ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Φραγκίσκος Τσίρος*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Παραδοσιακά το Ολυμπιακό Κίνημα έχει καλλιεργήσει την εικόνα ενός απολιτικού διεθνούς οργανισμού που ενστερνίζεται την αρχή της πολιτικής ουδετερότητας απέναντι σε πολέμους και γεωπολιτικές διαμάχες. Πράγματι, η κυρίαρχη θέση του στην παγκόσμια διακυβέρνηση του αθλητισμού πηγάζει από την ικανότητά του να παρουσιάζεται ως απρόσωπος και ουδέτερος παρατηρητής που έχει στόχο την προώθηση παγκόσμιων ανθρωπιστικών και ειρηνιστικών ιδανικών.

Από ιστορική σκοπιά η αρχή της πολιτικής ουδετερότητας δεν περιλαμβανόταν στις ολυμπιακές αρχές στα πρώτα χρόνια ύπαρξης του Ολυμπιακού Κινήματος. Στις πρώτες εκδόσεις του Ολυμπιακού Χάρτη δεν υπήρχε καμία αναφορά στην έννοια της πολιτικής ουδετερότητας μέχρι μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Πιερ ντε Κουμπερτέν, ιδρυτής του Ολυμπιακού Κινήματος, δεν ισχυρίστηκε ποτέ ότι ο αθλητισμός είναι πολιτικά ουδέτερος και είχε επίγνωση του γεγονότος ότι το ολυμπιακό ιδεώδες δεν μπορούσε να παραμείνει ανεπηρέαστο από τις εκάστοτε εθνικές πολιτικές. Μετά το τέλος της προεδρίας του Κουμπερτέν η στάση της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής (ΔΟΕ) άλλαξε και καθιέρωσε την αρχή ότι οι Εθνικές Ολυμπιακές Επιτροπές πρέπει να διατηρούν την πολιτική τους ανεξαρτησία από τις κυβερνήσεις καθώς και ότι οι Ολυμπιακοί Αγώνες είναι διαγωνισμοί μεταξύ ατόμων και όχι κρατών.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι Ολυμπιακοί Αγώνες έχουν καταστεί πεδίο πολιτικών αντιπαραθέσεων. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες το 1936 στο Βερολίνο της ναζιστικής Γερμανίας, ο αποκλεισμός της Νότιας Αφρικής από τους Ολυμπιακούς Αγώνες για 32 χρόνια (από το 1964 μέχρι το 1992) λόγω της πολιτικής φυλετικών διακρίσεων (απαρτχάιντ), το μποϊκοτάζ των Ολυμπιακών Αγώνων το 1980 στη Μόσχα υπό την ηγεσία των ΗΠΑ ως αντίδραση στη σοβιετική εισβολή στο Αφγανιστάν είναι μερικά μόνο παραδείγματα που καταδεικνύουν την πολιτική ιστορία των Ολυμπιακών Αγώνων. Παρά την ιστορική αυτή πραγματικότητα, τις τελευταίες δεκαετίες η ΔΟΕ υιοθέτησε μια αυστηρή απολιτική στάση και κωδικοποίησε την αρχή της πολιτικής ουδετερότητας ως θεμελιώδη ολυμπιακή αρχή στον Ολυμπιακό Χάρτη το 2019.

Ιδίως μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και την αντίδραση του Ολυμπιακού Κινήματος με τον αποκλεισμό της Ρωσίας από το Ολυμπιακό Κίνημα, ο απολιτικός χαρακτήρας του Ολυμπιακού Κινήματος έχει γίνει πεδίο αμφισβήτησης περισσότερο από ποτέ. Ειδικότερα, η ΔΟΕ θέσπισε δύο κριτήρια που οι Ρώσοι (και Λευκορώσοι) αθλητές ήταν υποχρεωμένοι να πληρούν προκειμένου να μπορούν να αγωνιστούν στους καλοκαιρινούς Ολυμπιακούς Αγώνες το 2024 στο Παρίσι, καθώς και στους πρόσφατους Χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες στο Μιλάνο-Κορτίνα ως ατομικοί ουδέτεροι αθλητές. Πρώτον, να μην υποστηρίζουν ενεργά τον πόλεμο και, δεύτερον, να μην είναι συμβεβλημένοι με τον ρωσικό ή τον λευκορωσικό στρατό ή με υπηρεσίες εθνικής ασφάλειας (ενώ οι ρωσικές ομάδες είναι αποκλεισμένες καθολικά).

Για να θεωρηθούν αυτά τα κριτήρια νόμιμα και δίκαια πρέπει να εφαρμόζονται ομοιόμορφα σε όλες τις περιπτώσεις. Με άλλα λόγια, η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή οφείλει να επιβάλει κυρώσεις σε όλους τους αθλητές που έχουν σχέσεις με στρατούς που εμπλέκονται σε πολεμικές συγκρούσεις ή υποστηρίζουν πολέμους. Ωστόσο, ιστορικά η Ολυμπιακή Επιτροπή δεν έχει ποτέ αποκλείσει Αμερικανούς αθλητές για τις στρατιωτικές ενέργειες των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν, την πρώην Γιουγκοσλαβία, το Ιράκ ή σε άλλες χώρες, ούτε πρόσφατα Ισραηλινούς αθλητές για τον συνεχιζόμενο αδιάκριτο βομβαρδισμό του Ισραήλ στη Γάζα από το 2023.

Αυτή η άνιση μεταχείριση μπορεί να αποβεί ιδιαίτερα διχαστική για ολόκληρη την αθλητική κοινότητα, όπως φάνηκε πρόσφατα με τις αποδοκιμασίες από μερίδα θεατών κατά την είσοδο της ολυμπιακής ομάδας του Ισραήλ στην Τελετή Εναρξης των Χειμερινών Ολυμπιακών Αγώνων.

Σε κάθε περίπτωση οι διεθνείς αθλητικές κυρώσεις κατά της Ρωσίας αποτελούν ένα πολύ σημαντικό νομικό και πολιτικό προηγούμενο. Κατά τη γνώμη μου, οι αθλητές θα πρέπει, κατ’ αρχήν, να έχουν δικαίωμα συμμετοχής, εκτός εάν συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι που δικαιολογούν τον αποκλεισμό τους. Γι’ αυτό είναι αναγκαίο η ΔΟΕ να θεσπίσει σαφή, δίκαια και αντικειμενικά κριτήρια βάσει των οποίων θα επιβάλλει αθλητικές κυρώσεις. Διαφορετικά, η επιλεκτική εφαρμογή κυρώσεων μόνο σε συγκεκριμένες διεθνείς παραβιάσεις είναι άδικη και καθιστά τη ΔΟΕ δέσμια της παγκόσμιας γεωπολιτικής. Μακροπρόθεσμα, αυτή η στάση υπονομεύει τη νομιμοποίησή της στα μάτια του ευρύτερου κοινού ως διεθνούς κοινωνικού κινήματος με ειρηνικά και ανθρωπιστικά ιδανικά.

Τελικά, στον σημερινό κόσμο των βίαιων πολεμικών συγκρούσεων το Ολυμπιακό Κίνημα θα πρέπει να ξεπεράσει την αυστηρή προσκόλλησή του στην αρχή της πολιτικής ουδετερότητας και να δώσει προτεραιότητα στον ρόλο του στην προώθηση της ειρήνης και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

* Διδακτορικός ερευνητής στο νομικό τμήμα του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου Φλωρεντίας