Ανήκω στη γενιά των παιδιών όσων έζησαν διωκόμενοι τότε σε νεαρή ηλικία την Κατοχή, τον πόλεμο του ’40, άρα και τις απαγορευτικές συνθήκες της καθημερινότητας. Στερήσεις, πείνα, φόβο. Εύλογη, λοιπόν, ήταν και παραμένει, έστω πλέον και υπό το δημοσιογραφικό κάτοπτρο του ενήλικα, η διάθεση να τους καλώ ώστε ν’ ανοίγουν θύλακες της μνήμης τους, να διηγούνται τις σκληρές εμπειρίες, τους ρυθμούς και το περιεχόμενο της καθημερινότητας.
Επανέφερα τις τελευταίες μέρες τις ίδιες συζητήσεις με γνωστούς και άγνωστους, γέροντες και γερόντισσες πλέον· αιτία οι πρόσφατες συγκλονιστικές φωτογραφίες, όσες ήρθαν αφυπνιστικά στη ζωή μας ώστε ν’ αναμοχλεύσουν τη σκέψη και μακάρι σαν κατευναστικό χάδι, ή, μήπως χαστούκι αφύπνισης, να έχουν τιθασεύσει όσες πωρωμένες συνειδήσεις διαστρέβλωναν την ιστορική πραγματικότητα.
Η θωριά των κομμουνιστών και αναπόφευκτα πατριωτών, χωρίς η μια λέξη ν’ αναιρεί την άλλη, ούτε η δεύτερη λέξη-έννοια, αμήχανοι κυβερνώντες, να χρησιμεύει ως πίσω πόρτα διαφυγής από την αλήθεια! Τις τελευταίες μέρες, μετά, λοιπόν, από το δικό μου τυπικό ερέθισμα «τι θυμάσαι απ’ όσα τραγικά περάσατε τότε;», πριν και μετά από στιγμές φόβου, απειλής, κυριαρχεί και πάλι η αμοιβαιότητα από πόρτα σε πόρτα. «Ωστε όλοι να έχουν κάτι να φάνε, ώστε να βεβαιωνόμαστε πως στη γειτονιά, όταν βράδιαζε δεν έλειπε κανένας επειδή ήταν νεκρός…». Κοινότητα. Εν γνώσει τους με βεβαιώνουν πως προδότες είχαν απλώσει το χέρι στους Γερμανούς, παρέμεναν συμπολίτες-συμπατριώτες, ακόμη και με διαφορετική ιδεολογική-πολιτική ταυτότητα, αλληλοβοήθεια στα όρια του ηρωισμού.
Το παρελθόν, διαφορετική κοινωνία, λοιπόν, από τη σημερινή. Αν και, χωρίς να συγκρίνουμε ανόμοια μεγέθη, δηλαδή πόλεμο με ειρήνη, βλέπουμε πως επιπτώσεις πολέμου είναι πολλά προβλήματα της σύγχρονης καθημερινότητας. Παρόντες σήμερα αναρίθμητοι αναίτιοι καθημερινοί εμφύλιοι, ρίζα τους ο ωφελιμισμός. Εμφύλιος και λίγο καιρό μετά την απελευθέρωση. Σκέψεις-ερεθίσματα για αναθεώρηση.
