ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Θεόδωρος Γεωργίου*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Εχει παρατηρηθεί ότι ένα από τα πιο συναρπαστικά κεφάλαια της πολιτικής θεωρίας για τους φοιτητές είναι εκείνο το οποίο έχει ως αντικείμενό του και αναλύει τις διαδικασίες ανάδειξης των πολιτικών ηγετών στο πλαίσιο της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Η σχετική βιβλιογραφία είναι ανεξάντλητη και οι έρευνες είναι εμπεριστατωμένες και χρήσιμες για όλους μας. Ας περιοριστούμε όμως εδώ σε μερικές γενικές παρατηρήσεις και σχόλια, για να καταλήξουμε σε κρίσιμα συμπεράσματα για την εγχώρια πολιτική συγκυρία στις μέρες μας.

Στον τόπο μας λειτουργεί εδώ και 50 χρόνια (μετά το έτος: 1974) η κοινοβουλευτική δημοκρατία, η οποία ως πολιτική μορφή ζωής έχει χαρακτηριστεί πράγματι υποδειγματική! Ας διευκρινιστεί στο σημείο αυτό ότι προβλήματα υπάρχουν και παθογένειες εντοπίζονται και είναι πολλές. Ο βασικός πυρήνας όμως της δημοκρατίας και του κοινοβουλευτισμού δεν έχει αλλοιωθεί. Σχετικά με το ζήτημα της γένεσης και της δημιουργίας πολιτικών κομμάτων τα προβλήματα φαίνονται διά γυμνού οφθαλμού. Στη βάση του άξονα Δεξιά – Αριστερά και μεταπολεμικά, αλλά κυρίως μεταπολιτευτικά, υφίστανται τα δύο μεγάλα κόμματα: Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ και τα τελευταία χρόνια ο ΣΥΡΙΖΑ. Το ΚΚΕ εντάσσεται ως πολιτικό κόμμα σε μια ιδιαίτερη λογική της αντιπροσώπευσης. Το ερώτημα είναι εάν και κατά πόσον όλα τα άλλα κόμματα είναι πράγματι πολιτικά κόμματα.

Δεν είμαι ειδικός πολιτικός επιστήμων για να απαριθμήσω όλους τους κομματικούς σχηματισμούς που εμφανίστηκαν από τη Μεταπολίτευση και δώθε. Ούτε είμαι σε θέση να αξιολογήσω το κοινοβουλευτικό έργο που έχουν επιτελέσει. Τρία πράγματα θα πρέπει να συντρέχουν για να χαρακτηριστεί μια συλλογική οργάνωση ως πολιτικό κόμμα. Πρώτα πρώτα είναι η διαμεσολάβηση της κομματικής οντότητας με την κοινωνία, η οποία θεμελιώνεται στην αντιπροσωπευτική σχέση. Δεν αρκεί όμως μόνον η τυπική αντιπροσώπευση. Χρειάζεται να ανάγεται αυτή η διαμεσολάβηση στην επιδίωξη του «κοινού καλού», το οποίο στις δημοκρατίες ταυτίζεται με το «ευ ζην» όλων των πολιτών. Συλλογική οργάνωση, η οποία λειτουργεί ως εκπρόσωπος ιδιωτικών συμφερόντων ή αδυνατεί να επεξεργαστεί μεθόδους για την επίτευξη του «κοινού καλού» δεν είναι πολιτικό κόμμα. Η τρίτη προϋπόθεση αναφέρεται στην ιδεολογία: σ’ ένα προγραμματιστικό αφήγημα κυβερνητικών δεσμεύσεων.

Μετά απ’ αυτές τις σύντομες θεωρητικές παρατηρήσεις ας εξετάσουμε τι συμβαίνει με τους αντιπροσωπευτικούς συλλογικούς σχηματισμούς, δηλαδή τα κόμματα στον τόπο μας στη σημερινή πολιτική συγκυρία. Διευκρινίζεται εξαρχής ότι τα πολιτικά πράγματα στη χώρα μας εν όψει των κοινοβουλευτικών εκλογών σ’ έναν χρόνο (σύμφωνα με το Σύνταγμα) είναι και ρευστά και απροσδιόριστα. Αυτό δεν προκύπτει μόνον από τις δημοσκοπήσεις. Πρόκειται για συνειδησιακή κατάσταση της κοινωνίας. Ο Ευάγγελος Βενιζέλος έχει ορίσει το πολιτικό πρόβλημα του τόπου μας ως συνθήκη «μη κυβερνησιμότητας». Αυτό δεν σημαίνει αδυναμία σχηματισμού κυβέρνησης μετά τις εκλογές, αλλά αδυναμία διακυβέρνησης της χώρας επειδή ακριβώς δεν μπορεί κανένα πολιτικό κόμμα, αλλά και η ελληνική κοινωνία ως πολιτική ολότητα, να επεξεργαστεί ένα δεσμευτικό αφήγημα (ιδεολογία) για τη μελλοντική πορεία της.

Εάν εξαιρέσουμε τα παραδοσιακά κόμματα τα οποία εντάσσονται στη λογική του κοινοβουλευτισμού, όλοι οι άλλοι κομματικοί σχηματισμοί χαρακτηρίζονται ως υπο-πολιτικές ενώσεις (τον όρο έχει εισαγάγει στην πολιτική ανάλυση ο Γερμανός πολιτικός κοινωνιολόγος Ούλριχ Μπεκ). Ως τέτοιου τύπου συλλογικοί σχηματισμοί, αυτά τα δήθεν κόμματα (βλ. Ελληνική Λύση, Πλεύση Ελευθερίας, Νίκη κ.ά.) μετέχουν στην κοινοβουλευτική διαδικασία αντιπροσώπευσης, στην πραγματικότητα όμως η αντισυστημική στάση τους είναι το εμπόδιο της θετικής διαμεσολάβησης πολιτικής και κοινωνίας. Η πολιτική είναι φτιαγμένη από ορθολογικά υλικά. Το ίδιο ισχύει προ πάντων για την κοινοβουλευτική δημοκρατία.

Οι υπο-πολιτικές ενώσεις εκφράζουν την ψυχοδυναμική της κοινωνίας. Οχι τα ορθολογικά πολιτικά και ιδεολογικά συμφέροντά της. Είναι σωστό αυτό που τονίζουν όλοι σχεδόν οι πολιτικοί αναλυτές, ότι οι ενώσεις αυτές δεν ενδιαφέρονται για την ορθολογική αναπαράσταση των συμφερόντων των κοινωνικών τάξεων, αλλά μοχθούν να διεγείρουν τις αταξικές ψυχικές δομές των κοινωνικών στρωμάτων. Διαπιστώνουμε επομένως πως στο εσωτερικό της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας μας διεξάγεται ένας πόλεμος ανάμεσα στον ορθολογισμό των πολιτικών κομμάτων και στον ανορθολογισμό των υπο-πολιτικών ενώσεων.

Σε αυτήν την κατάσταση των πολιτικών πραγμάτων, σε αυτή την κοινοβουλευτική συγκυρία, ο Τσίπρας (ο πρώην πρωθυπουργός) από τη μια και η Καρυστιανού (μέχρι πρότινος επικεφαλής του «κινήματος των Τεμπών») από την άλλη, έχουν εξαγγείλει τη δημιουργία κομμάτων ο καθένας. Οι εξαγγελίες αυτές έχουν γίνει στη βάση των δημοσκοπήσεων. Δηλαδή στη λογική της απήχησης των πολιτικών στάσεών τους στη σύγχρονη κοινοβουλευτική δημοκρατία μας καθίσταται ακόμα πιο ρευστό, ακόμα πιο αβέβαιο. Οταν και οι δύο εκφραστούν σε συλλογικό πολιτικό επίπεδο, τότε θα μπορέσει και η ελληνική πολιτική κοινωνία να αποφασίσει περί τίνος πρόκειται. Τότε θα κριθούν τα νέα αφηγήματα στην πολιτική λογική του ορθολογικού κοινοβουλευτισμού και όχι με κριτήριο την αδιαμεσολάβητη ψυχοδυναμική απήχησή τους στην κοινωνία.

*Καθηγητής πολιτικής φιλοσοφίας