ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ευάγγελος Αυδίκος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Κάθε φορά που μου ζητείται από διάφορους δημοσιογράφους να σχολιάσω κάποια λαϊκά δρώμενα, επαναλαμβάνεται η ίδια ερώτηση για την παλαιό­τητα αυτών των εκδηλώσεων. Εχουν την ηλικία του ανθρώπου, απαντώ, κάτι που προκαλεί σκεπτικισμό. Συνήθως, οι σύγχρονες μορφές συσκοτίζουν την ηλικία του μοτίβου. Αναφέρομαι στο θέμα που διατηρείται αναλλοίωτο στον πυρήνα του, πέρα από τα όσα προστεθούν και ανεξάρτητα από τις προσαρμογές που θα γίνουν από τους κάθε φορά συγκαιρινούς, ώστε να ενσωματώσουν και τις δικές τους εμπειρίες στο δρώμενο.

Οι άνθρωποι, κατά κανόνα, βλέπουν αυτό που είναι μπροστά τους. Συνήθως, έχουν τη βεβαιότητα πως είναι αποδέκτες και διαχειριστές μιας κληρονομιάς που τους άφησαν οι παλιοί. Κι αυτοί περιορίζονται να προσθέτουν ανεπαίσθητες πινελιές, χωρίς διάθεση να διαταράξουν το πολιτισμικό τους απόθεμα. Αυτά τα καινούργια συνιστούν την αποτύπωση της δικής τους εποχής, χωρίς, ωστόσο, να αναιρούν την ιστορική διαδρομή και την πολιτισμική και κοινωνική στόχευση όσων παρέλαβαν.

Βεβαίως, στα μεταπολεμικά, πρωτίστως, χρόνια, με τη δημιουργία της τουριστικής αγοράς αλλά και την ερημοποίηση της αγροτικής υπαίθρου, τα λαϊκά δρώμενα νιώθουν μεγάλη συμπίεση από την ανάγκη των ανθρώπων να ενισχύσουν ό,τι «έθιμο» οργανώνουν με σύγχρονες μορφές που εκφράζουν περισσότερο τον κάτοικο του αστικού κέντρου, δηλώνοντας ιδίως την ανάγκη του ανθρώπου της πόλης, με πιθανή καταγωγή από το χωριό διεξαγωγής της λαϊκής γιορτής, να ξαναβρεί τη χαμένη συλλογικότητα.

Η γλώσσα μας εμπεριέχει μύθους

Η άποψη αυτή του Βιτγκενστάιν είναι κρίσιμη για να ξεκλειδώσουμε τις λαϊκές γιορτές που επαναλαμβάνονται σε όλες τις εποχές. Η αρχή γίνεται με το διήμερο των Θεοφανίων, με τα οποία κλείνει όμως η περίοδος του Δωδεκαημέρου (24 Δεκεμβρίου-6 Ιανουαρίου). Στη συνέχεια ακολουθούν ο άλλος μεγάλος σταθμός, οι Αποκριές, οι γιορτές της άνοιξης (Πάσχα και Μάης), η ισημερία του Ιουνίου, ο Δεκαπενταύγουστος και οι γιορτές της σποράς στα τέλη Οκτωβρίου και στις αρχές Νοεμβρίου. Καθεμία από τις τέσσερις εποχές εισέρχεται στην άλλη που την αντικαθιστά με εθιμικές συμπεριφορές με τις οποίες οι άνθρωποι επιχειρούν να εξουδετερώσουν τις αρνητικές δυνάμεις ή να καλοπιάσουν τις θεότητες που είναι κρίσιμες για την ομαλή εξέλιξη της προσωπικής και της συλλογικής ζωής. Ολο τον χρόνο οι άνθρωποι βρίσκονται σε μια συνεχή διαδικασία μεταβολών και μετάβασης σε διαφορετικές συνθήκες. Η ίδια η αλλαγή, το παλιό που φεύγει, το καινούργιο που έρχεται, θέτει σε συνθήκες αβεβαιότητας τα μέλη μιας ομάδας που νιώθουν την εξάρτησή τους από εξωγενείς δυνάμεις.

Στη γλώσσα μας υπάρχει ενσωματωμένη μια ολόκληρη μυθολογία, συνεχίζει ο Βιτγκενστάιν. Αυτό ακριβώς συμβαίνει με όλες αυτές τις εποχικές τελετουργίες. Η λέξη «τελετουργία», που συνήθως χρησιμοποιείται από ανθρωπολόγους -και λαογράφους-, σήμερα μας οδηγεί στη συστηματική παρατήρηση και κατανόηση μιας πολύπλευρης διαδικασίας μετάβασης από μια κατάσταση σε μιαν άλλη, από μιαν εποχή σε μιαν άλλη, από το φως στο σκοτάδι, από τη ζωή στον θάνατο κ.λπ. Πρόκειται για ομαδικές εκδηλώσεις μιας κοινοτικής ομάδας που σκοπεύουν στην καθαγίαση του συστήματος των αξιών και τη χωροθέτηση των ορίων, μέσα στα οποία τα μέλη αναπτύσσουν την προσωπικότητά τους συμμετέχοντας στην οικογένεια, την κοινότητα, τη γειτονιά, το κράτος.

Ακολουθώντας τα ίχνη της λέξης «τελετουργία» διευκολύνεται η προσπάθεια των ανθρωπολόγων να κατανοήσουν τους υποτελείς τους στις αποικίες, ώστε να μπορέσουν να τους χειραγωγήσουν. Ως αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας γράφτηκε η ιστορία της ανθρωπότητας μέσα από οφιοειδείς διαδρομές. Οι ιεραπόστολοι αρχικά, οι ανθρωπολόγοι, εθνογράφοι/εθνολόγοι και λαογράφοι πρωτίστως συγκροτούν θεωρητικές διελκυστίνδες ανάμεσα στη θρησκευτική και την κοσμική εξουσία αλλά και ανάμεσα στον εξουσιαστικό λόγο και τον επιστημονικό, που επιχειρεί να αυτονομηθεί από τον εγκλωβισμό του στις ανάγκες της αποικιοκρατικής, αυτοκρατορικής δύναμης.

Η μελέτη των αποικιών και όσα συνάγονται για τον πολιτισμό και την κοινωνική οργάνωση διαμορφώνουν τα θεωρητικά εργαλεία ώστε να γίνει αποδεκτό πως οι άνθρωποι, πέρα από θρησκευτικές πεποιθήσεις αλλά και κοινωνική οργάνωση, βιώνουν τις ίδιες αβεβαιότητες ενώπιον ανεξερεύνητων εξωγενών παραγόντων που μπορούν να καταστρέψουν την παραγωγή αλλά και την αναπαραγωγή τους. Σταδιακά, ωριμάζει η πεποίθηση για την κοινή πατρίδα των ανθρώπων απανταχού της Γης, πέρα από τις διαφορές, που είναι η ανανεούμενη διελκυστίνδα ανάμεσα στη γέννηση και τον θάνατο.

Ακολουθώντας τα ίχνη των λέξεων, κατά την παρότρυνση του Βιτγκενστάιν, θα καταβυθιστούμε στον Μεσαίωνα, στον ρωμαϊκό κόσμο, την αρχαία Ελλάδα, τη Μέση και την Ανω Ανατολή, την Αίγυπτο και την Αφρική αλλά και στη Λατινική και Βόρεια Αμερική, όπου οι άνθρωποι οργάνωναν τελετουργίες με σκοπό να επικοινωνήσουν με το ανερμήνευτο και να αποσπάσουν την εύνοια αυτών των δυνάμεων για την κοινοτική ευεξία και αναπαραγωγή.

Γη, η κοινή πατρίδα

Τέτοια έθιμα/τελετουργίες αρμαθιασμένα στον χρόνο βοηθάνε στην απόκτηση εποπτείας της ψυχοσυναισθηματικής ανάγκης των ανθρώπων, απανταχού της Γης, να κάνουν επωφελή τον διάλογό τους με την κοινή μητέρα τους, τη γη – μ’ όποια λέξη κι αν είναι εμφανίζεται στις τοπικές μυθολογίες: χαρακτηρίζουν επίμονα σε διάφορους συνδυασμούς και αναλογίες αναρίθμητες γιορτές της αρχαιότητας, του Μεσαίωνα και των νεότερων χρόνων: Βακχανάλια, Διονύσια, Ανθεστήρια, Λήναια, Θεσμοφόρια, Σατουρνάλια, Λιμπεράλια κ.λπ.

Αριστερά: Νάουσα, «Μπούλες» και «Γενίτσαροι». Δεξιά: Η φορεσιά του «Γέρου» με τη βαριά μάλλινη κάπα και τα χάλκινα κουδούνια στο καρναβάλι της Σκύρου (ΦΩΤ:ΘΟΔ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ)
Αριστερά: Νάουσα, «Μπούλες» και «Γενίτσαροι». Δεξιά: Η φορεσιά του «Γέρου» με τη βαριά μάλλινη κάπα και τα χάλκινα κουδούνια στο καρναβάλι της Σκύρου (ΦΩΤ:ΘΟΔ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ)

Είναι αναρίθμητες οι γιορτές αλλά και η επινοητικότητα και η δυνατότητα προσαρμογής των δανείων από το παρελθόν, ή τα μεταναστεύοντα μοτίβα, με τις νομαδικές και ημινομαδικές μετακινήσεις των λαών σε ευρύτερες περιοχές. Ολα αυτά έχουν καταγραφεί από ερευνητές στο παρελθόν. Ο κόσμος, κατά κανόνα, τα ονομάζει «έθιμα» ή «καρναβάλια». Συχνά, χρησιμοποιείται το όνομα το λαϊκού δρωμένου: Κιοπέκ Μπέης, Μπέης, Κούκερος ή Χούχουτος, Σταχτάς Βασιλιάς, Καλόγεροι, Κουδουνάτοι, Γιανίτσαροι, Κουκούγεροι, Καμουζέλες, Μούσκαροι, Προσώπεια, Γέροι, στη Θράκη Καλόγεροι και Κούκεροι, Παμπούγεροι, Πουρπούρης, Μωμόγεροι, Αράπηδες, Μπούλες, Μάηδες, Κορδελάτοι, Αγκουτζάρια/Ραγκουτσάρια, Τζαμάλα, Γληγοράκης, Πανάρατος.

Αριστερά: «Ραγκουτσάρια», Καστοριά. Δεξιά: «Στοιχειό της Χάρμαινας», Αμφισσα | ΦΩΤ: www.facebook.com/ragoutsaria - ΔΗΜΟΣ ΔΕΛΦΩΝ/Δ. ΚΑΛΕΝΤΖΗΣ
Αριστερά: «Ραγκουτσάρια», Καστοριά. Δεξιά: «Στοιχειό της Χάρμαινας», Αμφισσα | ΦΩΤ: www.facebook.com/ragoutsaria – ΔΗΜΟΣ ΔΕΛΦΩΝ/Δ. ΚΑΛΕΝΤΖΗΣ

Ολα αυτά φανερώνουν μια ποικιλία πολιτισμικών μορφών. Ωστόσο, βλασταίνουν πάνω στην ίδια ανάγκη. Να ενωθεί ο άνθρωπος με τη φύση σε μια αξεδιάλυτη ενότητα, κατά την οποία ο χρόνος αναστέλλεται και ο άνθρωπος εξομοιώνεται ως μέρος της φύσης με όσα τελούνται σ’ αυτήν, με τη γέννηση και τον θάνατο, την αναπαραγωγή. Ουσιαστικά, τα λαϊκά δρώμενα/έθιμα λειτουργούν ως μια μορφή αποκατάστασης της φυσικής ενότητας, κάτι που αποτελεί συστατικό στοιχείο όλων των αγροτικών τελετουργιών. Ο άνθρωπος νιώθει ότι είναι σαρξ εκ σαρκός της μάνας γης, η οποία αναπαριστάνεται ως νύφη που ετοιμάζεται για την αναπαραγωγή όλου του συμπαντικού συστήματος – επομένως και των ανθρώπων. Αυτό είναι ξεκάθαρο σε όλα τα δρώμενα (Μάηδες, Γληγοράκης κ.λπ.).

Αυτή είναι η ιστορία που συνέχει όλα αυτά τα «έθιμα», όποτε κι αν γίνονται: το φθινόπωρο/σπορά, τον χειμώνα/Δωδεκαήμερο, την άνοιξη/Αποκριές. Συνήθως, όλα αυτά αποκτούν ένταση στην περίοδο της Αποκριάς – κυρίως κατά τη διάρκεια της τελευταίας Κυριακής. Ο Γιάννης Κιουρτσάκης («Καρναβάλι και Καραγκιόζης. Οι ρίζες και οι μεταφράσεις του λαϊκού γέλιου», Κέδρος, Αθήνα, 1985) δίνει το περίγραμμα όσων συμβαίνουν αλλά και των προσδοκιών που επενδύονται.

«Γενίτσαροι» σε χορό στο καρναβάλι της Νάουσας | ΔΗΜΟΣ ΔΕΛΦΩΝ/FANIS T
«Γενίτσαροι» σε χορό στο καρναβάλι της Νάουσας | ΔΗΜΟΣ ΔΕΛΦΩΝ/FANIS T

Γίνεται τότε «αναστολή των καθημερινών απαγορεύσεων, έξαρση της φυσικής, ζωικής και ανθρώπινης γονιμότητας με κάποιες συμβολικές πράξεις και αναπαραστάσεις, φαλλοφορίες και βωμολοχίες, ταυτόχρονη μίμηση του γάμου και του θανάτου (αλλά και της νεκρανάστασης), ξέφρενοι χοροί, ανταλλαγή σκωμμάτων, συμβολικές βιαιοπραγίες, μέθη και τρέλα, αντιμετάθεση κοινωνικών ρόλων, φυσικά το μασκάρεμα – όποια και αν είναι η σημασία που αποδίδεται σ’ αυτό».

Η ενεργούσα δύναμη είναι η ανάγκη αποκατάστασης της ολότητας. Για τον άνθρωπο της υπαίθρου στην προβιομηχανική εποχή -και πιο μπροστά- το «έθιμο» δεν ήταν μια αφορμή για διασκέδαση. Δεν ήταν ξόδεμα του χρόνου. Αντίθετα, συνιστούσε αφορμή για μια ουσιαστική συμμετοχή σε μια γιορτή που θα διασφάλιζε την παραγωγή και αναπαραγωγή του βίου του. Κι αυτή είναι η διαφορά του ανθρώπου της υπαίθρου από τον σημερινό κάτοικο της πόλης. Ολα, στη δεύτερη περίπτωση, υπηρετούν τη διασκέδαση, την ευωχία.

Το πρώτο που συμβαίνει, λοιπόν, στα δρώμενα της υπαίθρου είναι η αναστολή του χρόνου και η αποδοχή της «ελευθεριότητας» του λόγου. «Τσι Μεγάλες Αποκριές/ Κουζουλαίνονται κ’ οι γριές», λένε στην Κρήτη. Κι έχουν δίκιο. Δεν είναι μια συνηθισμένη ημέρα. Ο χρόνος σταματάει και ξαναρχίζει η ροή του μετά την ολοκλήρωση των δρωμένων – στις Αποκριές αυτό γίνεται την Καθαροδευτέρα. Στο μεσοδιάστημα οι κανόνες αλλάζουν και όλα υπηρετούν την αναπαραγωγή – ακόμα και οι «βωμολοχίες», οι φαλλοί που κρατούν τα μέλη των ομίλων ή και οι σκηνές συμβολικής συνουσίας. Αυτό δεν μπόρεσε να κατανοήσει ο χριστιανισμός. Για πολλά χρόνια εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση στο «Μπουρανί» του Τυρνάβου. Και ο λόγος ήταν οι φαλλοί που κυριαρχούν στην πλατεία αλλά και ο «άσεμνος» λόγος που ακούγεται. Ιεροψάλτης δε, στις αρχές του 21ου αιώνα, υπέβαλε μήνυση στη Δόμνα Σαμίου για τα αποκριάτικα τραγούδια που εξέδωσε και τραγούδησε. Ο ίδιος τα θεωρούσε αντιβαίνοντα στα «χρηστά» ήθη. Αντιμετώπιζαν πολλοί, ακόμα και τον υπαινικτικό λόγο, ως έκφραση πορνογραφικής συμπεριφοράς. Το γέλιο, όμως, και η σάτιρα ήταν συστατικά στοιχεία στην αναπαράσταση της γονιμοποίησης και της αναπαραγωγής που αποτελούν το έδαφος συνάντησης όλων όσα συγκροτούν το σύμπαν.

Ο γάμος και η συμβολική άροση

Στιγμιότυπα από τον «Βλάχικο γάμο» της Θήβας
Στιγμιότυπα από τον «Βλάχικο γάμο» της Θήβας

Η σπονδυλική στήλη των δρωμένων είναι ο γάμος, που συχνά η νύφη απάγεται από έναν αντίζηλο. Η σύγκρουση ανάμεσα στους δύο άντρες προκαλεί τον θάνατο του γαμπρού, η τάξη επανέρχεται, μετά από ενάργεια της νύφης, με τη νεκρανάσταση. Αυτό το αφηγηματικό μοτίβο ανιστορείται από τον Βιζυηνό στον «Καλόγερο» της Θράκης. Πέρα από τα πρόσωπα-μέλη της γαμήλιας πομπής (γιατρός, Αράπης), η ουσία αναδύεται μέσα από την αναπαραγωγική στόχευση. Αυτό αποτυπώνεται στον γάμο αλλά και σε άλλες συμβολικές, τελετουργικές πράξεις.

«Η νύφη θρηνεί πάνω στον νεκρό σύζυγο». Μ. Γ. Μέγας, «Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας». Εστία, Αθήνα 2012
«Η νύφη θρηνεί πάνω στον νεκρό σύζυγο». Μ. Γ. Μέγας, «Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας». Εστία, Αθήνα 2012

Μια τέτοια ήταν η επίσκεψη του «Μπέη» -χαρακτηριστική μορφή στη Θράκη- σ’ όλα τα σπίτια στο Ορτάκιοϊ, πάνω σε άμαξα, έχοντας δίπλα του την «κουνουμιά» (οικονομία), πίτα δηλαδή αλειμμένη με αυγά κι ένα πράσο όρθιο στη μέση με πολλούς καρπούς. Προφανής η συμβολική του λειτουργία για την πρόκληση της παραγωγής διά της αναπαραγωγής. Μια δεύτερη πράξη ήταν η αρπαγή του Χούχουτου ή Κούκερου, στο Κωστί της Βόρειας Θράκης (στη Βουλγαρία), που κατέληγε στο ποτάμι, μια αναγεννητική επενέργεια του νερού που υπενθυμίζει τη διασύνδεση με τα ρωμαϊκά Σατουρνάλια.

Ομως, η κορύφωση της αναπαραγωγικής διαδικασίας ήταν η αροτρίωση/άροση. Το όργωμα, με άλλα λόγια, γινόταν στην πλατεία του χωριού. Με άροτρο οργώνουν συμβολικά τον χώρο, κάτι που συνοδεύεται από σπορά. Κι αυτή η τελετουργική πράξη γίνεται το νήμα που αναδεικνύει την ενότητα των ανθρώπων της υπαίθρου με τη γη τους. Ο γάμος και η σπορά αποτελούν συμπληρωματικές όψεις της αναπαραγωγικής διαδικασίας, όπου και αν γίνεται. Η γονιμική πράξη είναι ίδια και για τη φύση και για τους ανθρώπους. Η εμφύτευση του σπόρου συνιστά προϋπόθεση για την ανανέωση της ζωής, ώστε να κατανοηθεί ότι η κυκλική μορφή του βίου είναι κοινός τόπος.

Μια μάσκα όλη η γιορτή

Μια τελευταία διάσταση σ’ αυτά τα «έθιμα» είναι οι μάσκες. Συνήθως, αυτή περιορίζεται στα προσωπεία, τις προσωπίδες (στις τελετές της υπαίθρου οι προσωπίδες είναι ζωόμορφες). Πρόκειται για μια πανάρχαιη πρακτική, διά της οποίας εκείνος που φοράει μάσκα μεταμορφώνεται σ’ αυτό που εικονίζεται, αποκτώντας συνεπώς και τις ικανότητες του ζώου. Ουσιαστικά, η μασκοφορία στα λαϊκά δρώμενα λειτουργεί ως μια άλλη έκφραση της ενότητας του ανθρώπου με τη φύση.

Αριστερά: Φαλτάιτς Μάνος, «Το καρναβάλι της Σκύρου. Η καταγωγή των Απόκρεω». Μουσείο Μάνου Φαλτάιτς. Βιγλατορία του Παλαιόπυργου, Σκύρος 2008. Δεξιά: Παιδάκι με την παραδοσιακή φορεσιά του «Γέρου», Σκύρος (ΦΩΤ. ΘΟΔ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ)
Αριστερά: Φαλτάιτς Μάνος, «Το καρναβάλι της Σκύρου. Η καταγωγή των Απόκρεω». Μουσείο Μάνου Φαλτάιτς. Βιγλατορία του Παλαιόπυργου, Σκύρος 2008. Δεξιά: Παιδάκι με την παραδοσιακή φορεσιά του «Γέρου», Σκύρος (ΦΩΤ. ΘΟΔ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ)

Στον θρακιώτικο «Καλόγερο», τα κύρια πρόσωπα φορούν προσωπείο που αποτελείται από δέρμα ζαρκαδιού ή τράγου. Ο «Πουρπούρης» στην ίδια περιοχή μεταμορφωνόταν φορώντας στο πρόσωπο μια μεγάλη «γκαρτσούνα» (νεροκολοκύθα) και γένια από μαλλιά προβάτου, ενώ στο κεφάλι έβαζε ένα ζευγάρι κέρατα από βόδι. Γκαρτσούνα διάλεγε και ο Μπαμπουσιάρος προκαλώντας και ιλαρότητα, κάτι που το επιδίωκαν.

Ωστόσο, η προσωπίδα ήταν ένα μόνο μέρος της μασκοφορίας που ταυτίζεται με τη συνολική μεταμφίεση. Στην «Τζαμάλα» κατασκευαζόταν μια καμήλα. Ηταν κανόνας η παρενδυσία όσον αφορά τις γυναικείες μορφές. Αναλάμβαναν αυτούς τους ρόλους άντρες (Κορτοπούλα, Μπάμπω), δεδομένης και της θέσης των γυναικών. Η μασκοφορία ήταν μόνο ένα μέρος της τελετουργικής διαδικασίας. Οι πρωταγωνιστές στο «έθιμο» φορούσαν, πέρα από την προσωπίδα (μπορούσε να είναι κι ένα μαυρισμένο πρόσωπο), ρούχα από δέρματα ζώων ή τοπικές φορεσιές, κουδούνια που κρέμαγαν στη μέση, καθώς και σκόρδα ώστε να επιτύχουν την αναπαραγωγή αλλά και ταυτόχρονα να αντιστρέψουν τους ρόλους στο διάστημα εκείνο που ο χρόνος σταματούσε και όλα αποκτούσαν διαφορετική νοηματοδότηση.

Το «έθιμο» ήταν ένα ολικό κοινωνικό και πολιτισμικό γεγονός για όλους/ες σε μια κοινότητα. Δεν ήταν αποκλειστική υπόθεση των πρωταγωνιστών, ούτε διεξαγόταν με όρους παρέλασης. Συμμετείχαν όλοι συνειδητά γνωρίζοντας πως αυτό αφορούσε τους πάντες. Ο «θίασος» επισκεπτόταν όλα τα σπίτια, ανταλλάσσονταν ευχές και κεράσματα. Ετσι, ήταν πάνδημη, με την κυριολεκτική σημασία του όρου, η τελετουργία. Ηξεραν πως αφορούσε τη ζωή, το μέλλον τους. Δεν ήταν μια γιορτή μόνο για να διασκεδάσουν. Αποτελούσε μέρος του αναπαραγωγικού χρόνου. Και οι μεταμφιέσεις -με τις μάσκες- ήταν ο πολιορκητικός κριός για να είναι ευοίωνα τα αποτελέσματα.