο το κατά φαντασίαν γλυπτό μου. Πλασμένο με λέξεις-ψηφίδες-στιγμές.
Και τώρα, μοντέλο μου, ευχές για τα επικείμενα γενέθλιά σου: 1ον (και κύριον): Να περνάς καλά και να προσέχεις. Την πασμίνα σου να παίρνεις (οι ζακέτες είναι για μας τους κοινούς). 2ον: Κάθε Κυριακή μεσημέρι να πίνεις αμέριμνη το κρασάκι σου, κατ’ ευχήν με παρέα, αφού… δεν δουλεύεις το βράδυ –λα-λα-λα! Προτεινόμενη πρώτη πρόποση: Ενάντια στους κοινωνικούς αυτοματισμούς! Δεύτερη: Αλληλεγγύη στις επόμενες γενεές! Τρίτη και μετριοπαθέστερη: Και μη χειρότερα, παιδιά, βάλτε να πιούμε!
Αυτά, προς το παρόν, συναδελφή μου, φίλη κι αδελφή μου.
ΥΓ. Κράτα κι ένα φυλαχτό αισιόδοξης νιότης: Imagine… Λα-λα-λα!
