Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η Μυτιλήνη τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα ήταν σημαντικός προορισμός πολλών αθηναϊκών θιάσων. Μερικές φορές εδώ δινόταν η πανελλήνια πρεμιέρα! Το θεατρόφιλο κοινό της Λέσβου ήταν απαιτητικό κι οι θιασάρχες υπολόγιζαν την κρίση του. Η Μυτιλήνη είχε τη φήμη, ανάμεσα στους θιασάρχες της Αθήνας, ότι το θεατρόφιλο κοινό της εκτιμούσε και στήριζε το καλό θέατρο. Από το 1900 και μετά δίνουν παραστάσεις στη Μυτιλήνη οι θίασοι των: Βερώνη-Γεννάδη, Βεάκη-Νέζερ, Κοτοπούλη, Κυβέλης, Μουστάκα-Πλέσσα, Απέργη, Νίκα-Φυρστ, Κρανιώτου, Αφεντάκη, Προβελέγγιου κ.ά.

Στις αρχές του 1937 δίνει παραστάσεις στη Μυτιλήνη ο θίασος της Μαρίκας Κοτοπούλη. Η καλλιτεχνική διεύθυνση του θιάσου είναι του Βασίλη Λογοθετίδη και συμμετείχαν οι ηθοποιοί: Παππάς, Μυράτ, Αρώνης, Βλαχόπουλος, Γιαννίδης, Βιτσώρη, Αρώνη. Πρεμιέρα δίνεται στις 13 Ιανουαρίου με το έργο «Στοργή» του Γάλλου ακαδημαϊκού Ανρί Μπατάιγ. Οι τελευταίες παραστάσεις είναι τιμητικές προς την ίδια και τον Λογοθετίδη. Τότε την αποχαιρετούν οι δημοσιογράφοι των εφημερίδων, αποτιμούν τις παραστάσεις και εύχονται «εις το επανιδείν».

Στράτης Μυριβήλης. Δεξιά το κείμενο του με τίτλο «Η επαρχιακή μας Ελλάδα» που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Πρωινή»
Στράτης Μυριβήλης. Δεξιά το κείμενο του με τίτλο «Η επαρχιακή μας Ελλάδα» που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Πρωινή»

Ο Στράτης Μυριβήλης είναι εγκαταστημένος στην Αθήνα, με την οικογένειά του, αλλά ενημερώνεται για την ιδιαίτερη πατρίδα του από τις τοπικές εφημερίδες. Στις 14 Φεβρουαρίου 1937 δημοσιεύει το κείμενο «Η επαρχιακή μας Ελλάδα», στην εφημερίδα «Πρωινή» του παλαιού ανταγωνιστή Τέρπανδρου Αναστασιάδη. Το κείμενο γράφτηκε με αφορμή τις παραστάσεις του θιάσου Κοτοπούλη, παλιάς γνώριμης του Μυριβήλη. Στο κείμενό του σχολιάζει την έκδοση των τοπικών εφημερίδων, κάνει αναφορά στην πνευματική Λέσβο, υπερασπίζεται την επαρχία και την προσπάθειά της έναντι των Αθηναίων του «γλυκού νερού», όπως τους χαρακτηρίζει.

«Είναι κάτι φωνές γνησίου καημού που ακούς καμιά φορά να βγαίνουν μέσα από τα μικρά, τα κακοτυπωμένα φύλλα της επαρχιακής Ελλάδος, που είναι δε η εργαζομένη Ελλάς. Αυτό συμβαίνει γιατί εκεί ακόμα η εφημερίδα δεν έγινε βιομηχανική επιχείρησις. Ο διευθυντής είναι συνήθως και αρχισυντάκτης και ο αρχισυντάκτης είναι κατά κανόνα ο πολιτικός αρθρογράφος, και ο πολιτικός αρθρογράφος είναι τις πιο πολλές φορές ο χρονογράφος του φύλλου. Υπάρχει δηλαδή μια ποσότης ηθικής ελευθερίας, η οποία αφήνει έκδηλα τα γνωρίσματα και τας τάσεις μιας -όσο μικρής και νάναι- πνευματικής ιδιοσυγκρασίας, ή μιας ομάδας πνευματικών ανθρώπων. Κάποτε και την πραγματικότητα μιας πόλεως ή ενός λαού.

»Κάτι τέτοιο συμβαίνει με τη Λέσβο, που είναι ένα πεντάμορφο κομμάτι Ελλάδος, από τα πιο αγνά ελληνικά της κομμάτια, με 160 χιλιάδες πληθυσμό. Νησιώτικον αιγαιοπελαγίτικο πληθυσμό, δηλαδή από παλαιοτάτης καταγωγής αμιγή φυλετικώς, με την πνευματική ευκινησία και με τον πολιτισμό τον ιδιαίτερο που έχουν οι κάτοικοι της νησιωτικής Ελλάδος. Υπάρχει εκεί μια διακεχυμένη πνευματικότητα που σε ξαφνιάζει. Το ξανθό χώμα εκεί πέρα είναι ακόμα ζεστό από την πυρκαϊά της Σαπφικῆς μεγαλοφυΐας. Και οι εφημερίδες, όσες τουλάχιστον βγαίνουν από ντόπιους, αντανακλούν απ’ τη πνευματικότητα, κάποτε με εκπληκτικές αναλαμπές.

»Φαντάζομαι, και το ελπίζω, πως κι άλλες ελληνικές επαρχίες (από αυτές που απεφάσισαν αμετακλήτως εν στενώ οικογενειακώ κύκλῳ να “εξυπνήσουν πνευματικώς” μερικοί συμπαθέστατοι συνάδελφοι Αθηνών και περιχώρων) ευρίσκονται στην ίδια πνευματική και αισθητική πρόοδο, γι’ αυτό ακριβώς ήθελα να πω μερικά πράγματα σε κείνους που φεύγουν απ’ εδώ για την επαρχία με το ύφος των Ιησουϊτών ιεραποστόλων, που ξεκινούν διά τα Ιεραποστολικά των ταξίδια εις τας χώρας των Τιμπουκτού και των Νιαμ-Νιαμ, με την καλοπροαίρετον διάθεσιν να διδάξουν τους αγρίους να τρώνε με τα πιρούνια, να αποφεύγουν την ανθρωποφαγίαν και να συνηθίσουν εις τας δύο μεγάλας εφευρέσεις της Ευρώπης: το πολυβόλον και την σύφιλιν.

»Υπάρχει πολλή δίψα για τις ανώτερες πνευματικές απολαύσεις στην επαρχία και ειδικώς στα νησιά. Αλλά θα πάθουν απογοήτευσιν δεινήν μερικοί Αθηναίοι καλλιτέχνες του γλυκού νερού αν φαντασθούν ότι αυτό σημαίνει μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για τοποθέτησιν των αμφιβόλου ποιότητας προϊόντων των. Διότι η Επαρχία έχει μίαν αυστηράν εκλεκτικότητα, είναι απαιτητική ακριβώς επειδή σπανίως βλέπει ωραία πράγματα. Αυτό που λέγω ισχύει για το καλό λογοτεχνικό βιβλίο και για το θέατρο, διότι οι άλλες τέχνες θέλουν περισσότερη ειδική προετοιμασία για να δημιουργήσουν έναν καλού γούστου δέκτην.

Ρωτήστε στα βιβλιοπωλεία να δείτε πόσο δύσκολη είναι η Επαρχία στην εκλογή του βιβλίου και πόσο σωστή είναι η προτίμησίς της. Ρωτήστε και τους θιασάρχες να σας πούνε τι αξιώσεις έχουν οι επαρχιώτες από την περιοδεύουσαν Ελληνικήν Σκηνήν».

Επάνω αριστερά: Μαρίκα Κοτοπούλη, 1937 Κάτω: Το πρόγραμμα παραστάσεων του έργου «Στοργή» του Henry Bataille με τη Μαρίκα Κοτοπούλη. Δεξιά: Διαφήμιση του έργου «Τράβα το κορδόνι» όπου πρωταγωνιστούσε ο Βασίλης Λογοθετίδης
Επάνω αριστερά: Μαρίκα Κοτοπούλη, 1937 Κάτω: Το πρόγραμμα παραστάσεων του έργου «Στοργή» του Henry Bataille με τη Μαρίκα Κοτοπούλη. Δεξιά: Διαφήμιση του έργου «Τράβα το κορδόνι» όπου πρωταγωνιστούσε ο Βασίλης Λογοθετίδης

Στη συνέχεια γράφει για τις παραστάσεις της Κοτοπούλη στη Μυτιλήνη. Την αναμονή των θεατρόφιλων του νησιού, τα έργα που παίχτηκαν, το παράπονό τους, τη σχέση του ίδιου με την ηθοποιό. Διευκρινίζει: «Αγαπώ πολύ την Μαρίκα και την τέχνη της, και ξέρω πολύ καλά τις θυσίες που έκαμε στην επαγγελματική της ζωή χάριν της καλλιτεχνικής της ζωής». Και συνεχίζει:

«Ετσι λοιπόν επήγε και η Μαρίκα στη Μυτιλήνη. Την ξέρουν εκεί την τέχνη της μεγάλης μου φίλης, την εκτιμούν με απόλυτην αξιολογικήν βαρύτητα και την νοσταλγούν… α, πόσο νοσταλγούν στη Μυτιλήνη το καλό θέατρο! Φαντασθείτε ένα τόπον πρώην αρχοντικόν, που σήμερα είναι ξεπεσμένος οικονομικώς στο σημείο να υπάρχουν οικογένειες γεωργών που στερούνται το ψωμί. Φαντασθείτε ένα Δήμον που αγωνίζεται να συγχρονίσει μια κακοχτισμένη μεγάλη πόλη χωρίς λεφτά. Και φαντασθείτε αυτούς τους ανθρώπους που ορκίζονται στο ψωμί να υποβάλλονται σε φορολογίες νέες, οικειοθελώς για να χτίσουν ένα θέατρο εξ ή δέκα εκατομμυρίων δραχμών… Ο ερχομός λοιπόν της Μαρίκας ήταν ένας θρύλος. Σήμερα θάρθει η Μαρίκα, αύριο θάρθει η Μαρίκα. Και στο τέλος ένα πρωί πήγε η Μαρίκα. Ενθουσιασμός γύρω της και λατρεία.

»Τις προάλλες έφυγε. Και οι εφημερίδες της εκφράζουν την ευγνωμοσύνη του τόπου με λυρισμόν αφελή ίσως αλλά πάντοτε συγκινητικόν. Και μέσα σ’ αυτούς τους αποχαιρετιστηρίους πανηγυρισμούς που της κάμνουν, βάζουν δειλά-δειλά και το παράπονό τους. Το διατυπώνουν τώρα που φεύγει γιατί η ευγένειά τους τους εμποδίζει να της το πουν εν όσο βαστούν οι παραστάσεις, οπότε πιθανόν να την εζήμιωναν οικονομικώς. Της λένε λοιπόν: “Μόνο που για τα έργα που έδωσε, γενικά, έχουμε παράπονα. Μπορεί να μας θεωρήσει και η ίδια, και οι μανδαρίνοι της Αθήνας, ως πολύ απαιτητικούς ή πολύ εγωιστάς. Αλλά το ρεπερτόριό της, αυτό που μας έδωσε τις λίγες μέρες που έμεινε ανάμεσά μας, δεν μας ικανοποίησε. Ηταν κατώτερο. Εκτός από δυο ή τρία, τα άλλα όλα ήσαν διά πολύ μικρά παιδιά…”. […]

»Η ελληνική Επαρχία πρέπει να δέχεται την πιο εκλεκτή μερίδα από τον πνευματικόν πολιτισμό της πρωτευούσης. Να τι θα έπρεπε να προσέξει η σημερινή Κυβέρνησις, μόνη που συγκινήθηκε για την ελληνική Τέχνη. Και να πού θα έπιαναν τόπο οι επιχορηγήσεις των θιάσων και τα “θεωρικά” του φτωχού λαού. Ας βοηθήσει λοιπόν το Κράτος τη Μαρίκα να το κάνει στον κύκλο της, αφού δεν έχουμε άλλη απ’ αυτή».

Αφίσα του έργου «Είσαι ο άνθρωπος που έρχεται ... που φεύγει, φεύγει» με τους Μαρίκα Κοτοπούλη και Βασίλη Λογοθετίδη
Αφίσα του έργου «Είσαι ο άνθρωπος που έρχεται … που φεύγει, φεύγει» με τους Μαρίκα Κοτοπούλη και Βασίλη Λογοθετίδη

Η εφημερίδα στη συνέχεια σχολιάζει το γεγονός ότι έδωσαν ταυτόχρονα, τις ίδιες μέρες, παραστάσεις στη Μυτιλήνη οι αθηναϊκοί θίασοι «Μουσική Θεατρική Εταιρεία» και η «Ελληνική Οπερέτα» και δηλώνει ότι είναι λάθος η ταυτόχρονη παρουσία, γιατί η οικονομική κατάσταση των κατοίκων δεν το επιτρέπει, όπως συνέβαινε παλαιότερα.

Περίπου ενενήντα χρονιά μετά διαπιστώνουμε την ίδια αντιμετώπιση της επαρχίας από τους πολιτιστικούς και άλλους φορείς και οργανισμούς της Αθήνας. Το κέντρο αντιμετωπίζει την επαρχία σαν μια παχιά αγελάδα, μόνο για να την αρμέγει – κατά την προσφιλή έκφραση του Μυριβήλη.

[email protected]