ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Παναγιώτης Νούτσος*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Και πρόσφατα ο «δημοσιογραφικός λόγος» επιχειρεί να αναγορευτεί «επιστημονικός». Με ένα παράδειγμα, τη μεταξική δικτατορία.

Δηλαδή:

1. Η ταυτόχρονη άρνηση των κοινωνικοπολιτικών επιτεύξεων του «λιμπερομαρξιστικού αιώνα» επιτελείται από τη «συντηρητικήν επανάστασιν» του εικοστού αιώνα και τον «πνευματικό» του πολιτισμό (ο όρος με τη σημασία του Spengler). Ετσι, από τη μια πλευρά αποδοκιμάζονται οι «υπερβολές» του φιλελευθερισμού, όπως θεωρείται η «υπεροπτική πεποίθησις ότι ο άνθρωπος, εν τη μέθη της κατακτηθείσης ελευθερίας του, δύναται πλέον να περιφρονήση νόμους, υποχρεώσεις και ιδέας αιωνίου αξίας», ή η ανικανότητα του κράτους, που έστεκε «ανοργάνωτον και διατακτικόν μεταξύ των γρονθοκοπουμένων ατομικών και ταξικών συμφερόντων», να εξαλείψει την αυξανόμενη κοινωνική αδικία. Ο «αντικαπιταλιστικός» τόνος της «εθνικοσοσιαλιστικής ιδεολογίας» συναρτάται με την αντίληψη ότι η «οικονομική αξία» δεν κατέχει την υψίστη θέση στην ιεράρχηση των αξιών και ο αγώνας της εναντίον του οικονομικού φιλελευθερισμού δεν αποβλέπει ν’ αντικαταστήσει τις δημιουργικές δυνάμεις του ατόμου «διά μιας οικονομικής γραφειοκρατίας», αλλά αξιώνει για το κράτος τη «γενικήν διεύθυνσιν της οικονομίας». Το «νέον κράτος» αρνείται τον «ατομικισμόν», εφόσον ο άνθρωπος είναι φύσει κοινωνικόν ον, και τον «λιμπεραλισμόν» που δεν συμβαδίζει με την ιδέα της «εθνικής υποστάσεως» και της «αλληλεγγύης» των μελών της.

Σ’ αυτόν ακριβώς τον αντι-φιλελευθερισμό οδηγεί κυρίως η καταδίκη του κοινοβουλευτισμού ο οποίος στη χώρα μας κατάντησε, λέγουν, «παντοκρατορία του κόμματος» και μετέτρεψε το βουλευτικό αξίωμα σε «βιοποριστικόν επάγγελμα». Γενικότερα ο κοινοβουλευτισμός αντιμετωπίζεται ως το «μέγιστον δημοκρατικόν ψεύδος περί της ικανότητος του λαού προς αυτοδιοίκησιν» και ως σύστημα διακυβέρνησης που βασίζεται στην «ακρισίαν των μαζών» και μετασχηματίζει την κρατική εξουσία σε «παλαίστρα φιλόδοξων μικροπολιτικών και στενοκεφάλων θεωρητικών».

Και «Τρίτος Ελληνικός Πολιτισμός»;

Από την άλλη πλευρά, η «μεταβολή» της 4ης Αυγούστου παραμέρισε τον κομμουνιστικό κίνδυνο που γέννησε ο «μαρξισμός ως μοιραίος απότοκος της παντοίας φιλελευθέρας υπερβολής», ή ο «ιστορικός υλισμός» που εισχώρησε στη συνείδηση των «λαϊκών μαζών». Βέβαια ο ιστορικός υλισμός φαίνεται ασυμβίβαστος προς τη φύση της «ανθρώπινης προσωπικότητας», εφόσον δεν αναγνωρίζει την «πνευματικήν, ψυχικήν και αισθηματικήν πλευράν του ανθρώπου» και εξηγεί όλα τα «φαινόμενα της ζωής» με οικονομικά «και μόνον αίτια».

Το «δόγμα» του ιστορικού υλισμού δημιουργεί την προσδοκία της «κομμουνιστικής νίκης διά της μοιραίας συντριβής του καπιταλισμού», μια ανέφικτη «χιλιαστική» πρόβλεψη της «απολύτου ισοπεδώσεως» που, αν πραγματοποιηθεί, θα «σταματήσει το ιστορικόν γίγνεσθαι». Κάνοντας τον απολογισμό της τριετίας, ο διευθυντής του περιοδικού «Το Νέον Κράτος» προσδιορίζει τις επιτυχίες της 4ης Αυγούστου στον διμέτωπο αγώνα, όπως η ίδια τον κατανοούσε: «Κατέλυσε τον λιμπεραλισμόν. Και εκήρυξε εκτός νόμου τον κομμουνισμόν. Δεν κατέλυσε το άτομον, δεν το υπεδούλωσε. Το εχειραγώγησε. Το προσήρμοσεν εις τα ιδεώδη του συνόλου. Εκήρυξεν ότι το όλον προηγείται του μέρους, ότι η κοινωνία προηγείται του ατόμου ως περιέχουσα το άτομον».

2. Η ρητορεία αυτή των αρνήσεων συνεπάγεται τη θέση για το πρωτείο του κράτους. Το «ολοκληρωτικόν κράτος» του φασισμού και του εθνικοσοσιαλισμού ή του «Estado Novo Corporativo» του Σαλαζάρ μετονομάζεται σε «Εθνικόν Κράτος» ή σε «άμεσον εθνικήν λαοκρατίαν». Αν και η χρήση αυτών των όρων είναι ενδεικτική του ιδεολογικού προσανατολισμού, αυτός αποσαφηνίζεται περισσότερο από τις συναφείς αναλύσεις που προβάλλονται. Ετσι το κράτος θεωρείται η «νομική τάξις του Εθνους», ο οργανωμένος υπηρέτης των συμφερόντων του εθνικού συνόλου που η αξία του έχει «ηθικό» χαρακτήρα. Ακόμη, το κράτος εκλαμβάνεται να ενεργεί «επί τη βάσει των υποθηκών του παρελθόντος και του συμφέροντος του παρόντος και του μέλλοντος», εφόσον πρόκειται για τον φορέα της «εθνικής θελήσεως», δηλαδή για την οργάνωση μιας κοινωνίας «φυσικώς και ψυχικώς ομοίων ανθρώπων» που επιδιώκει την εκπλήρωση «των υπό της Προνοίας ορισθέντων αυτή σκοπών».

3. Αν το κράτος αντιμετωπίζεται ως «εκδήλωσις της οργανωμένης δυνάμεως του Εθνους», τότε σημαίνει ότι υποτάσσεται στην ιδέα της «εθνικής αλληλεγγύης» και επομένως η σχέση τους καθορίζεται ως σχέση «σκοπού και μέσου». Η λατρεία αυτή του έθνους, ως «ομάδος ατόμων, συνδεομένων μεταξύ των εις το διηνεκές, διά κοινών γνωρισμάτων και ψυχικής ταυτότητος», επιτρέπει ακριβώς την προσδοκία του «τρίτου ελληνικού πολιτισμού» και την τόνωση της φυλετικής υπεροχής: «όχι μόνον η ανομοιογένεια, αλλά και η πεποίθησις, ότι είμεθα διάφοροι και καλλίτεροι, πρέπει να καλλιεργήται, χάριν της προωθήσεως της ζωής και δη της εθνικής ζωής».

4. Ο συνδετικός κρίκος του έθνους με το κράτος είναι ο αρχηγός. Το μεταξικό καθεστώς υιοθετεί το Führerprinzip προβάλλοντας τη «δημιουργική πνοή» του «υπηρέτη της πατρίδος του» και υπονοώντας την υπεροχή των «επιλέκτων» στο σώμα της κοινωνικής ιεραρχίας. Η «εξουσία των αρίστων», όσων δηλαδή εμφανίζουν «αφοσίωσιν εις το ίδιον έθνος, ανωτέραν ηθικήν, αποφασιστικότητα, τόλμην», παρομοιάζεται με την κορυφή της «πυραμίδος» του εθνικού οικοδομήματος.

5. Το «νέον κράτος» επιβάλλει την πειθαρχία στα μέλη και υποβάλλει την ιδέα του πολλαπλασιασμού των προσπαθειών τους: «αν ο καθένας αποδώση σήμερον περισσότερον από ό,τι απέδωκε χθες, αύριον δε περισσότερον απ’ ό,τι απέδωκε σήμερον, μόνον κατ’ αυτόν τον τρόπον είμεθα βέβαιοι ότι θα φθάσωμεν εις την επιτυχίαν». Ταυτόχρονα εκλαϊκεύεται η εθνικοσοσιαλιστική αντίληψη της εργασίας ως «υψίστου αγαθού του έθνους» και των συναφών θεσμών («τα συμβούλια εμπιστοσύνης» και οι «θεματοφύλακες της εργασίας»). Γενικότερα καλλιεργείται η εντύπωση της συντεχνιακής οργάνωσης της κοινωνίας, όπως είχε προταθεί από τον ιταλικό φασισμό σε συνδυασμό με την καταξίωση της οικογένειας και της «κοινότητας».

Βλ. «Συνιστώσες της ιδεολογίας του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου», Πρακτικά του Διεθνούς Ιστορικού Συνεδρίου, Η Ελλάδα 1936 – 44, επιμέλεια Χ. Φλάισερ – Ν. Σβορώνος, Αθήνα 1989, 59-69.

*Ομότιμος Καθηγητής Κοινωνικής και Πολιτικής φιλοσοφίας του Παν/μίου Ιωαννίνων