Μέρα με τη μέρα πολλαπλασιάζονται οι καθ’ ύλην αρμόδιοι φορείς που απευθύνονται στις υπουργούς Παιδείας και Πολιτισμού, κ. Ζαχαράκη και Μενδώνη αντιστοίχως, καταθέτοντας σοβαρές ενστάσεις για το σχέδιο νόμου του υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού που προβλέπει την «Ιδρυση Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών, σύσταση νέας κατηγορίας θέσεων Καλλιτεχνικής Εκπαίδευσης, πλαίσιο λειτουργίας Ανώτερων Σχολών Καλλιτεχνικής Εκπαίδευσης και Ανώτερων Σχολών Μουσικής Εκπαίδευσης και άλλες ρυθμίσεις». Κι αυτό παρότι ως γνωστόν η ύπαρξη μιας τέτοιου τύπου Ανώτατης Σχολής ήταν χρόνιο αίτημα όλων των καλλιτεχνικών κλάδων. Τότε γιατί;



● «Το υπό διαβούλευση νομοσχέδιο καλύπτει ορισμένες μόνον πτυχές του σκοπού, αλλά δεν εξασφαλίζει συνολικά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Θεωρούμε ότι απαιτούνται σημαντικές βελτιώσεις και συνολική αξιολογική επανεξέταση, πέραν των απλών νομοτεχνικών παρεμβάσεων», ξεκαθάριζε σε σχετική της επιστολή προχθές η διοίκηση του Εθνικού Θεάτρου και της Σχολής του, εκπροσωπούμενη από την καλλιτεχνική διευθύντρια Αργυρώ Χιώτη, την αντιπρόεδρο του Δ.Σ. και γνωστή σκηνογράφο Ερση Πίττα και τη διευθύντρια σπουδών της Δραματικής Σχολής Δηώ Καγγελάρη. Και εξηγούσε μεταξύ άλλων:
i. Θα αναμέναμε σημαντικό μέρος της κρίσιμης ύλης να μην υπόκειται σε νομοθετική ή άλλη εξουσιοδότηση, αλλά να ρυθμίζεται δεσμευτικά ήδη από τον υπό ψήφιση νόμο. Η εξήγηση περί αυτοδιοίκητου των ΑΕΙ είναι αληθής, αλλά όχι επαρκής. Στην υπό κρίση περίπτωση, ιδρύεται Ανώτατη Σχολή με κατάργηση άλλων (Ανώτερων), οι οποίες όμως έχουν ισχύον, ειδικό νομοθετικό-κανονιστικό πλαίσιο. Θα έπρεπε οι «καλές πρακτικές» για σειρά ζητημάτων (π.χ. αριθμός εισακτέων, οργάνωση εισαγωγικών εξετάσεων, πρόγραμμα σπουδών), που υπάρχουν ήδη στα νομοθετήματα των φορέων «προέλευσης», να έχουν μεταφερθεί στον ιδρυτικό νόμο.
ii. Θα αναμέναμε εντονότερο δεσμό του υπό ίδρυση Τμήματος με το Εθνικό Θέατρο κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου αλλά και στο διηνεκές, στη βάση ορισμένης έννομης σχέσης. Συνιστάται «Τμήμα Δραματικής Τέχνης Εθνικού Θεάτρου», αλλά απουσιάζει ο μηχανισμός οργανικής, κανονιστικής και καλλιτεχνικής σύνδεσής του με το Εθνικό Θέατρο. Η ομωνυμία καθίσταται κενό γράμμα, που εύλογα θα κινδύνευε να χαρακτηριστεί ακόμη και θεσμική «υφαρπαγή» του ονόματος, όταν δεν συνοδευτεί από την ουσία. Η παρουσία ενός μέλους, υποδεικνυόμενου από το Εθνικό Θέατρο, στα όργανα της όλης Σχολής, δεν αρκεί για να επιτευχθεί αποτελεσματικά αυτή η σύνδεση(…)
iii. Θα αναμέναμε εναργέστερη κατανόηση και κατοχύρωση της φύσης των αναβαθμιζόμενων σπουδών ως σπουδών «παραστατικής τέχνης» (και όχι θεωρητικών ή υποκείμενων στη συνήθη φύση των «πανεπιστημιακών» σπουδών). Θα έπρεπε να «ανωτατοποιούνται» οι σπουδές στις παραστατικές τέχνες, με την εγγενή ιδιαιτερότητά τους, και όχι να «προσαρμόζονται» προκειμένου να «ανωτατοποιηθούν»(…)
Το Εθνικό Θέατρο ειδοποιεί μάλιστα πώς «θα υποβάλει αρμοδίως στην εν εξελίξει δημόσια διαβούλευση παρατηρήσεις βασισμένες στους παραπάνω άξονες», ενώ παρότι αναγνωρίζει «την ορθή επί της αρχής κατεύθυνση της νομοθετικής πρωτοβουλίας», εκτιμά, όπως άλλωστε και η συντριπτική πλειονότητα των εμπλεκόμενων φορέων ότι «απαιτείται πρόσθετος χρόνος επεξεργασίας του προτεινόμενου νομοσχεδίου, ακόμη και με παράταση της διαβούλευσης».
Σκληρή κριτική από την ΠΟΘΑ
Πολύ ευρύτερη και αυστηρότερη κριτική ασκεί και εκ του ρόλου της η Πανελλήνια Ομοσπονδία Θεάματος-Ακροάματος (ΠΟΘΑ), που σε δική της επιστολή προς τις υπουργούς προειδοποιεί μάλιστα πως «το παρόν νομοσχέδιο υποβαθμίζει τις ανώτερες σπουδές των μέχρι τώρα πτυχιούχων των ανώτερων σχολών καλλιτεχνικής εκπαίδευσης στο επίπεδο 5, αντίθετα με τις προσταγές του Συντάγματος, του Νόμου και των αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας».
Και τονίζει ότι στο υπό διαβούλευση νομοσχέδιο θα πρέπει:
1. Oι πιστωτικές μονάδες των αποφοίτων των έως τώρα υπαρχουσών καλλιτεχνικών σχολών (αλλά και όσων αποφοιτήσουν έως την έναρξη λειτουργίας της ΑΣΠΤ) να υπολογίζονται σε 180 ECTS, αναγνωρίζοντας έτσι τρία -και όχι δύο- έτη τριτοβάθμιων σπουδών, όπως το Σύνταγμα ορίζει. Τα 180 ECTS είναι η μόνη δυνατή ευθυγράμμιση με την απόφαση του ΣτΕ.
2. Να διακρίνονται οι απόφοιτοι των ανώτερων σχολών καλλιτεχνικής εκπαίδευσης από τους αποφοίτους των σχολών μεταδευτεροβάθμιας εκπαίδευσης(…)
3. Σχετικά με την κατηγορία Καλλιτεχνική Εκπαίδευση (ΚΕ): θα πρέπει να υπάρξει τροποποίηση του ΠΔ85, καθώς μέχρι σήμερα αυτό το Προεδρικό Διάταγμα είναι που παράγει έννομα αποτελέσματα(…)
4. Με βάση τα προβλεπόμενα στο νομοσχέδιο και χωρίς αιτιολόγηση η μουσική δεν εντάσσεται στην καλλιτεχνική εκπαίδευση και ως κλάδος απομονώνεται. Θα πρέπει και η μουσική να ενταχθεί στην καλλιτεχνική εκπαίδευση.
Παρατηρήσεις και ενστάσεις
1. Το σχέδιο νόμου καταργεί τις υπάρχουσες σχολές Δραματικής Τέχνης, Χορού και Μουσικής. Πρώτη συνέπεια αυτού θα είναι να μην υπάρχει πλέον διασύνδεση των πέντε σχολών που θα ανωτατοποιηθούν με τους οργανισμούς που θα φέρουν το όνομά τους.
2. Ολόκληρη η έως τώρα δημόσια και δωρεάν ανώτερη καλλιτεχνική εκπαίδευση καταργείται (μέσω της ανωτατοποίησης) και, στο εξής, θα καλύπτεται αποκλειστικά και μόνο από ιδιωτικές σχολές.
3. Επιπλέον, οι απόφοιτοι της Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών, αφού θα έχουν ισότιμα επαγγελματικά δικαιώματα με αυτά των αποφοίτων των Μουσικών και Θεατρικών Τμημάτων, θα πρέπει αυτονόητα να μπορούν να διδάξουν στην πρωτοβάθμια και στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση τα αντικείμενα της Μουσικής, του Χορού και του Θεάτρου.
4. Ο αριθμός των εισακτέων θα πρέπει να διευρυνθεί αισθητά σε σχέση με αυτόν που προβλέπεται στο ν/σ, καθώς δεν καλύπτει τις ανάγκες.
5. Η ποσοστιαία πρόβλεψη εισακτέων από τις ανώτερες σχολές κρίνεται αριθμητικά ισχνή και μη ικανή να ικανοποιήσει την προβλεπόμενη ζήτηση(…)
6. Η εναλλακτική των πτυχιούχων ανώτερων σχολών να απευθυνθούν στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο για την ανωτατοποίηση των σπουδών τους δεν αποτελεί λειτουργική λύση για τον ακαδημαϊκό διάδρομο(…) σε κάθε περίπτωση είμαστε αντίθετοι οι πτυχιούχοι ανώτερων σχολών να είναι υποχρεωμένοι να πληρώσουν για περαιτέρω σπουδές στο ΕΑΠ(…)
7. Ως προς το διδακτικό προσωπικό της Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών, οι υπάρχουσες προβλέψεις για 20% των μελών ΔΕΠ για Ειδικό Καλλιτεχνικό Προσωπικό (άρθρο 13), τα προσόντα διορισμού για τα μέλη ΔΕΠ, οι ειδικές εξαιρέσεις για συμμετοχή διδασκόντων «εγνωσμένου καλλιτεχνικού και εκπαιδευτικού έργου» (άρθρο 12), αλλά και η μεταβατική διάταξη για τα πρώτα τέσσερα χρόνια (άρθρο 18 παρ. 2) αποκλείουν σχεδόν ολοκληρωτικά τη συμμετοχή ενεργών καλλιτεχνών εγνωσμένου κύρους και των καθηγητών που ήδη διδάσκουν στις σχολές αυτές από τη διδασκαλία στην υπό ίδρυση σχολή(…)
Στις ενστάσεις της η ΠΟΘΑ συμπεριλαμβάνει το γεγονός ότι στο ν/σ «γίνεται διαχωρισμός των Ανώτερων Σχολών Καλλιτεχνικής Εκπαίδευσης και των Ανώτερων Σχολών Μουσικής Εκπαίδευσης – ενώ αυτονόητα οι μουσικές σχολές ανήκουν στην καλλιτεχνική εκπαίδευση». Και ότι «δεν υπάρχει καμία πρόβλεψη για τα εξειδικευμένα μουσικά και καλλιτεχνικά σχολεία στον τρόπο διασύνδεσής τους με την τριτοβάθμια εκπαίδευση».
Και διαμαρτυρόμενη για την αιφνιδιαστική κατάθεση του νομοσχεδίου στη διαβούλευση και για το ασφυκτικό χρονικό περιθώριο που δίνεται για δημόσια συζήτηση, φτάνει στο σημείο να προτείνει την άμεση απόσυρσή του.
Δεν μπορεί παρά να παρατηρήσει τέλος κάποιος ότι η ίδρυση ενός ΑΕΙ που υποτίθεται ότι θα ικανοποιούσε τις ανάγκες και την επιθυμία του καλλιτεχνικού κλάδου, καθώς προετοιμάστηκε χωρίς να συμβουλευτεί προφανώς όσους αφορά, έχει κατορθώσει να δυσαρεστήσει από τη διοίκηση του Εθνικού Θεάτρου έως την Ομοσπονδία «ομπρέλα» των καλλιτεχνικών επαγγελμάτων, αλλά και, αν κρίνουμε από τα κοινωνικά δίκτυα, πολλές σημαντικές προσωπικότητες του χώρου. Είναι κρίμα ένα ουσιαστικό αίτημα διαρκείας του καλλιτεχνικού χώρου να καταλήξει στη δημιουργία ενός φορέα που θα επιδεινώσει το πρόβλημα των καλλιτεχνικών σπουδών αντί να το επιλύσει.
