Στους «Ορνιθες», ο Αριστοφάνης είχε φανταστεί τη Νεφελοκοκκυγία, που κυριολεκτικά είναι η κατοικία των κούκων (κόκκυξ = κούκος) στον ουρανό, η συννεφένια πόλη των πουλιών, τα οποία, με την εξουσιοδότηση των Ολυμπίων, μεσολαβούν μεταξύ θεών και ανθρώπων. Μεταφορικά, η Νεφελοκοκκυγία είναι η ουτοπική πολιτεία που διέπεται από δικούς της νόμους και ουδεμία σχέση έχει με την τετριμμένη καθημερινότητα των πλασμάτων που σέρνονται στην επιφάνεια της γης.
Υποψιάζομαι πως η έκφραση «έπεσα από τα σύννεφα», δηλαδή «εκπλήσσομαι, ξαφνιάζομαι, ή αντιμετωπίζω ξαφνικά μια κατάσταση που φανταζόμουν πως θα ήταν πολύ διαφορετική, πολύ καλύτερη» σύμφωνα με την greek-language.gr, προέρχεται από αυτή την αριστοφανική Νεφελοκοκκυγία. Φανταστείτε πώς θα ένιωθαν οι πτερωτοί, ή μη, κάτοικοι αυτής της πολιτείας των νεφών, εάν αίφνης γκρεμοτσακίζονταν από τον ουράνιο παράδεισό τους στη βρόμικη, σκοτεινή, άθλια γήινη πραγματικότητα: θα καταντούσαν πεφτοσυννεφάκηδες. Ο πεφτοσυννεφάκιας είναι ένας αυτόχρημα ελληνικός χαρακτήρας, που θα μπορούσε να πρωταγωνιστεί σ’ αυτή την (όχι και τόσο) φανταστική ιστορία. Είναι, ας πούμε, ο γείτονας της διπλανής πόρτας, που γνωρίζει, όπως όλοι οι ένοικοι της πολυκατοικίας, τι συμβαίνει στο πεντάρι ρετιρέ, όπου ο ιδιοκτήτης του, ένας τραμπούκος, δέρνει κάθε νύχτα τη γυναίκα του.
Ομως, όταν ο ήρωας της ιστορίας, ο γείτονας, ερωτηθεί από κάποιον τηλεοπτικό ρεπόρτερ αν γνωρίζει τίποτα για τον φόνο αυτής της κακομοίρας από το κτήνος που τελικά τη σκότωσε στο ξύλο, ο πεφτοσυννεφάκιας θα δηλώσει ότι έπεσε από τα σύννεφα όταν το έμαθε, διότι ο φερόμενος ως δράστης ήταν μια χαρά παιδί, ουδέποτε είχε δώσει δικαίωμα.
Το ρεπορτάζ όμως συνεχίζεται, και αποκαλύπτει ότι αυτός ο υποθετικός νταής, ο ισχυρός άνδρας της γειτονιάς, αυτός που σταυροκοπιόταν πρώτος και καλύτερος την Κυριακή στην εκκλησία, αυτός που κερνούσε όλη την παρέα πιτόγυρα και μπίρες στην ψησταριά της συνοικίας, αυτός που φωτογραφιζόταν με τον τοπικό βουλευτή, τον διοικητή του τμήματος και τον αρχιμανδρίτη του Ιερού Ναού, τελικά, για κοίτα, έκανε τράφικινγκ και είχε μαντρωμένες πέντε αλλοδαπές σε ένα υπόγειο, στην απάνω γειτονιά.
Και, άκου να δεις τώρα, από το οποίο αμαρτωλό υπόγειο και ο πεφτοσυννεφάκιας της ιστορίας μας είχε κάνει κάνα-δυο φορές την περατζάδα του, προσκεκλημένος του νταβατζή, κάτι που ασφαλώς ο γείτονάς μας της διπλανής πόρτας κρατά ως επτασφράγιστο μυστικό, και φυσικά δεν το αποκαλύπτει στον φακό, όταν τον ξαναρωτήσουν τα κανάλια, που ξαναγυρίζουν στη γειτονιά μετά τις φριχτές αποκαλύψεις. «Επεσα από τα σύννεφα», θα ξαναπεί με το πιο αθώο ύφος του στην κάμερα, «ποιος να το φανταζόταν, ένας τέτοιος κύριος, ένας κιμπάρης». Επεσε μεν από τα σύννεφα, ωστόσο ξέρει πάρα πολύ καλά τη βαθιά σήψη της κοινωνίας του, γιατί αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της.
Ο πεφτοσυννεφάκιας λοιπόν δεν είναι μόνο εκείνος που έχει την ασύγγνωστη πολυτέλεια να εκπλήσσεται με την αθλιότητα που τον περιβάλλει, δεν είναι ούτε καν αυτός που ειρωνικά λέει ότι έπεσε από τα σύννεφα, όταν του λένε ότι στην Ελλάδα, ας πούμε, το δημόσιο χρήμα διασπαθίζεται από ημετέρους, ή ότι ο ήλιος ανατέλλει από την Ανατολή. Πεφτοσυννεφάκιας είναι βασικά ο υποκριτής, αυτός που υποδύεται τον ξαφνιασμένο, φορώντας το φωτοστέφανο της αθωότητας. Είναι ο συνένοχος, που όμως το παίζει αμέτοχος και ανυποψίαστος, λες και ζει μονίμως στη Νεφελοκοκκυγία και από τα σύννεφά της βρέθηκε άθελά του στη γη.
