Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ενας «ανεμοστρόβιλος» εργατικών αγώνων, που ξέσπασε στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, με δυναμική συμμετοχή των εργατριών, οδήγησε στη θεσμοθέτηση της Ημέρας της Γυναίκας ως συμβόλου των διεκδικήσεών τους για ισότητα στην εργασία και πολιτικά δικαιώματα.

Για τον πρώτο εορτασμό υπάρχουν αντικρουόμενες πληροφορίες. Ορισμένες πηγές, που επικαλούνται δημοσίευμα της μηνιαίας εφημερίδας της εποχής «The Socialist Woman», τον τοποθετούν στις 3 Μαΐου 1908, στο Garrick Theater του Σικάγου, με συμμετοχή 1.500 γυναικών, που «χειροκρότησαν τα αιτήματα για οικονομική και πολιτική ισότητα των γυναικών».

Αλλες πηγές αναφέρουν ότι ο πρώτος εορτασμός έγινε στις 28 Φεβρουαρίου 1909 στη Νέα Υόρκη, ως Εθνική Ημέρα της Γυναίκας, με πρωτοβουλία του Σοσιαλιστικού Κόμματος των ΗΠΑ, σε ανάμνηση κινητοποίησης που είχαν πραγματοποιήσει στις 8 Μαρτίου 1857 εργάτριες κλωστοϋφαντουργίας στη Νέα Υόρκη διεκδικώντας καλύτερες συνθήκες εργασίας και κατεστάλη βίαια. Αν και ορισμένοι Αμερικανοί ιστορικοί θεωρούν ότι η κινητοποίηση του 1857 αποτελεί μύθο, είναι αναμφισβήτητο πως στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα ξέσπασαν πολλοί εργατικοί αγώνες στις βιομηχανικές χώρες, με ενεργό συμμετοχή των γυναικών.

Η αυξανόμενη δράση και οργάνωση των γυναικών έδωσε ώθηση στην ιδέα της καθιέρωσης μιας Παγκόσμιας Ημέρας της Γυναίκας που συμβόλιζε τους αγώνες και τις κατακτήσεις τους, αλλά και την ανάγκη για συλλογικές διεκδικήσεις.

Ετσι, το 1910, μετά την πρωτοβουλία των σοσιαλιστριών των ΗΠΑ ο εορτασμός διεθνοποιείται. Στο δεύτερο συνέδριο του γυναικείου τμήματος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς (Β’ Διεθνής), στην Κοπεγχάγη (26-27 Αυγούστου 1910), 100 σύνεδροι από 17 χώρες υιοθέτησαν την πρόταση τριών Γερμανίδων (Λουίζ Τσιτς, Κλάρα Τσέτκιν και Κέτε Ντούνκερ) να διοργανώνεται ετησίως «μια ειδική Ημέρα της Γυναίκας», χωρίς, πάντως, να καθοριστεί ημερομηνία, ως ένα βήμα για την προώθηση της ισότητας των δύο φύλων στην εργασία αλλά και στο εκλογικό δικαίωμα, που ήταν τότε το καθολικό ζητούμενο για τις γυναίκες όλου του κόσμου.

Αριστερά: Αφίσα (της 8ης Μαρτίου 1914) που απαγορεύτηκε, για την απαίτηση του δικαιώματος των γυναικών να ψηφίζουν. Δεξιά: Η Κλάρα Τσέτκιν και η Ρόζα Λούξεμπουργκ (Ιανουάριος 1910)
Αριστερά: Αφίσα (της 8ης Μαρτίου 1914) που απαγορεύτηκε, για την απαίτηση του δικαιώματος των γυναικών να ψηφίζουν. Δεξιά: Η Κλάρα Τσέτκιν και η Ρόζα Λούξεμπουργκ (Ιανουάριος 1910)

Στις 19 Μαρτίου 1911 γιορτάστηκε για πρώτη φορά η Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας στην Αυστρία, τη Γερμανία, την Ελβετία και τη Δανία. Κοινό στοιχείο και στις τέσσερις χώρες ήταν τα αιτήματα για δικαίωμα ψήφου και για τη συμμετοχή των γυναικών σε δημόσια αξιώματα. Στις ΗΠΑ οι γυναίκες συνέχιζαν να γιορτάζουν τη δική τους Εθνική Ημέρα την τελευταία Κυριακή του Φεβρουαρίου.

Τρία χρόνια αργότερα, το 1914, η Διεθνής Ημέρα της Γυναίκας γιορτάστηκε για πρώτη φορά στις 8 Μαρτίου, ημερομηνία που υιοθετήθηκε από τότε σε όλες τις χώρες.

Στην Ελλάδα, ωστόσο, εκείνη την περίοδο δεν φαίνεται να εορτάζεται η Ημέρα της Γυναίκας, παρότι οι εργάτριες συμμετείχαν, από πολύ νωρίτερα, σε μεγάλες κινητοποιήσεις για εργασιακά δικαιώματα. Επίσης, γυναικείοι όμιλοι, κυρίως γύρω από το περιοδικό «Εφημερίς των Κυριών» της Καλλιρρόης Παρρέν, διεκδικούσαν δικαίωμα ψήφου αλλά και μόρφωση για όλες τις γυναίκες.

«Εφημερίς των Κυριών». Το πρώτο γυναικείο περιοδικό, που εξέδιδε η Καλλιρρόη Παρρέν, δημοσιεύει, τον Απρίλη του 1892, την είδηση για την απεργία γυναικών
«Εφημερίς των Κυριών». Το πρώτο γυναικείο περιοδικό, που εξέδιδε η Καλλιρρόη Παρρέν, δημοσιεύει, τον Απρίλη του 1892, την είδηση για την απεργία γυναικών

Η πρώτη απεργία εργατριών στην Ελλάδα έγινε το 1882 στα εργοστάσια του Πειραιά, όπως ανέφεραν εφημερίδες της εποχής, στο πλαίσιο ενός μεγάλου απεργιακού κύματος για οικονομικά αιτήματα λόγω υποτίμησης της δραχμής.

Εκείνα τα χρόνια οι γυναίκες δεν είχαν το δικαίωμα εισαγωγής στο Πανεπιστήμιο και αποκλείονταν από εμπορικές εργασίες. Στην ουσία η πλειονότητά τους παρέμενε υποχρεωτικά στο σπίτι, ενώ μόνο κορίτσια φτωχών οικογενειών, κυρίως από την επαρχία, αναζητούσαν, αναγκαστικά, δουλειά σε κάποιο εργοστάσιο, κυρίως κλωστοϋφαντουργίες ή μεταξουργεία.

Στην πρώτη αυτή απεργία, είναι πιθανό οι εργάτριες να συμμετείχαν παρακινούμενες από τους άνδρες συναδέλφους τους. Ομως, 10 χρόνια αργότερα, κινητοποιήθηκαν μόνες τους, αντιδρώντας στην απειλή της εργοδοσίας να μειώσει ακόμα περισσότερο το ήδη χαμηλό μεροκάματό τους. Συγκεκριμένα, οι εργάτριες που δούλευαν καθημερινά 12 ώρες έπαιρναν τα πρώτα χρόνια της δουλειάς τους μεροκάματο 50 λεπτών, αρκετό μόλις για να αγοράσουν μια οκά (1,2 κιλό) ψωμί! Επειτα από δύο-τρία χρόνια το μεροκάματο έφτανε στη μία δραχμή και αργότερα στις δύο δραχμές, ενώ των ανδρών ξεκινούσε από 1,5 δραχμή και έφτανε, ανάλογα με την ειδικότητα, ώς τις 10 δραχμές.

Ετσι, το πρωί της 14ης Απριλίου 1892, όταν έγινε γνωστή η πρόθεση της εργοδοσίας να μειώσει το μεροκάματο των γυναικών, αυτές ξεσηκώθηκαν. Αρχικά 50-60 εργάτριες αρνήθηκαν να πιάσουν δουλειά στο δεύτερο από τα τέσσερα εργοστάσια των αδερφών Ρετσίνα και στη συνέχεια όλες μαζί συγκεντρώθηκαν στη Γούβα του Βάβουλα, στη σημερινή είσοδο του Πειραιά από την οδό 34ου Συντάγματος, ζητώντας να δουλέψουν με κανονικό μεροκάματο. Οταν δεν πήραν απάντηση, «εν σώματι μετέβησαν εις το κεντρικόν εργοστάσιον της ιδίας εταιρίας ίνα υποβάλωσι τα παράπονά των», όπως έγραψε, την επόμενη μέρα, η εφημερίδα «Καιροί». Τελικά, δικαιώθηκαν και δεν έγιναν μειώσεις.

Τα επόμενα χρόνια, παρά τις αντιδράσεις, οι γυναίκες άρχισαν να κατακτούν αργά αλλά σταθερά θέσεις στη συντηρητική, ανδροκρατούμενη ελληνική κοινωνία. Μάλιστα, τον Νοέμβριο του 1908 επιλέγεται η πρώτη καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, που ήταν η Αγγελική Παναγιωτάτου.

Κάποιοι φοιτητές, από τους πλέον ακραίους, την αποδοκίμασαν έντονα στην πρώτη διδασκαλία της, αλλά το «κύμα» της εισόδου των γυναικών σε περισσότερες θέσεις εργασίας ήταν αδύνατο να ανακοπεί.

Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την άφιξη των προσφύγων, σε συνδυασμό με τη μείωση του ανδρικού πληθυσμού εξαιτίας των πολέμων, καταγράφεται σημαντική αύξηση της γυναικείας εργασίας, ιδιαίτερα στη γεωργία και τη βιομηχανία. Σύμφωνα με στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας, το 1920 εργάζονταν 219.182 γυναίκες, αριθμός που αυξήθηκε σε 633.435 το 1928. Οι περισσότερες (434.623) απασχολούνται στη γεωργία και 99.712 στη βιομηχανία.

Δημοσίευμα στον «Ριζοσπάστη» (φ.11.2.1929) για την πρώτη συνδικαλιστική συνδιάσκεψη εργατριών
Δημοσίευμα στον «Ριζοσπάστη» (φ.11.2.1929) για την πρώτη συνδικαλιστική συνδιάσκεψη εργατριών

Στη βιομηχανία, μάλιστα, από το 1926 μέχρι το 1928 οι γυναίκες εργαζόμενες αυξήθηκαν κατά 37.898 (από 61.814 σε 99.712). Η παιδική εργασία, αναγκαία και αυτή για βιοποριστικούς λόγους, ήταν τότε ακόμα μία μεγάλη «πληγή». Ετσι, βλέπουμε να καταγράφονται εργαζόμενοι και εργαζόμενες από 10 χρόνων και πάνω!

Στην απογραφή των υπαλλήλων και εργατών του 1930 το 34,36% του συνόλου των εργατών της χώρας (77.144 εργάτες), περίπου ένας στους τρεις, ήταν ηλικίας 10-19 ετών. Τα κορίτσια ήταν 23.729, δηλαδή το 54,38% του συνόλου των παιδιών, που αντί να φοιτούν σε σχολεία αναζητούσαν το μεροκάματο. Ενα άλλο ενδιαφέρον στοιχείο, που δείχνει ότι η έξοδος των γυναικών στην αγορά εργασίας έγινε, βίαια, για λόγους βιοπορισμού είναι πως από το 88,95% του συνόλου των εργατριών, το 74,74% ήταν άγαμες ή χήρες (14,25%) και μόλις το 10,49%(επί του συνόλου) ήταν έγγαμες. Αντίθετα, στους άνδρες το 41,81% ήταν έγγαμοι.

Τα μισθολογικά στοιχεία δείχνουν τις μεγάλες ανισότητες: οι εργάτριες έπαιρναν κατά μέσο όρο 43,75% μικρότερο μεροκάματο από τους άνδρες. Στους υπαλλήλους οι γυναίκες είχαν κατά 52,71% μικρότερο μισθό.

Οι γυναίκες συμμετείχαν ενεργά σε κινητοποιήσεις και το 1929 αρχίζουν να εντάσσονται στο συνδικαλιστικό κίνημα, καθώς γίνεται η πρώτη συνδιάσκεψη εργατριών στο πλαίσιο της Ενωτικής ΓΣΕΕ, που δημιουργήθηκε μετά την αποχώρηση πολλών σωματείων από τη ΓΣΕΕ, μετά τον αποκλεισμό κομμουνιστών και άλλων προοδευτικών συνδικαλιστών. Να σημειώσουμε ότι ο εορτασμός της Ημέρας της Γυναίκας από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο είχε ατονήσει, αλλά από το 1922 και μετά γινόταν κυρίως στη Σοβιετική Ενωση. Είχε θεσμοθετηθεί σε ένδειξη τιμής για τις γυναίκες που εξεγέρθηκαν στις 8 Μαρτίου 1917 στην Αγία Πετρούπολη, σηματοδοτώντας την έναρξη της Οκτωβριανής Επανάστασης καθώς μία εβδομάδα αργότερα παραιτήθηκε ο τσάρος Νικόλαος Β’ της Ρωσίας και η προσωρινή κυβέρνηση έδωσε στις γυναίκες δικαίωμα ψήφου.

Η Αλεξάνδρα Κολοντάι, φεμινίστρια ηγέτιδα της σοσιαλιστικής επανάστασης, έγραψε ότι «η Ημέρα των Εργατριών στις 8 Μαρτίου 1917 ήταν μια αξέχαστη ημέρα στην Ιστορία. Η επανάσταση του Φεβρουαρίου μόλις είχε ξεκινήσει».

Το γεγονός καταγράφεται επίσης από τον Τρότσκι στην «Ιστορία της Ρωσικής Επανάστασης», όπου επισημαίνεται ότι οι γυναίκες ξεκίνησαν τη γενική απεργία, βγαίνοντας με γενναιότητα στους δρόμους της Πετρούπολης, την Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας.

«…η 23η Φεβρουαρίου (8 Μαρτίου) ήταν η Διεθνής Ημέρα της Γυναίκας και υπήρξαν συναντήσεις και δρώμενα. Ομως δεν φανταζόμασταν ότι αυτή η “Ημέρα της Γυναίκας” θα κήρυττε την έναρξη της επανάστασης. (…) Το πρωινό, παρά τις διαταγές που είχαν λάβει, οι εργάτριες των κλωστοϋφαντουργείων εγκατέλειψαν τη δουλειά τους στα διάφορα εργοστάσια και έστειλαν αντιπροσώπους για να ζητήσουν υποστήριξη για την απεργία… που οδήγησε σε μαζική απεργία», έχει γράψει ο Λεόν Τρότσκι.

Εξάλλου, ο Λένιν σε συνέντευξή του για το «γυναικείο ζήτημα» στη Γερμανίδα κομμουνίστρια Κλάρα Τσέτκιν τόνισε: «…στην Πετρούπολη, εδώ στη Μόσχα, σε άλλες πόλεις και βιομηχανικά κέντρα, οι γυναίκες εργάτριες ενήργησαν θαυμάσια κατά τη διάρκεια της επανάστασης. Χωρίς αυτές δεν θα ήμασταν νικητές».

Ετσι, το 1922, η Σοβιετική Ενωση καθιέρωσε τον επίσημο εορτασμό για την Ημέρα της Γυναίκας στις 23 Φεβρουαρίου (8 Μαρτίου με το νέο ημερολόγιο). Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η ημέρα αυτή υιοθετήθηκε και από την Κίνα και άλλες χώρες του λεγόμενου «ανατολικού μπλοκ». Το 1977 ο ΟΗΕ θεσμοθέτησε την 8η Μαρτίου ως Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας δίνοντας διεθνή αναγνώριση στον εορτασμό.