ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Χρήστος Πιλάλης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στις 15 Σεπτεμβρίου ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε την πρόθεση της κυβέρνησης να δημιουργήσει ένα νέο υπουργείο Ερευνας και Ανάπτυξης. Η πρόταση παρουσιάστηκε ως μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής για την ενίσχυση της καινοτομίας και τον καλύτερο συντονισμό του ερευνητικού συστήματος της χώρας.

Η ιδέα αυτή επαναλήφθηκε και τους επόμενους μήνες σε δημόσιες τοποθετήσεις της κυβέρνησης, όπου έγινε λόγος για την ανάγκη ενός ισχυρότερου θεσμικού πλαισίου που θα συνδέει την επιστημονική έρευνα με την τεχνολογική ανάπτυξη και την οικονομική παραγωγή. Σε ορισμένες από αυτές τις παρεμβάσεις διατυπώθηκε μάλιστα η σκέψη ενός ευρύτερου σχήματος που θα συνενώνει την ανώτατη εκπαίδευση, την έρευνα και την καινοτομία σε ένα κοινό υπουργείο.

Ωστόσο, μέχρι σήμερα δεν έχει παρουσιαστεί συγκεκριμένο σχέδιο για τη δομή και τις αρμοδιότητες ενός τέτοιου υπουργείου, χωρίς παράλληλα να υπάρχει απολογισμός της προηγούμενης θεσμικής τους επιλογής. Το βασικό ερώτημα όμως παραμένει: αν το βασικό πρόβλημα του ελληνικού ερευνητικού συστήματος είναι ο θεσμικός κατακερματισμός, γιατί η λύση αναζητείται στη δημιουργία ενός νέου διοικητικού σχήματος και όχι στην αποκατάσταση ενός ενιαίου χώρου εκπαίδευσης και έρευνας;

Το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο εύλογο αν θυμηθεί κανείς ότι ο σημερινός διαχωρισμός δεν προέκυψε τυχαία. Το 2019, με απόφαση της σημερινής κυβέρνησης, η έρευνα αποσπάστηκε από το υπουργείο Παιδείας και μεταφέρθηκε στο υπουργείο Ανάπτυξης. Η επιλογή αυτή παρουσιάστηκε τότε ως αναγκαία για τη σύνδεση της επιστημονικής γνώσης με την οικονομική ανάπτυξη και την επιχειρηματική καινοτομία.

Εξι χρόνια αργότερα, η πρόταση για ένα νέο υπουργείο δείχνει ότι το ζήτημα του θεσμικού κατακερματισμού παραμένει ανοιχτό, χωρίς να έχει παρουσιαστεί ένας σαφής απολογισμός για τις συνέπειες της θεσμικής αλλαγής του 2019. Αν πράγματι ο κατακερματισμός αποτελεί σήμερα το βασικό πρόβλημα, τότε το ερώτημα είναι αναπόφευκτο: τι απέδωσε τελικά ο διαχωρισμός του 2019 και γιατί χρειάζεται τώρα μια νέα θεσμική αναδιάταξη;

Η συζήτηση αυτή δεν αφορά μόνο τη διοικητική οργάνωση του κράτους, αλλά τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται η δημόσια πολιτική για τη γνώση. Σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες με ισχυρά πανεπιστημιακά και ερευνητικά συστήματα (στη Νορβηγία, τη Σουηδία, τη Φινλανδία, την Εσθονία, την Ολλανδία και τη Γερμανία), η εκπαίδευση σε όλες τις βαθμίδες και η επιστημονική έρευνα υπάγονται στο ίδιο υπουργείο, όπως και στη χώρα μας μέχρι το 2019. Το μοντέλο αυτό υπάρχει και εκτός Ευρώπης, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την Ιαπωνία.

Η σχέση ανάμεσα στην εκπαίδευση και την επιστημονική έρευνα είναι ουσιαστική και διαλεκτική: η παραγωγή νέας γνώσης τροφοδοτεί τη διδασκαλία και η εκπαίδευση διαμορφώνει τις επόμενες γενιές επιστημόνων. Για τον λόγο αυτό η πολιτική για την εκπαίδευση και την έρευνα αντιμετωπίζεται διεθνώς ως ενιαίο πεδίο δημόσιας πολιτικής, από το σχολείο έως το πανεπιστήμιο και τα ερευνητικά κέντρα.

Η εμπειρία των τελευταίων ετών δείχνει ότι το βασικό πρόβλημα του ερευνητικού συστήματος δεν είναι η απουσία ενός ακόμη υπουργείου, αλλά η έλλειψη σταθερής στρατηγικής και αξιόπιστων θεσμικών διαδικασιών. Το 2025 δημοσιογραφικές έρευνες κατέγραψαν ενστάσεις πανεπιστημιακών για τη διαχείριση ερευνητικών προγραμμάτων του Ταμείου Ανάκαμψης, όπως τα «Πανεπιστήμια Αριστείας», οι «Συμπράξεις Ερευνητικής Αριστείας» και το «Trust Your Stars».

Η ομοσπονδία των πανεπιστημιακών δασκάλων εξέφρασε δημόσια ανησυχίες για την αξιοπιστία των διαδικασιών αξιολόγησης και για την ανάγκη διασφάλισης διαφανών και ανεξάρτητων μηχανισμών κρίσης των ερευνητικών προτάσεων.

Η συζήτηση αυτή συνδέεται και με ένα σοβαρό πρόβλημα της τελευταίας δεκαετίας: τη φυγή νέων επιστημόνων στο εξωτερικό. Το φαινόμενο συνδέθηκε με την οικονομική κρίση και τις περιορισμένες προοπτικές για νέους ερευνητές. Η χρόνια υποχρηματοδότηση της έρευνας, οι περιορισμένες θεσμικές δυνατότητες των πανεπιστημίων, οι χαμηλές αποδοχές των νέων επιστημόνων συνέβαλαν επίσης στη διαμόρφωση ενός περιβάλλοντος με περιορισμένες προοπτικές για την επιστημονική τους πορεία στην Ελλάδα. Παράλληλα, αναδείχθηκε η ανάγκη ενός σταθερού και αξιόπιστου ερευνητικού περιβάλλοντος, με διαφανείς διαδικασίες χρηματοδότησης και μακροπρόθεσμη στρατηγική.

Η αντιμετώπιση της διαρροής επιστημονικού δυναμικού δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ενός ακόμη υπουργείου, αλλά από ένα συνεκτικό σύστημα γνώσης που να προσφέρει προοπτικές επιστημονικής εξέλιξης.

Μια τέτοια στρατηγική προϋποθέτει σταθερή χρηματοδότηση, αξιόπιστους θεσμούς αξιολόγησης της έρευνας και στενή σύνδεση της επιστημονικής δραστηριότητας με το πανεπιστήμιο. Η έρευνα στην Ελλάδα παραμένει συστηματικά υποχρηματοδοτούμενη και δεν καλύπτει βασικές λειτουργικές ανάγκες των ιδρυμάτων. Συχνά τα πανεπιστήμια καλύπτουν από ίδιους πόρους δαπάνες που σε εθνικά ερευνητικά προγράμματα άλλων ευρωπαϊκών χωρών αποτελούν κανονικό μέρος της χρηματοδότησης.

Οι θεσμικές μεταρρυθμίσεις δεν αποδίδουν μόνο επειδή αλλάζει το οργανόγραμμα της διοίκησης, αλλά όταν συνοδεύονται από σαφή στρατηγική, θεσμική συνέχεια και εμπιστοσύνη της επιστημονικής κοινότητας στους κανόνες λειτουργίας του συστήματος.

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται έναν ακόμη θεσμικό πειραματισμό, αλλά έναν πραγματικά ενιαίο χώρο Παιδείας και Ερευνας, όπου η πολιτική από το σχολείο έως την επιστημονική έρευνα θα οργανώνεται με ενιαίο σχεδιασμό, θα στηρίζει τη δημόσια εκπαίδευση και θα δίνει στους νέους ανθρώπους πραγματικές δυνατότητες γνώσης και επαγγελματικής προοπτικής.

* Εκπαιδευτικός, στατιστικής